[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

PULSE OF JUSTICE THE INTERNATIONAL LEGAL COMMUNITY JOURNAL ΤΕΥΧΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2026 Εκδόσεις Δικηγορικό Γραφείο Ελένης Λάζαρη ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ Από το Ευρωπαϊκό...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

PULSE OF JUSTICE THE INTERNATIONAL LEGAL COMMUNITY JOURNAL ΤΕΥΧΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2026 Εκδόσεις Δικηγορικό Γραφείο Ελένης Λάζαρη ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ Από το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης μέχρι το Περιβαλλοντικό Έγκλημα Η δικαιοσύνη σε έναν κόσμο χωρίς σύνορα: Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η διεθνής δικαστική συνεργασία και η ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου ποινικού νομικού πολιτισμού.

Γράφει η Εκδότρια του περιοδικού και Δικηγόρος Αθηνών, Ελένη Λάζαρη ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο σε μια εποχή ριζικών μεταβολών Το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας από τις σημαντικότερες περιόδους μετασχηματισμού της ιστορίας του.

Η παγκοσμιοποίηση της εγκληματικότητας, η ανάπτυξη της τεχνολογίας, οι ένοπλες συγκρούσεις, η τρομοκρατία, η εμπορία ανθρώπων, η διασυνοριακή οικονομική εγκληματικότητα και η ολοένα εντονότερη περιβαλλοντική υποβάθμιση έχουν αναδείξει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των παραδοσιακών μηχανισμών ποινικής καταστολής και διεθνούς δικαστικής συνεργασίας.

Η σύγχρονη εγκληματικότητα δεν περιορίζεται πλέον στα γεωγραφικά όρια ενός κράτους.

Μια εγκληματική δραστηριότητα μπορεί να σχεδιάζεται σε μία χώρα, να εκτελείται σε άλλη, να χρηματοδοτείται από τρίτη και να προκαλεί αποτελέσματα σε ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα.

Η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί σύνθετα ζητήματα δικαιοδοσίας, εφαρμοστέου δικαίου, συλλογής αποδεικτικών στοιχείων, έκδοσης και παράδοσης κατηγορουμένων, καθώς και αναγνώρισης και εκτέλεσης ποινικών αποφάσεων.

Παράλληλα, ανακύπτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί η αποτελεσματικότητα της ποινικής δικαιοσύνης να ενισχύεται χωρίς να υπονομεύονται οι ατομικές ελευθερίες, η δίκαιη δίκη και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια; Από το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης μέχρι την ποινική προστασία του περιβάλλοντος, το σύγχρονο Διεθνές Ποινικό Δίκαιο καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο εξίσου σημαντικές επιδιώξεις: την καταπολέμηση της ατιμωρησίας και τη διαφύλαξη του κράτους δικαίου.

Η πρόκληση δεν είναι απλώς θεσμική.

Είναι βαθύτατα πολιτική, κοινωνική, ηθική και πολιτισμική. 1. ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ Η δικαστική συνεργασία πέρα από τα εθνικά σύνορα Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (European Arrest Warrant – EAW) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.

Θεσπίστηκε με την Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 και στηρίχθηκε στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων.

Η καινοτομία του θεσμού υπήρξε καθοριστική.

Το παραδοσιακό σύστημα έκδοσης αντικαταστάθηκε, στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από έναν μηχανισμό δικαστικής παράδοσης, με στόχο την απλούστευση και επιτάχυνση της διασυνοριακής ποινικής δικαιοσύνης. Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκδίδεται είτε για την άσκηση ποινικής δίωξης είτε για την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του ενωσιακού δικαίου.

Η λειτουργία του βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών.

Η εμπιστοσύνη, ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρείται ανεπιφύλακτη ούτε να οδηγεί σε μηχανιστική αποδοχή κάθε αιτήματος παράδοσης.

Η αμοιβαία αναγνώριση δεν καταργεί την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προστασίας, το τεκμήριο αθωότητας και οι εγγυήσεις δίκαιης δίκης, όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της διαδικασίας. 1.1. Η σύγκρουση μεταξύ αποτελεσματικότητας και θεμελιωδών δικαιωμάτων Ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα αφορά την πιθανότητα παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.

Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διαμορφώσει ένα σύστημα ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες προβάλλεται κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή σοβαρής προσβολής του δικαιώματος σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Aranyosi και Căldăraru (C-404/15 και C-659/15 PPU), με την οποία αναδείχθηκε η υποχρέωση αξιολόγησης του πραγματικού κινδύνου παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων πριν από την εκτέλεση ενός εντάλματος.

Το δικαστήριο εκτέλεσης δεν αρκεί να διαπιστώνει την τυπική νομιμότητα του αιτήματος.

Οφείλει, υπό τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία του ΔΕΕ, να εξετάζει τις πραγματικές συνθήκες κράτησης ή απονομής της δικαιοσύνης στο κράτος έκδοσης.

Η δικαστική συνεργασία, συνεπώς, δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένη από την προστασία του ανθρώπου. 1.2. Η αρχή της αναλογικότητας και η προστασία του εκζητουμένου Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η αρχή της αναλογικότητας.

Η έκδοση και η εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης συνεπάγονται σοβαρές επιπτώσεις στην προσωπική ελευθερία, στην οικογενειακή ζωή, στην επαγγελματική δραστηριότητα και στην κοινωνική κατάσταση του εκζητουμένου.

Η χρήση του μηχανισμού πρέπει να δικαιολογείται από τη σοβαρότητα της υπόθεσης και να μην καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του προσώπου.

Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης πρέπει να συνυπάρχει με την εξατομικευμένη δικαστική κρίση και την ουσιαστική δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης.

Για τη δικηγορική κοινότητα, η υπεράσπιση σε υποθέσεις Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης απαιτεί πλέον συνδυασμό γνώσεων εθνικού ποινικού δικαίου, ενωσιακού δικαίου, διεθνούς προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συγκριτικής ποινικής δικονομίας.

Το ζητούμενο για το μέλλον είναι ένα σύστημα που θα συνδυάζει ταχύτητα, αποτελεσματικότητα, διαφάνεια και πραγματικές εγγυήσεις δικαστικής προστασίας. 2. Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Η δημιουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (International Criminal Court – ICC), με βάση το Καταστατικό της Ρώμης του 1998, αποτέλεσε ιστορική τομή στην εξέλιξη της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης.

Για πρώτη φορά δημιουργήθηκε ένα μόνιμο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο με αρμοδιότητα να εξετάζει την ατομική ποινική ευθύνη για ορισμένα από τα σοβαρότερα εγκλήματα που απασχολούν τη διεθνή κοινότητα. Το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα για τέσσερις κατηγορίες εγκλημάτων: Το έγκλημα της γενοκτονίας.

Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Τα εγκλήματα πολέμου.

Το έγκλημα της επίθεσης.

Η σημασία του θεσμού δεν περιορίζεται στην τιμωρία των δραστών.

Συνδέεται με την αναγνώριση της ατομικής ποινικής ευθύνης, την προστασία των θυμάτων, την καταπολέμηση της ατιμωρησίας και τη διαμόρφωση μιας διεθνούς έννομης τάξης στην οποία η επίσημη ιδιότητα ενός προσώπου δεν αποτελεί αυτομάτως ασπίδα έναντι της ποινικής ευθύνης. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις εθνικές δικαιοδοσίες.

Η αρχή της συμπληρωματικότητας σημαίνει ότι η πρωταρχική ευθύνη για τη διερεύνηση και δίωξη των εγκλημάτων ανήκει στα κράτη, ενώ η παρέμβαση του Δικαστηρίου ενεργοποιείται υπό τις προϋποθέσεις του Καταστατικού της Ρώμης, ιδίως όταν οι εθνικές αρχές δεν είναι πρόθυμες ή πραγματικά ικανές να ενεργήσουν.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του θεσμού εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνεργασία των κρατών.

Η απουσία δικού του ανεξάρτητου μηχανισμού εκτέλεσης συλλήψεων, οι δυσκολίες σύλληψης προσώπων που βρίσκονται σε τρίτα κράτη και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις που περιβάλλουν τη διεθνή ποινική δικαιοσύνη αναδεικνύουν τα όρια της θεσμικής του ισχύος.

Η διεθνής κοινότητα οφείλει να ενισχύσει τη συνεργασία με το Δικαστήριο, να προστατεύσει την ανεξαρτησία των διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων και να αποτρέψει την επιλεκτική εφαρμογή της ποινικής δικαιοσύνης.

Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.

Η αξιοπιστία της εξαρτάται από την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου. 3. ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ Η νέα μεγάλη πρόκληση της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης Η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί πλέον ένα από τα σημαντικότερα πεδία εξέλιξης του σύγχρονου ποινικού δικαίου.

Η παράνομη υλοτομία, η διακίνηση προστατευόμενων ειδών, η παράνομη διαχείριση αποβλήτων, η ρύπανση υδάτων και εδάφους, η παράνομη εξόρυξη, η καταστροφή προστατευόμενων οικοσυστημάτων και η διασυνοριακή διακίνηση επικίνδυνων ουσιών δεν αποτελούν απλώς περιβαλλοντικές παραβάσεις.

Μπορούν να συνιστούν οργανωμένες και εξαιρετικά επικερδείς εγκληματικές δραστηριότητες, με συνέπειες που υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα και απειλούν τη δημόσια υγεία, την οικονομία, τη βιοποικιλότητα και τις συνθήκες διαβίωσης των μελλοντικών γενεών.

Η περιβαλλοντική εγκληματικότητα έχει αποκτήσει έντονη διασυνοριακή διάσταση.

Η παράνομη μεταφορά αποβλήτων, η εκμετάλλευση φυσικών πόρων και η καταστροφή οικοσυστημάτων συχνά συνδέονται με οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα και σύνθετες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.

Η αντιμετώπισή της απαιτεί, επομένως, όχι μόνο περιβαλλοντική πολιτική, αλλά και αποτελεσματική ποινική νομοθεσία, εξειδικευμένη έρευνα και διεθνή δικαστική συνεργασία. 3.1. Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1203: Μια νέα εποχή για την ποινική προστασία του περιβάλλοντος Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1203 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου. Η Οδηγία τέθηκε σε ισχύ στις 20 Μαΐου 2024 και αντικατέστησε το προηγούμενο ενωσιακό πλαίσιο των Οδηγιών 2008/99/ΕΚ και 2009/123/ΕΚ. Η προθεσμία μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών έληξε στις 21 Μαΐου 2026.

Η νέα νομοθεσία ενισχύει ουσιαστικά την ποινική προστασία του περιβάλλοντος και εισάγει σημαντικές μεταβολές: Πρώτον, διευρύνει τον κατάλογο των περιβαλλοντικών εγκλημάτων.

Προβλέπει ευρύτερο φάσμα αξιόποινων συμπεριφορών, καλύπτοντας σοβαρές παραβιάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Δεύτερον, ενισχύει τις ποινικές κυρώσεις.

Θεσπίζει ελάχιστες απαιτήσεις για τα ανώτατα όρια ποινών φυλάκισης, με αυστηρότερη αντιμετώπιση των σοβαρότερων περιβαλλοντικών εγκλημάτων.

Τρίτον, ενισχύει την ευθύνη των νομικών προσώπων.

Προβλέπει κυρώσεις για επιχειρήσεις και άλλους οργανισμούς, οι οποίες μπορούν να συνδέονται με τον παγκόσμιο κύκλο εργασιών τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις της Οδηγίας.

Τέταρτον, αναγνωρίζει τη βαρύτητα των ιδιαίτερα σοβαρών περιβαλλοντικών προσβολών.

Προβλέπει ειδική αντιμετώπιση για περιπτώσεις στις οποίες μια εκ προθέσεως περιβαλλοντική αξιόποινη πράξη προκαλεί καταστροφή ή εκτεταμένη και μακροχρόνια ή μη αναστρέψιμη βλάβη στο περιβάλλον.

Πέμπτον, ενισχύει τη συνεργασία των αρμόδιων αρχών.

Η διερεύνηση περιβαλλοντικών εγκλημάτων απαιτεί συντονισμό μεταξύ δικαστικών, εισαγγελικών, αστυνομικών και περιβαλλοντικών υπηρεσιών, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Οδηγία δεν αποτελεί απλώς μια νομοθετική αναθεώρηση.

Αποτυπώνει τη μετατόπιση της ευρωπαϊκής έννομης τάξης προς μια αυστηρότερη και περισσότερο ολοκληρωμένη αντίληψη της περιβαλλοντικής ποινικής ευθύνης. 3.2. Η ευθύνη των επιχειρήσεων και η ποινική λογοδοσία Ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα αφορά την ευθύνη των επιχειρηματικών οργανισμών.

Η περιβαλλοντική καταστροφή δεν προκαλείται πάντοτε από μεμονωμένες πράξεις ιδιωτών.

Συχνά συνδέεται με σύνθετες εταιρικές δομές, αποφάσεις διοίκησης, αλυσίδες εφοδιασμού, χρηματοδοτικές συναλλαγές και οργανωμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Η διερεύνηση της ποινικής ευθύνης απαιτεί, συνεπώς, να εξετάζονται όχι μόνο οι άμεσοι φυσικοί αυτουργοί, αλλά και οι μηχανισμοί λήψης αποφάσεων, η συμμετοχή διοικητικών στελεχών και η ενδεχόμενη ευθύνη των νομικών προσώπων, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

Η εταιρική λογοδοσία αποκτά πλέον κεντρική θέση στη συζήτηση για το μέλλον του ποινικού δικαίου.

Η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την καταστροφή των φυσικών πόρων, ούτε η πολυπλοκότητα μιας εταιρικής δομής να μετατρέπεται σε μηχανισμό αποφυγής ευθύνης.

Η προστασία του περιβάλλοντος προϋποθέτει αποτελεσματική διερεύνηση, διαφάνεια, αποκατάσταση της ζημίας και αναλογική αλλά ουσιαστική ποινική αντιμετώπιση. 3.3. Το περιβαλλοντικό έγκλημα και η διεθνής δικαστική συνεργασία Η διασυνοριακή διάσταση των περιβαλλοντικών εγκλημάτων δημιουργεί ιδιαίτερες αποδεικτικές και δικονομικές δυσκολίες.

Μια παράνομη δραστηριότητα μπορεί να εκτελείται σε διαφορετικά κράτη, να περιλαμβάνει διασυνοριακές μεταφορές αποβλήτων, να χρηματοδοτείται από διεθνείς εταιρικές δομές και να προκαλεί περιβαλλοντική βλάβη σε περισσότερες από μία έννομες τάξεις.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, καθοριστικός είναι ο ρόλος της Eurojust, του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου και των εθνικών δικαστικών αρχών. Η Eurojust, με την ειδική ενημερωτική έκδοση της 29ης Μαΐου 2026 για την Οδηγία 2024/1203, υπογραμμίζει τη σημασία της δικαστικής συνεργασίας και της υποστήριξης των διασυνοριακών ερευνών.

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών εγκλημάτων προϋποθέτει μια νέα κουλτούρα διεθνούς συνεργασίας, όπου η περιβαλλοντική προστασία δεν αντιμετωπίζεται ως αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση ενός κράτους, αλλά ως κοινή ευθύνη της διεθνούς έννομης τάξης. 4. ΤΟ ΟΙΚΟΚΤΟΝΟ (ECOCIDE) Πρέπει να αναγνωριστεί ως αυτοτελές διεθνές έγκλημα; Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα και αμφιλεγόμενα ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς νομικής θεωρίας είναι η πιθανή αναγνώριση του οικοκτόνου (ecocide) ως αυτοτελούς διεθνούς εγκλήματος.

Ο όρος αναφέρεται σε ιδιαίτερα σοβαρές περιβαλλοντικές καταστροφές, οι οποίες προκαλούνται από παράνομες ή αυθαίρετες πράξεις με γνώση του ουσιαστικού κινδύνου πρόκλησης εκτεταμένης, μακροχρόνιας ή σοβαρής περιβαλλοντικής βλάβης.

Η αναγνώριση του οικοκτόνου ως πέμπτου εγκλήματος στο Καταστατικό της Ρώμης έχει αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς επιστημονικής και πολιτικής συζήτησης.

Ωστόσο, απαιτείται μια ουσιώδης νομική διευκρίνιση: το οικοκτόνο δεν αποτελεί αυτοτελή πέμπτη κατηγορία εγκλήματος στο ισχύον Καταστατικό της Ρώμης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο αδυνατεί να εξετάσει περιβαλλοντικές καταστροφές.

Αντιθέτως, σοβαρές περιβαλλοντικές βλάβες μπορούν, υπό τις ειδικές προϋποθέσεις του Καταστατικού, να συνδέονται με εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή ακόμη και γενοκτονία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 8 παρ. 2 στοιχ. β΄ σημείο iv του Καταστατικού της Ρώμης, το οποίο αφορά ορισμένες εκ προθέσεως επιθέσεις κατά τη διάρκεια διεθνών ένοπλων συγκρούσεων, όταν είναι γνωστό ότι θα προκαλέσουν εκτεταμένες, μακροχρόνιες και σοβαρές βλάβες στο φυσικό περιβάλλον, οι οποίες είναι σαφώς υπερβολικές σε σχέση με το συγκεκριμένο και άμεσο συνολικό στρατιωτικό πλεονέκτημα που αναμένεται.

Η διάταξη αυτή καταδεικνύει ότι το διεθνές ποινικό δίκαιο διαθέτει ήδη ορισμένα εργαλεία περιβαλλοντικής προστασίας, χωρίς όμως να καλύπτει συνολικά όλες τις περιπτώσεις σοβαρής περιβαλλοντικής καταστροφής. 4.1. Η νέα πολιτική του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την περιβαλλοντική βλάβη Σημαντικό βήμα πραγματοποιήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2025, όταν το Γραφείο του Εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου παρουσίασε την πολιτική του για την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής βλάβης μέσω του Καταστατικού της Ρώμης.

Η πολιτική αυτή περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο το Γραφείο του Εισαγγελέα μπορεί να αξιοποιεί την υφιστάμενη εντολή και τις αρμοδιότητές του για τη διερεύνηση και δίωξη εγκλημάτων που υπάγονται στο Καταστατικό της Ρώμης και έχουν περιβαλλοντική διάσταση.

Στις 22 Σεπτεμβρίου 2026, το Γραφείο του Εισαγγελέα ανακοίνωσε ότι η πολιτική αυτή έχει περάσει στο στάδιο της εφαρμογής, με ενσωμάτωση περιβαλλοντικών παραμέτρων στις σχετικές έρευνες και στη συγκρότηση ποινικών υποθέσεων.

Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι αναγνωρίζει ότι η περιβαλλοντική καταστροφή μπορεί να αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της τέλεσης, της βαρύτητας ή των συνεπειών διεθνών εγκλημάτων.

Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι η συγκεκριμένη πολιτική δεν τροποποιεί το Καταστατικό της Ρώμης ούτε δημιουργεί αυτοτελές έγκλημα οικοκτονίας.

Αφορά την εφαρμογή των ήδη υφιστάμενων εγκλημάτων όταν αυτά έχουν περιβαλλοντική διάσταση. 4.2. Το οικοκτόνο ως ενδεχόμενη νέα κατηγορία διεθνούς ποινικής ευθύνης Η μελλοντική αναγνώριση του οικοκτόνου ως αυτοτελούς διεθνούς εγκλήματος θα μπορούσε να αποτελέσει ιστορική εξέλιξη.

Θα σηματοδοτούσε την αναγνώριση ότι η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, όταν λαμβάνει εξαιρετικά σοβαρές διαστάσεις και πληροί αυστηρά καθορισμένα κριτήρια, δεν αποτελεί απλώς παραβίαση διοικητικών ή περιβαλλοντικών κανόνων, αλλά μπορεί να προσλάβει χαρακτήρα εγκλήματος που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα στο σύνολό της.

Μια τέτοια μεταρρύθμιση, ωστόσο, απαιτεί σαφή ορισμό των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, συγκεκριμένα όρια ποινικής ευθύνης και πλήρη σεβασμό της αρχής της νομιμότητας.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν το οικοκτόνο πρέπει να ποινικοποιηθεί διεθνώς, αλλά και πώς θα διαμορφωθεί ένας νομικά ασφαλής και εφαρμόσιμος ορισμός, ο οποίος θα αποτρέπει την αυθαιρεσία και θα διασφαλίζει την προβλεψιμότητα της ποινικής ευθύνης. 5. Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ Οι νέες μορφές διεθνούς εγκληματικότητας Η σύγχρονη διεθνής εγκληματικότητα δεν περιορίζεται πλέον στις παραδοσιακές μορφές εγκληματικής δράσης.

Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, των ψηφιακών χρηματοοικονομικών συναλλαγών, των κρυπτονομισμάτων, των αποκεντρωμένων δικτύων και των προηγμένων τεχνολογιών επικοινωνίας έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες τέλεσης εγκλημάτων, αλλά και νέες προκλήσεις για τις διωκτικές και δικαστικές αρχές.

Το κυβερνοέγκλημα, η ψηφιακή απάτη, η παράνομη διακίνηση προσωπικών δεδομένων, η ηλεκτρονική εκμετάλλευση ανηλίκων και η χρηματοδότηση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγή και αλλοίωση ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων.

Η τεχνολογία των deepfakes μπορεί να δημιουργήσει εξαιρετικά πειστικό αλλά πλαστό οπτικοακουστικό υλικό, ενώ αυτοματοποιημένα συστήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την απόκρυψη της προέλευσης παράνομων συναλλαγών ή την οργάνωση σύνθετων εγκληματικών δραστηριοτήτων.

Για το διεθνές ποινικό δίκαιο, το κρίσιμο ζήτημα είναι η διασφάλιση της αξιοπιστίας των αποδεικτικών στοιχείων και η προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.

Η χρήση ψηφιακών αποδεικτικών μέσων πρέπει να συνοδεύεται από εγγυήσεις γνησιότητας, ακεραιότητας, δυνατότητας επαλήθευσης και αποτελεσματικής αμφισβήτησής τους ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.

Παράλληλα, η διεθνής συνεργασία για την πρόσβαση σε ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να συνδυάζεται με την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων.

Η ποινική δικαιοσύνη του μέλλοντος δεν θα κριθεί μόνο από την ικανότητά της να εντοπίζει τους δράστες, αλλά και από την ικανότητά της να αξιολογεί δίκαια, νόμιμα και επιστημονικά τα μέσα με τα οποία αποδεικνύεται η ενοχή τους. 6. Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ Η Ελλάδα, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, συμμετέχει ενεργά στο πολυεπίπεδο σύστημα διεθνούς και ευρωπαϊκής ποινικής συνεργασίας.

Η γεωγραφική της θέση, η συμμετοχή της σε σημαντικές εμπορικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες, η παρουσία διεθνών μεταφορικών διαδρομών και η σύνδεσή της με τις εξωτερικές πύλες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργούν ιδιαίτερες απαιτήσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή των μηχανισμών ποινικής δικαιοσύνης.

Σημαντικοί τομείς είναι: Η ορθή εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης.

Η δικαστική συνεργασία με τρίτα κράτη.

Η αντιμετώπιση του οργανωμένου διασυνοριακού εγκλήματος.

Η καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και της παράνομης διακίνησης μεταναστών.

Η διερεύνηση οικονομικών και περιβαλλοντικών εγκλημάτων.

Η προστασία των ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων.

Η αποτελεσματική μεταφορά και εφαρμογή του ενωσιακού ποινικού δικαίου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1203 στο ελληνικό δίκαιο. Η Ελλάδα οφείλει να διασφαλίσει ότι το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο ανταποκρίνεται στις νέες ευρωπαϊκές απαιτήσεις για την ποινική προστασία του περιβάλλοντος, την ευθύνη φυσικών και νομικών προσώπων, τις κυρώσεις και τη διασυνοριακή συνεργασία.

Η προσαρμογή αυτή δεν πρέπει να περιοριστεί σε μια τυπική νομοθετική μεταφορά.

Απαιτεί ουσιαστική ενίσχυση των ελεγκτικών και διωκτικών μηχανισμών, εξειδικευμένη εκπαίδευση των λειτουργών της δικαιοσύνης και αξιοποίηση επιστημονικών και τεχνολογικών εργαλείων.

Για την Ελλάδα, η προστασία του περιβάλλοντος συνδέεται άμεσα με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, της βιοποικιλότητας, των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και των φυσικών πόρων.

Η αντιμετώπιση της παράνομης απόρριψης αποβλήτων, της θαλάσσιας ρύπανσης και της καταστροφής προστατευόμενων περιοχών πρέπει να αποτελεί ουσιαστική προτεραιότητα της εθνικής ποινικής πολιτικής.

Παράλληλα, ο Έλληνας δικηγόρος καλείται να διαδραματίσει έναν ολοένα σημαντικότερο ρόλο σε υποθέσεις με διεθνή χαρακτήρα, όπου η γνώση του εθνικού δικαίου πρέπει να συνδυάζεται με την κατανόηση των ευρωπαϊκών και διεθνών θεσμών. 7. Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ Οι σύγχρονες εξελίξεις αναβαθμίζουν σημαντικά τον ρόλο του δικηγόρου στη διεθνή ποινική δικαιοσύνη.

Ο δικηγόρος δεν είναι απλώς ο εφαρμοστής των εθνικών ποινικών διατάξεων.

Είναι ο εγγυητής των δικαιωμάτων του εντολέα του, ο υπερασπιστής της αρχής της νομιμότητας και ένας ουσιαστικός παράγοντας διασφάλισης της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης.

Στις υποθέσεις διεθνούς ποινικού χαρακτήρα, η επαγγελματική επάρκεια προϋποθέτει: Εξειδικευμένη γνώση του διεθνούς και ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου.

Κατανόηση της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Γνώση των μηχανισμών διεθνούς δικαστικής συνδρομής.

Ικανότητα συνεργασίας με αλλοδαπούς συναδέλφους και διεθνείς νομικούς οργανισμούς.

Εξοικείωση με την ψηφιακή εγκληματολογία και τα σύγχρονα αποδεικτικά μέσα.

Κατανόηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και των νέων μορφών εταιρικής ευθύνης.

Η διεθνής δικηγορική κοινότητα έχει, συνεπώς, μια σημαντική αποστολή: να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός δικαιότερου, αποτελεσματικότερου και περισσότερο ανθρωποκεντρικού συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.

Η υπεράσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν αποτελεί εμπόδιο στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας.

Αποτελεί προϋπόθεση νομιμοποίησης και αξιοπιστίας της ίδιας της ποινικής δικαιοσύνης. 8. ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ Προς ένα ενιαίο σύστημα διεθνούς λογοδοσίας Οι εξελίξεις που αναλύθηκαν καταδεικνύουν ότι το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο βρίσκεται μπροστά σε μια νέα ιστορική πραγματικότητα.

Η διεθνής ποινική δικαιοσύνη δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στην παραδοσιακή αντιμετώπιση εγκλημάτων που έχουν ως άμεσο αντικείμενο την ανθρώπινη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα ή την κρατική ασφάλεια.

Οφείλει να ανταποκρίνεται σε ένα περιβάλλον όπου η οικονομική ισχύς, η τεχνολογική ανάπτυξη, η περιβαλλοντική καταστροφή και οι διεθνείς πολιτικές συγκρούσεις δημιουργούν νέες μορφές κινδύνου για την ανθρωπότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώνονται πέντε βασικές προτεραιότητες για το μέλλον: Πρώτη προτεραιότητα: Η ενίσχυση της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας.

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της διασυνοριακής εγκληματικότητας απαιτεί ταχύτερες διαδικασίες, καλύτερο συντονισμό και ουσιαστική συνεργασία μεταξύ των εθνικών και διεθνών δικαστικών αρχών.

Δεύτερη προτεραιότητα: Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Κάθε μηχανισμός ποινικής συνεργασίας πρέπει να λειτουργεί εντός των ορίων της αρχής της νομιμότητας, της αναλογικότητας, της δίκαιης δίκης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Τρίτη προτεραιότητα: Η αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής εγκληματικότητας.

Η ποινική προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να εξελιχθεί σε ουσιαστικό πυλώνα της διεθνούς έννομης τάξης, με αποτελεσματικούς μηχανισμούς λογοδοσίας και αποκατάστασης.

Τέταρτη προτεραιότητα: Η προσαρμογή στην τεχνολογική πραγματικότητα.

Η τεχνητή νοημοσύνη και οι νέες ψηφιακές μορφές εγκληματικότητας απαιτούν εξειδικευμένο νομοθετικό και δικαστικό πλαίσιο.

Πέμπτη προτεραιότητα: Η ενίσχυση της διεθνούς ποινικής λογοδοσίας.

Η καταπολέμηση της ατιμωρησίας πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις, με σεβασμό στην ανεξαρτησία των δικαστικών θεσμών και χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες. ΕΠΙΛΟΓΟΣ Η δικαιοσύνη δεν γνωρίζει σύνορα – Η προστασία της ανθρωπότητας αποτελεί κοινή ευθύνη Το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο του 21ου αιώνα δεν μπορεί να παραμείνει εγκλωβισμένο στις παραδοσιακές αντιλήψεις περί κρατικής κυριαρχίας και εδαφικής δικαιοδοσίας.

Οι σύγχρονες προκλήσεις απαιτούν ένα δικαιότερο, αποτελεσματικότερο και περισσότερο ολοκληρωμένο σύστημα διεθνούς ποινικής προστασίας. Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης αποδεικνύει ότι η δικαστική συνεργασία μπορεί να υπερβεί τα εθνικά σύνορα. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο αποτυπώνει την προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας να καταπολεμήσει τα σοβαρότερα εγκλήματα που απασχολούν την ανθρωπότητα.

Η νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία για το περιβαλλοντικό έγκλημα επιβεβαιώνει ότι η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί πλέον ουσιαστικό αντικείμενο ποινικής ευθύνης.

Ωστόσο, η εξέλιξη του ποινικού δικαίου δεν πρέπει να μετράται αποκλειστικά με βάση την αυστηρότητα των ποινών ή τον αριθμό των διώξεων.

Πρέπει να αξιολογείται με βάση την ποιότητα της δικαιοσύνης, την ισότητα ενώπιον του νόμου, την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την ικανότητα των θεσμών να αποτρέπουν την ατιμωρησία χωρίς να υπονομεύουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες.

Η προστασία του περιβάλλοντος, η αντιμετώπιση των διεθνών εγκλημάτων και η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν αποτελούν αποσπασματικές νομικές επιδιώξεις.

Συνιστούν αλληλένδετες εκφάνσεις μιας κοινής διεθνούς ευθύνης.

Και αυτή η ευθύνη δεν ανήκει αποκλειστικά στα κράτη ή στους διεθνείς οργανισμούς.

Ανήκει και στη δικηγορική κοινότητα, στη δικαστική λειτουργία, στην επιστημονική κοινότητα και σε κάθε θεσμό που υπηρετεί το κράτος δικαίου.

Η μεγάλη πρόκληση του σύγχρονου Διεθνούς Ποινικού Δικαίου δεν είναι απλώς να τιμωρεί το έγκλημα.

Είναι να διαμορφώσει έναν κόσμο στον οποίο η δικαιοσύνη, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η προστασία της ζωής και του περιβάλλοντος θα αποτελούν αδιαπραγμάτευτες αξίες.

Διότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να σταματά εκεί όπου τελειώνουν τα σύνορα ενός κράτους.

Και η προστασία της ανθρωπότητας δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή.

Αποτελεί καθολική υποχρέωση. ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ Καταστατικό της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (1998), ιδίως άρθρα 5, 8, 25, 27 και 53. Απόφαση-Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Οδηγία (ΕΕ) 2024/1203 για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου.

ΔΕΕ, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-404/15 και C-659/15 PPU, Aranyosi και Căldăraru. Eurojust, Note on Directive (EU) 2024/1203 on the Protection of the Environment through Criminal Law, 29 Μαΐου 2026. International Criminal Court – Office of the Prosecutor, Policy on Addressing Environmental Damage Through the Rome Statute, 4 Δεκεμβρίου 2025. International Criminal Court – Office of the Prosecutor, ανακοίνωση σχετικά με την εφαρμογή της πολιτικής για την περιβαλλοντική βλάβη, 22 Σεπτεμβρίου 2026. ΕΠΙΣΗΜΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ International Criminal Court: https://www.icc-cpi.int/ Court of Justice of the European Union: https://curia.europa.eu/ Eurojust: https://www.eurojust.europa.eu/ EUR-Lex – Ευρωπαϊκή Νομοθεσία: https://eur-lex.europa.eu/ European Court of Human Rights: https://www.echr.coe.int/ PULSE OF JUSTICE THE VOICE OF INTERNATIONAL JUSTICE Το νομικό διαδικτυακό περιοδικό της Διεθνούς Δικηγορικής Κοινότητας και του Νομικού Κόσμου. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΖΑΡΗ Τεύχος Νοεμβρίου 2026

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences