«Μη μου το κλείνεις, Στέλιο. Το είδα με τα μάτια μου.» Στεκόμουν στην κουζίνα με το κινητό του στο χέρι και ένιωθα τα γόνατά μου να τρέμουν. Στην οθόνη ήταν ένα μήνυμα από τη Βάσω. «Μου λείπεις. Πες...
«Μη μου το κλείνεις, Στέλιο. Το είδα με τα μάτια μου.» Στεκόμουν στην κουζίνα με το κινητό του στο χέρι και ένιωθα τα γόνατά μου να τρέμουν.
Στην οθόνη ήταν ένα μήνυμα από τη Βάσω. «Μου λείπεις.
Πες της επιτέλους για το σπίτι στο Ναύπλιο». Για λίγα δευτερόλεπτα νόμιζα πως θα λιποθυμήσω.
Η κατσαρόλα έβραζε, το φαγητό χυνόταν στο μάτι, κι εγώ κοιτούσα μια ζωή να λιώνει μέσα σε δέκα λέξεις. Ο Στέλιος μπήκε, με είδε, πάγωσε. «Άκουσέ με...» είπε. «Πόσο καιρό;» Δεν απάντησε αμέσως.
Αυτό ήταν το πρώτο μαχαίρι. «Άννα, δεν είναι όπως νομίζεις.» Γέλασα.
Ένα γέλιο ξερό, άσχημο. «Υπάρχει ποτέ περίπτωση να είναι καλύτερο απ’ ό,τι νομίζω; Με τη Βάσω; Τη Βάσω που έμπαινε σπίτι μου, έτρωγε στο τραπέζι μου, καθόταν δίπλα μου στις γιορτές;» Η Βάσω ήταν φίλη μου από τα τριάντα.
Είχαμε μεγαλώσει σχεδόν μαζί τα παιδιά μας.
Είχε κρατήσει την κόρη μου όταν εγώ έτρεχα στα νοσοκομεία με τη μάνα μου.
Της είχα δώσει κλειδί του σπιτιού μου.
Αυτό με καίει πιο πολύ.
Δεν μπήκε απ’ το παράθυρο.
Της άνοιξα εγώ. Ο Στέλιος κάθισε στην καρέκλα σαν να βάρυνε ξαφνικά είκοσι χρόνια. «Εδώ και δύο χρόνια», είπε σιγανά.
Δύο χρόνια.
Δύο χρόνια εγώ έπλενα, μαγείρευα, πλήρωνα λογαριασμούς, έκανα υπομονή με τα νεύρα του, έλεγα «είναι η ηλικία, είναι η πίεση, είναι τα οικονομικά». Δύο χρόνια εγώ απορούσα γιατί είχε γίνει ξένος και κατηγορούσα τον εαυτό μου που δεν ήμουν πια όπως στα σαράντα.
Και μετά ήρθε το χειρότερο.
Το πιο βρώμικο.
Πήρα τηλέφωνο τον γιο μου, τον Μανώλη.
Ήθελα να ακούσω μια ανθρώπινη φωνή, κάποιον δικό μου.
Έκανε σιωπή όταν του το είπα. «Μαμά... ήθελα να στο πω.» Δεν κατάλαβα αμέσως. «Τι εννοείς ήθελες;» «Το ξέραμε.
Εγώ και η Ειρήνη.
Από πέρσι.» Νομίζω εκείνη τη στιγμή έσπασε κάτι μέσα μου πιο βαθύ κι απ’ τον γάμο μου.
Έπιασα τον πάγκο για να μη σωριαστώ. «Το ξέρατε; Και με κοιτούσατε στα μάτια; Ερχόσασταν Κυριακές εδώ, τρώγατε μαζί μας, και το ξέρατε;» Ο Μανώλης άρχισε να λέει κάτι για «να μη διαλυθεί η οικογένεια», για «να μη σε πληγώσουμε», για «δεν ξέραμε πώς». Λόγια.
Μόνο λόγια.
Το ίδιο βράδυ ήρθε και η κόρη μου. Η Ειρήνη έκλαιγε πριν καν μπει. «Μαμά, συγγνώμη...» «Μην το λες έτσι εύκολα.
Η συγγνώμη δεν ξεκάνει μήνες σιωπής.» Κάθισε στον καναπέ και έτριβε τα χέρια της σαν μικρό παιδί. «Ο μπαμπάς έλεγε ότι θα στο πει. Η Βάσω έλεγε να μη μπλέξουμε.
Φοβήθηκα.» «Εμένα δεν με φοβήθηκες όμως. Δεν φοβήθηκες πώς θα νιώθω εγώ σαν τελευταία ηλίθια.» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους