Από καρδιάς για το θείο Νίκο Τριαντόπουλο Σε αυτή τη φωτογραφία του 1953, είναι δύο πρώτα ξαδέρφια που γεννήθηκαν το 1952 με λίγους μήνες διαφορά. Είναι ο Γιώργος από δεξιά και ο Νίκος από αριστερά...
Από καρδιάς για το θείο Νίκο Τριαντόπουλο Σε αυτή τη φωτογραφία του 1953, είναι δύο πρώτα ξαδέρφια που γεννήθηκαν το 1952 με λίγους μήνες διαφορά.
Είναι ο Γιώργος από δεξιά και ο Νίκος από αριστερά – όπως απέδειξε η ζωή τους, τη χωροταξία στη φωτογραφία δεν την λες και τυχαία.
Είναι, λοιπόν, ο Γιώργος Τριαντόπουλος του Χρήστου (του Τζώρα), ο πατέρας μου, και ο Νίκος Τριαντόπουλος του Φώτη (του Τζώρα), δίδυμου αδερφού του Χρήστου, που δεν πήρε το όνομα του παππού Γιώργου, αλλά του θείου Νίκου που χάθηκε πρόωρα.
Ας κρατήσουμε το ‘Τζώρας’, μιας και τα δύο ξαδέρφια έτσι φώναζαν ο ένας τον άλλο (αυτό είναι το ανεπίσημο επίθετο της Σαρακατσάνικης οικογένειας μας στα βάθη των χρόνων). Μεγάλωσαν μαζί, στο ίδιο σπίτι, στην ίδια αυλή στη Νέα Αγχίαλο, παιδιά κτηνοτρόφων.
Για τον Γιώργο, ο Νίκος ήταν ο ‘αδερφός’ που δεν είχε.
Για το Νίκο, ο πατέρας του Γιώργου, Χρήστος, ήταν κάτι σαν ‘πατέρας’ μετά την πρόωρη απώλεια του πατέρα του Φώτη (δίδυμου αδερφού του Χρήστου) – άλλωστε έτσι τον αποκαλούσε για μια περίοδο.
Μεγάλωσαν, με χαρακτήρες συμπληρωματικούς ο ένας στον άλλο θαρρώ. Ο Γιώργος έμεινε στη Νέα Αγχίαλο και στο Βόλο, ο Νίκος εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου έκαναν τις όμορφες οικογένειές τους.
Αν και μακριά, συνεργάστηκαν και ασχολήθηκαν και οι δύο με το ίδιο αντικείμενο και εμπόριο φίλτρων οχημάτων – για δύο δεκαετίες περίπου.
Ο θείος μου ο Νίκος, αγαπημένος μου, είχε δύο αδιαπραγμάτευτες, ταυτοτικές, επιλογές σε χρώμα κόκκινο.
Το πρώτο στην πολιτική.
Το δεύτερο στο ποδόσφαιρο.
Και τις δύο προσπάθησε να μου τις μεταφέρει.
Ακόμα θυμάμαι να έχω στα παιχνίδια μου θήκες αναπτήρα του ΚΚΕ, τι οποίες και χρησιμοποιούσα ως κρυψώνες για τα στρατιωτάκια – ένα ανά θήκη.
Αλλά, και τις συχνές ιδεολογικές κουβέντες για την παγκοσμιοποίηση και τον καπιταλισμό – ποτέ, όμως, για τον εμφύλιο διότι η οικογένεια είχε τις πληγές της και είχε κάνει και τις υπερβάσεις της.
Και, φυσικά, όταν ξεκίνησα τις σπουδές μου στα οικονομικά ήταν η ευκαιρία ο θείος Νίκος να συζητήσει για τα δομικά συστατικά της αγοράς με τον μακρυμάλλη και χεβιμεταλλά ανιψιό του, τον οποίο όμως δεν είχε κερδίσει η μαρξιστική θεώρηση των πραγμάτων.
Αυτό έδινε περισσότερο χρόνο στις συζητήσεις μας, κερδίζοντας και οι δύο από αυτές.
Σε αυτές τις συζητήσεις, σιωπηλός ήταν συνήθως ο πατέρας μου, που άκουγε με ικανοποίηση τις πολιτικές μου πεποιθήσεις.
Άλλωστε, τα τελευταία χρόνια ο θείος έκανε την όχι εύκολη υπέρβασή του για τον ανιψιό του.
Σε αυτό που δεν ήταν σιωπηλός ο πατέρας μου, ήταν στο ποδόσφαιρο.
Ένα ήταν ξεκάθαρο.
Ο θείος μου ο Νίκος με έκανε Ολυμπιακό! Ο Νίκος ήταν φανατικός Ολυμπιακός.
Παρακολουθούσε καθημερινά τα ερυθρόλευκα δρώμενα από τη Θεσσαλονίκη, αλλά και από κοντά.
Μου εξιστορούσαν με τον πατέρα μου μία απίστευτη ιστορία, πριν το 1980. Ο Νίκος, παίρνει το πατέρα μου, και μπαίνουν από τη Θεσσαλονίκη σε λεωφορεία με φιλάθλους του ΠΑΟΚ για να κατέβουν στον Πειραιά και να παρακολουθήσουν την αναμέτρηση Ολυμπιακός – ΠΑΟΚ στο γήπεδο Γ. Καραϊσκάκης.
Παρακολουθώντας τον αγώνα, βάζει γκολ ο Ολυμπιακός (ότι πιο φυσιολογικό) και ο Νίκος ενθουσιάζεται και πάει να πανηγυρίσει.
Τότε, αστραπιαία, ο πατέρας μου τον αρπάζει, τον κατεβάζει και τον «συνετίζει» βιαίως – για να γλιτώσουν και οι δύο τις επώδυνες συνέπειες.
Ο πατέρας μου, λοιπόν, για να με ‘τσιγκλήσει’ υποστήριζε πάντα τον ΠΑΟΚ και πάντα μου την έλεγε για τον Ολυμπιακό με την πρώτη ευκαιρία – «εσύ και ο μπάρμπας σου είστε άρρωστοι, δεν είστε αντικειμενικοί, δεν έχετε μυαλό». Δεν θυμάμαι να μιλώ με το Νίκο και να μην συζητάμε και για τον Ολυμπιακό.
Κάποιες πασχαλιές με απλωμένες τις σημαίες του Ολυμπιακού στην αυλή – ακόμα και με το πανό του συνδέσμου της Νέας Αγχιάλου (για να κόβει και τον αέρα και να ψηθεί καλά το κατσίκι υπό την επιμέλεια του πατέρα μου πάντα). Ακόμα θυμάμαι να πηγαίνουμε στον Ξαρχάκο στη Θεσσαλονίκη να δούμε αγώνα του Ολυμπιακού, αφού είχαμε πάρει το Φως.
Τα τελευταία χρόνια τους αγώνες του Ολυμπιακού τους έβλεπε στη Νέα Αγχίαλο.
Με τη συνταξιοδότηση, ο Νίκος άφησε την Θεσσαλονίκη του και εγκαταστάθηκε μόνιμα, με την αγαπημένη του Μαίρη, στο πατρικό του στο χωριό και πιο κοντά στις δύο λατρεμένες κόρες του, Αννέτα και Στέφη, με τις οικογένειές τους.
Δίπλα στον ξάδερφό του, στον πατέρα μου, που και αυτός είχε βγει σε σύνταξη.
Δυστυχώς, το «σχέδιο» ήταν άλλο.
Στις 31 Οκτωβρίου του 2022, ο πατέρας μου έφυγε, μέσα από το πατρικό του σπίτι, χάνοντας την μάχη με την ‘παλιοαρρώστια’. Στις 30 Οκτωβρίου του 2026, προχτές – λίγες ώρες πριν την 31η, ο θείος Νίκος έφυγε, μέσα από το πατρικό του σπίτι, χάνοντας την μάχη με την ‘παλιοαρρώστια’. Αγαπημένοι, σαν αδέρφια.
Όχι ίδιοι, αλλά συμπληρωματικοί.
Κοινή αφετηρία, παράλληλη ζωή, όμοιο τέλος.
Τελευταία φορά τα είπαμε αναλυτικά, πριν από λίγο καιρό, στην αυλή, με ένα ουισκάκι.
Ήταν το αγαπημένο του ποτό, που ο αδερφός μου ο Κώστας, πήγε πριν λίγες μέρες να πιούν μαζί, όπως του είχε τάξει.
Ένα ποτό που δεν συνήθιζε να πίνει ο πατέρας μου, εκτός και αν έρχονταν ο Νίκος και έκαναν παρέα.
Άλλα είναι τα δύσκολα, μου έλεγε.
Δίκιο είχε.
Ποιος να περίμενε ότι τρεις μήνες μετά θα έγραφα αυτές τις λέξεις.
Τον ευχαριστώ για όλα.
Το τελευταίο αντίο στο θείο Νίκο Τριαντόπουλο θα το πούμε την Τρίτη το πρωί, στο Κέντρο Αποτέφρωσης Νεκρών Ριτσώνας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους