«Στις 24 Οκτωβρίου 1943, στα Φαρακλάτα, ο ιερέας Διονύσιος Κωνσταντάκης βρέθηκε μπροστά στην τραγικότερη στιγμή της ζωής του: να κοινωνήσει τον γιο του Άγγελο, λίγο πριν τον απαγχονίσουν οι Γερμανοί...
«Στις 24 Οκτωβρίου 1943, στα Φαρακλάτα, ο ιερέας Διονύσιος Κωνσταντάκης βρέθηκε μπροστά στην τραγικότερη στιγμή της ζωής του: να κοινωνήσει τον γιο του Άγγελο, λίγο πριν τον απαγχονίσουν οι Γερμανοί.
Μια ιστορία ανθρωπιάς, αντίστασης και θυσίας, που συνδέεται με τη διάσωση ενός Ιταλού αξιωματικού μετά τη σφαγή της Μεραρχίας Acqui.
Φαρακλάτα, 24 Οκτωβρίου 1943: Mια φιλία ποτισμένη με αίμα… Τα τραγικά γεγονότα της Κεφαλονιάς τον Σεπτέμβριο του 1943, καθορίζουν, σε μεγάλο βαθμό, την συλλογική μνήμη στο ομορφο νησί του Ιονίου.
Η απόκρυψη και η σωτηρία Ιταλών στρατιωτικών, από τους κατοίκους του νησιού, μετά την παράδοση με το σύμφωνο των Κεραμειών, αποτελεί μια ξεχωριστή σελίδα τιμής για την ΕΑΜική Αντίσταση στην οποία ανήκε η πλειονότητα των κατοίκων της Κεφαλονιάς.
Πρωταγωνιστής της αντίστασης κατά των Γερμανών, είναι ο λοχαγός Πυροβολικού Αmos Pampaloni. Ο Amos Pampaloni συνιστά μια ιδιαίτερη περίπτωση Ιταλού αξιωματικού.
Γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1910.
Σπούδασε μηχανικός και το 1939 κατετάγη στο στρατό με τον βαθμό του υπολοχαγού.
Ευγενής προς τους υφισταμένους του και τους Έλληνες, προερχόταν από μια πόλη που διακρίνεται για τον πολιτισμό της.
Τοποθετήθηκε στο πυροβολικό, όπλο το οποίο απαιτούσε άριστη γνώση μαθηματικών και τοπογραφίας, για την επιτυχή διεύθυνση του πυρός.
Έδωσε πρώτος την διαταγή να βληθούν τα γερμανικά μεταγωγικά πλοία, τα οποία προσπάθησαν να προσεγγίσουν το Αργοστόλι στις 13 Σεπτεμβρίου 1943 (Βεντούρι, 2000:182). Η Πυροβολαρχία του Pampaloni μετακινήθηκε κοντά στο χωριό Διλινάτα το βράδυ της 21ης Σεπτεμβρίου και εκεί αιχμαλωτίστηκαν από τους Γερμανούς. Ο Amos Pampaloni διηγείται την…εκτέλεσή του : «Στις 20 Σεπτεμβρίου, πήρα διαταγή να πάω με την μονάδα μου στα Διλινάτα.
Ταχτοποιηθήκαμε σ’ έναν κάμπο και χωριστήκαμε στα τέσσερα.
Το πρωί της άλλης μέρας, ο υπολοχαγός Τoniato έρχεται φωνάζοντας: “Οι Γερμανοί”! “Είσαι τρελός;” – του είπα εγώ… Ήταν αδύνατον να σκεφτείς ότι θα μπορούσαν να φθάσουν εκεί τόσο γρήγορα.
Πιο νόημα θα έβγαζε να έλεγες ότι ήταν Ιταλοί… Και όμως… Μετά από κάποιο διάστημα μάχης και ενώ είχα ήδη τέσσερις τραυματίες από τους οποίους οι δυο βαριά, από μικρή απόσταση ο αρχηγός τους μου λέει στα άπταιστα ιταλικά “Μην πυροβολείτε! Δεν έχει νόημα! Άλλωστε μόνο με τους όλμους σας έχουμε στο χέρι, για αυτό καλύτερα να παραδοθείτε”! Έκανα μια γρήγορη εκτίμηση της κατάστασης και αν και θα καταφέρναμε να σκοτώναμε δυο η τρεις… μάταιο δεν θα ωφελούσε καθόλου! Μας είχαν στο χέρι…όντως ο αυστριακός είχε δίκιο.
Ήταν αυστριακοί! Τα ιταλικά τους δεν ήταν… Ιταλικά Ιταλών αλλά η γλώσσα που μιλούν οι αυστριακοί από το Τιρόλο! Λίγο αργότερα, όλοι μας όρθιοι μαζί με τους τραυματίες, άρχισαν να μας αφαιρούν τα ρολόγια, τα πορτοφόλια, τα βραχιόλια και τις ζώνες… Η εν ψυχρώ εκτέλεση των Ιταλών.
Διαμαρτυρήθηκα στον λοχαγό τους. “Δεν είναι σωστό! Παραβιάζετε τις διεθνείς συνθήκες μεταχείρισης αιχμαλώτων”. “Ναι, αλλά όχι των λιποτακτών και αλητών” απάντησε.
Στο χέρι κρατούσε ένα πιστόλι “Parabel”. Ο Τoniato ξαφνικά φωνάζει στους άλλους “Παιδιά! Πείτε όλοι την νεκρώσιμη ακολουθία…” “Μα τι κάνεις” του λέω, “Γιατί τους κατεβάζεις το ηθικό και τους πανικοβάλλεις;” Ο κακόμοιρος ο Τoniato, από τα λίγα γερμανικά που ήξερε μάλλον κατάλαβε… “Προχώρα” με διατάζει αυτός ο λοχαγός κάνοντας νόημα με το χέρι που κρατούσε το πιστόλι.
Με το που κάνω ένα βήμα, ακούω ένα πυροβολισμό πίσω μου.
Μόνο ένα και έπεσα κάτω χωρίς να καταλάβω τίποτα.
Με είχε πυροβολήσει στο κεφάλι αλλά η σφαίρα μπήκε από το σβέρκο μου, διαπέρασε το λαιμό και βγήκε μπροστά περνώντας ξυστά από την καρωτίδα, ευτυχώς χωρίς να την ακουμπήσει.
Δεν καταλάβαινα τίποτα! Απλά, ήμουν πνιγμένος στα αίματα! Ξαφνικά ακούω το πολυβόλο και μετά φωνές “Μάμα, Μάμα! Θεέ, Θεέ μου, Θεέ μου… Λίγο αργότερα άκουσα μεμονωμένους πυροβολισμούς.
Ήταν οι χαριστικές βολές.
Αργότερα σιωπή και μετά τραγούδι καθώς αυτοί φεύγανε.
Εγώ φοβόμουν να κουνηθώ και δεν ήξερα ακόμη τι ακριβώς είχε γίνει! Ούτε και τη δική μου κατάσταση γνώριζα.
Είχα ακούσει πολλές ιστορίες, αλλά πραγματικά δεν καταλάβαινα αν ήμουν ζωντανός ή νεκρός… Σύρθηκα και κρύφτηκα μέσα στους θάμνους.
Μετά από δυο ώρες πέρασαν κάποιοι αντάρτες έψαχναν ανάμεσα στα πτώματα για επιζώντες.
Ήρθαν και σ’ εμένα.
Άνοιξα τα μάτια μου.
Αισθανόμουν καλά και ήθελα να φύγω.
Ήμουν καλά από την άποψη ότι ήμουν ζωντανός, αλλά αισθανόμουν υπεύθυνος για τον θάνατο και των 80 αντρών του πυροβολικού που διεύθυνα! Βλέπεις, εγώ δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε και νόμιζα ότι, ότι συνέβη ήταν τιμωρία για εμάς, επειδή οι Γερμανοί είχαν μάθει ότι εγώ είχα δώσει την διαταγή να χτυπήσουμε τα αποβατικά».( Pampaloni, 1961:Ιόνιος Ηχώ 179-184). Ο Pampaloni σε συνέντευξη του το 1991, αναφέρει ότι οι αντάρτες του έβαλαν φάρμακο στην πληγή και του επίδεσαν πρόχειρα το τραύμα, αλλά έφυγαν γρήγορα όταν ένας σύνδεσμος φώναξε «Γερμανοί, έρχονται οι Γερμανοί!». Ξανακρύφτηκε στους θάμνους και σε λίγο έφτασε μια ομάδα Γερμανών στρατιωτών, που προχωρούσε σε φάλαγγα σε κατ’ άνδρα.
Δεν τον είδαν και παρέμεινε κρυμμένος.
Σε λίγο πέρασε από εκεί ένας ο νεαρός βοσκός Ντίνος Παπαναστασάτος (Κουτρούλης). Του έδωσε να πιεί γάλα. Ο Pampaloni όλη την μέρα παρέμεινε κρυμμένος από τον φόβο των Γερμανών οι οποίοι «χτένιζαν» την περιοχή αναζητώντας επιζώντες Ιταλούς.
Την νύχτα προχώρησε προς το χωριό Φαρακλάτα και χτύπησε την πόρτα στο πρώτο σπίτι που συνάντησε, του Χρήστου Βαρδαμαράτου(Ρέμπελου). Εκεί άλλαξε τις μπότες και την στολή του με ένα πουκάμισο, ένα παντελόνι και ένα ζευγάρι παπούτσια.
Την άλλη μέρα η γυναίκα του χωρικού που ονομαζόταν Ειρήνη ανέλαβε να του δείξει το δρόμο για το στρατιωτικό νοσοκομείο στο Αργοστόλι.
Ενώ βάδιζαν λίγο έξω από το χωριό συνάντησαν την νεαρή κόρη του παπά του χωριού Μαρίκα Κωνσταντάκη. Η Μαρίκα μέλος της ΕΠΟΝ και του εφεδρικού ΕΛΑΣ του είπε ότι είναι επικίνδυνο να πάει στο Αργοστόλι, γιατί οι Γερμανοί όποιον Ιταλό συναντούν τον εκτελούν.
Του πρότεινε να τον οδηγήσει στο σπίτι της. «Πάμε σπίτι μου.
Ο πατέρας μου είναι ο παπάς των Φαρακλάτων.
Ο αδελφός μου (Άγγελος) είναι αντάρτης.
Εγώ είμαι αντάρτισσα.
Πάμε στο σπίτι του πατέρα μου.
Θα είσαι καλύτερα εκεί.
Θα βρούμε έναν πραχτικό, δηλαδή τον γιατρό του χωριού, και θα σε κουράρει αυτός.
Έλα σπίτι μου». Τελικά η Μαρίκα έπεισε τον Pampaloni γύρισαν πίσω στο σπίτι του παπά των Φαρακλάτων. (Schminck-Gustavus,1994:18-19). Ο Pampaloni στάθηκε για δεύτερη φορά τυχερός.
Η επιμονή της νεαρής κόρης του παπά Διονύση να μην πάει στο νοσοκομείο του Αργοστολιού τον γλύτωσε από βέβαιη εκτέλεση για δεύτερη φορά.
Όλη η οικογένεια του Κωνσταντάκη ήταν ολόψυχα δοσμένη στην Αντίσταση.
Εκείνες τις μέρες οι Γερμανοί εκτέλεσαν όλους τους Ιταλούς αρρώστους και τραυματίες που βρήκαν στο νοσοκομείο.
Ο ιερέας Διονύσης Κωνσταντάκης και η πρεσβυτέρα του Ο Ιταλός λοχαγός νοσηλεύτηκε αρκετές μέρες στο σπίτι του παπά.
Πρώτα στο υπόγειο του σπιτιού και μετά σε μια καλύβα, λίγο ψηλότερα που κρυβόταν από τους θάμνους.
Όλο αυτό το διάστημα τον επισκεπτόταν ο πρακτικός γιατρός του χωριού Νίκος Κοσμάτος και φρόντιζε για την νοσηλεία του.
Την τροφοδοσία του τραυματία λοχαγού είχαν αναλάβει τα εγγόνια του παπά Διονύση, Διονύσης και Βαγγελιώ, 9 και 10 χρονών αντίστοιχα, που λόγω ηλικίας δεν κινούσαν υποψίες.
Όταν οι διοικητές των ανταρτών του ΕΛΑΣ έμαθαν ότι ο Pampaloni ζει, έστειλαν δυο αντάρτες με σημείωμα στον Άγγελο Κωνσταντάκη, να παραδώσει τον Ιταλό λοχαγό για να τον οδηγήσουν στο αρχηγείο των ανταρτών.
Παρέμεινε με τυς αντάρτες του νησιού λίγο καιρό και από εκεί διεκπεραιώθηκε με καΐκι στην Στερεά Ελλάδα, μέσω Ιθάκης. (Schminck-Gustavus,1994:21). Πράγματι, ο Pampaloni σύντομα ενώθηκε με τους αντάρτες του 2/39 Συντάγματος του ΕΛΑΣ και πήρε μέρος σε μάχες εναντίον των Γερμανών στην περιοχή της Αμφιλοχίας και του Αγρινίου. Τον Σεπτέμβριο του 1944 επέστρεψε νικητής στο Αργοστόλι μαζί με τον καπετάνιο του ΕΛΑΣ Γεράσιμο Γρηγοράτο- Αστραπόγιαννο.
Μαζί του τότε είχε επιστρέψει και ο λοχαγός του 17ου Συντάγματος Πεζικού Pietro Bianchi, που είχε επιζήσει από τη σφαγή του 1943 στην Κεφαλλονιά. (Σακκάτος, 2002:193). Το γράμμα του ιερέα στον Ιταλό λοχαγό 1952.
Ο πόλεμος έχει τελειώσει αρκετά χρόνια πριν και ο Amos Pampaloni λαμβάνει ένα γράμμα από την Κεφαλονιά.
Αποστολέας, ο ορθόδοξος ιερέας του χωριού Φαρακλάτα Διονύσιος Κωνσταντάκης, o οποίος τον πληροφορεί σχετικά με την διαδικασία ανεύρεσης των οστών των εκτελεσμένων στρατιωτών της Πυροβολαρχίας του Pampaloni στο χωριό Διλινάτα, από ένα καθολικό ιερέα και ένα αξιωματικό του ιταλικού στρατού που είχαν έρθει για αυτό το λόγο στο νησί.
Το συγκλονιστικότερο μέρος του γράμματος του ιερέα είναι μια και μόνη φράση: «Εγνωριστήκαμε σε ημέρες τραγικές και επικίνδυνες και δι΄αυτό θα μας συνδέει πάντοτε αληθινή φιλία.
Η παπαδιά μου πάντοτε σας θυμάται και έχετε εκ μέρους της πολλά χαιρετίσματα…Με άπειρον αγάπην». Τι είναι άραγε αυτό που υπονοεί ο ιερέας ότι τους συνέδεσε για πάντα; Όταν οι Γερμανοί έμαθαν, από τους δοσίλογους συνεργάτες τους στην Κεφαλονιά, ότι ο Pampaloni δεν είναι νεκρός, αλλά νοσηλεύτηκε στο σπίτι του παπά των Φαρακλάτων και τώρα είναι στο βουνό, εξεμάνησαν.
Έκαναν μπλόκο στο σπίτι, αλλά το «πουλάκι είχε πετάξει». Σύνδεσμος του ΕΛΑΣ είχε παραλάβει τον αντιφασίστα λοχαγό και τον είχε οδηγήσει στα ελεύθερα βουνά, όπου έδρευαν οι παρτιζάνοι του ΕΛΑΣ.
Αφού λοιπόν δεν βρήκαν τον Pampaloni συνέλαβαν τον γιο του ιερέα Διονύσιο Κωνστάντακη, αντάρτη του ΕΛΑΣ Άγγελο Κωνσταντάκη και τον κρέμασαν στις 24 Οκτωβρίου 1943, σε μια ελιά μπροστά στα μάτια του πατέρα του.
Αυτόν τον ακατάλυτο δεσμό επικαλείται ο ιερέας στην επιστολή του.
Το αίμα του γιού του Άγγελου Κωνσταντάκη είχε σφραγίσει με τραγικό τρόπο την φιλία τους.
Πολλά χρόνια αργότερα ο Pampaloni σε συνέντευξη του είχε ομολογήσει ότι :”Ο γιος του ιερέα, με συνόδευσε να φύγω από το χωριό και όταν οι Γερμανοί το γνώρισαν, τον κρεμάσανε»..(στον κυκλο ο Αμος Παμπαλονι)» Γράφει ο Παναγιώτης Ρεπούσης)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους