Ο πολιτικός χαμαιλεοντισμός εν Ελλάδι Παντελής Μπουκάλας Κάθε εκλογική αναμέτρηση και η «Αλλαγή» της. Η «αναγέννησή» της. Η «αναδημιουργία» της. Η αναζωπύρωση/ανάπλαση/αναμόρφωση/ ανάκτησή της...
Ο πολιτικός χαμαιλεοντισμός εν Ελλάδι Παντελής Μπουκάλας Κάθε εκλογική αναμέτρηση και η «Αλλαγή» της.
Η «αναγέννησή» της.
Η «αναδημιουργία» της.
Η αναζωπύρωση/ανάπλαση/αναμόρφωση/ ανάκτησή της.
Παραγωγικότατη η χαμογελαστή πρόθεση «ανά», παραμένει μέγας χορηγός της πολιτικής μας ρητορικής.
Μόνο η αυταδέλφη της η πρόθεση «διά» απειλεί τα πρωτεία της, αυτή όμως είναι κατηφής, αφού χρησιμοποιείται κυρίως επί αρνητικών συμφραζομένων: διάλυση (του κοινωνικού ιστού) – διασκορπισμός (του δημόσιου χρήματος, πρωτίστως με την ημετεροκρατική μέθοδο των απευθείας αναθέσεων) – διάβρωση (ηθική και πνευματική) – διαβουκόληση (του κοινωνικού συνόλου, ενός κοπαδιού που, άμυαλο καθώς είναι, του αξίζει μαντρί και πειθαρχία). Κάθε εκλογική αναμέτρηση, λοιπόν, και η «νέα Ελλάδα» της, ζωγραφισμένη με χρώματα ζωηρά, όμορφα, χαρούμενα: γαλάζιο, πράσινο, κόκκινο, στις ποικίλες αποχρώσεις τους.
Πόσες οι προαναγγελθείσες «νέες Ελλάδες»; Περίπου όσες και οι εκλογικές μάχες της Μεταπολίτευσης.
Ολα τα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία, μια «νέα Ελλάδα» υπόσχονται, τίμια, αξιοκρατική, δουλευταρού.
Ενα από τα θεμελιώδη γνωρίσματα της κομματικής ρητορείας είναι η τεράστια ευκολία με την οποία τα γλυκερά συνθήματα περνούν από το ένα κόμμα στο άλλο, κι ας υποτίθεται πως είναι σφόδρα αντίθετο ιδεολογικά.
Κάθε σλόγκαν εισάγεται στην αγορά ως στοιχείο πολιτικής ταυτότητας, ως ιδεολογικό ονοματεπώνυμο.
Γρήγορα όμως φεύγει από τα πανό, τα στόματα και τα γραφτά του κόμματος που το εισήγαγε, για να πάει να στεγαστεί σε ξένα πανό, σε ξένα στόματα.
Ας μην ξεχνάμε πόσο εύκολα έχασε το όποιο ριζοσπαστικό νόημά του το πασοκικό σύνθημα-δόγμα «Η Ελλάδα ανήκει στους Eλληνες», που ξέπεσε στα χέρια ακροδεξιών σωβινιστών.
Είναι περίπου συρμός να αλληλοκαταγγέλλονται οι κομματικοί μηχανισμοί για υποκλοπή, υπεξαίρεση, σφετερισμό: «Εμείς το είπαμε πρώτοι.
Μας αντιγράψατε.
Κλέβετε το πρόγραμμά μας». Το οποίο «πρόγραμμα» είναι συνήθως πιο θολό κι από το συνοδευτικό «όραμα»: συρραφή τερπνών επαγγελιών, την πατρότητα των οποίων μπορούν να διεκδικήσουν οι πάντες, έτσι γενικόλογες όπως είναι.
Αφόρητη η «Κοινοτοπία του Κακού», όπως μας έμαθε η Χάνα Αρεντ, διερευνώντας τον ναζισμό.
Αφόρητη όμως αποδεικνύεται και η «Κοινοτοπία του Καλού». Του Καλού που λένε πως έχουν να μας προσφέρουν οι ανταγωνιζόμενοι μεσσίες.
Αν φυσικά φερθούμε «φρόνιμα» και τους δανείσουμε την ψήφο μας.
Λιγοστές βαρύγδουπες λέξεις, δήθεν κατάφορτες από συμβολική αξία, έρχονται και ξανάρχονται ξεθυμασμένες στα κομματικά ευαγγέλια, που μας τάζουν τον ουρανό με τ’ άστρα, όταν αυτό που έχουμε ανάγκη είναι λίγη στέρεη γη, μια τόση δα δεσμευτική σαφήνεια, πέντε σταράτες κουβέντες.
Και γίνεται πια όλο και πιο δύσκολο να καταλάβεις, ακούγοντας στο ραδιόφωνο τα πρώτα δευτερόλεπτα μιας ρεκλάμας ή βλέποντάς τα στην τηλεόραση, αν «ακολουθεί πολιτική διαφήμιση» ή διαφήμιση γιαουρτιού, οδοντόκρεμας, παγωτού, κινητού ή αυτοκινήτου.
Πάνω-κάτω τον ίδιο ευτυχισμένο κόσμο ιστορούν με λέξεις και εικόνες, την ίδια σιγουριά, ομορφιά και ευτυχία ισχυρίζονται πως εξασφαλίζουν.
Οι ίδιοι επαγγελματίες τις κατασκευάζουν άλλωστε, παρόμοιες «έρευνες αγοράς» κάνουν, κοινός είναι ο στόχος τους: να δελεάσουν, να βαυκαλίσουν, να αποσπάσουν – χρήμα ή ψήφο, τις δύο μορφές της ισχύος.
Κάθε εκλογική αναμέτρηση, λοιπόν, και η «νέα Ελλάδα» της, ζωγραφισμένη με χρώματα ζωηρά, όμορφα, χαρούμενα: γαλάζιο, πράσινο, κόκκινο, στις ποικίλες αποχρώσεις τους.
Πόσες οι προαναγγελθείσες «νέες Ελλάδες»; Περίπου όσες και οι εκλογικές μάχες της Μεταπολίτευσης.
Η αέναη περιφορά των ίδιων σλόγκαν από το ένα κόμμα στο άλλο εξηγεί μέχρις ενός σημείου την τραγελαφική ιστορία των από κόμματος εις κόμμα μετακινούμενων πολιτικών, ορισμένοι από τους οποίους ιδρύουν και κάνα δυο ιδιόκτητα κόμματα-σφραγίδες, ώσπου ν’ αποφασίσουν σε ποιο νέο λάβαρο θα στρατευτούν, με τον ίδιο πάντα ενθουσιασμό.
Πρόκειται για μια παραμυθητική ιστορία προσήλωσης σε αξίες, αφιέρωσης σε αρχές και αναμφισβήτητης ανιδιοτέλειας, που κατά κάποιον τρόπο συγκεφαλαιώνει την εν γένει πολιτική ιστορία του τόπου.
Εχουμε λοιπόν ένα καλό μικροσκόπιο για να μελετήσουμε την πορεία των ιδεών και των ιδεολογιών εν Ελλάδι, πάντα σε συσχετισμό με το εξής κρίσιμο ερώτημα: «Τελικά, πόσα είδη χαμαιλέοντα υπάρχουν στη χώρα μας;». Εχουν δίκιο, δηλαδή, οι βιολόγοι, που μιλούν για δύο μόνο «αυτοφυή» ελληνικά είδη, τον μεσογειακό χαμαιλέοντα (Chamaeleo chamaeleon) και τον αφρικανικό (Chamaeleo africanus); Ή μήπως πρέπει να προστεθεί και τρίτο είδος, ο πολιτικάντικος χαμαιλέων (Chamaeleo politikanticus); Αν, όπως λέει η επιστήμη, τα δύο επισήμως αναγνωρισμένα είδη διαθέτουν νανοκρυστάλλους για να μπορούν ν’ αλλάζουν το χρώμα τους, είτε για ν’ αποφύγουν τον θηρευτή τους είτε για να τσακώσουν ευχερέστερα το θήραμά τους, ορισμένοι πολιτικαντικοχαμαιλέοντες διαθέτουν νανογιλέκα – λίγο είναι; Αν οι μεσογειακοί και οι αφρικανικοί χαμαιλέοντες διαθέτουν κολλώδη γλώσσα διπλάσια του σώματός τους, και οι πολιτικάντικοι έχουν παρόμοιο εξοπλισμό, ώστε να μπορούν, αναιδώς και ανενδοίαστα, να λείχουν εκεί όπου έπτυαν λίγο πριν.
Και αν, τέλος, οι παραδοσιακοί χαμαιλέοντες κρίνονται άξιοι θαυμασμού επειδή μπορούν να κινούν τα μάτια τους ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ώστε να έχουν σφαιρική εποπτεία του περιβάλλοντός τους, γιατί να μην επαινεθούν για το παρόμοιο προσόν τους οι καινοφανείς χαμαιλέοντες της ανθρώπινης πανίδας; Μήπως δεν μπορούν να κινούν την καρδιά τους ανεξάρτητα από το μυαλό τους, τις αγάπες τους δηλαδή από τα συμφέροντά τους; Δεν κινούν τις μεσημεριανές «ακλόνητες» πεποιθήσεις τους ανεξάρτητα από τις «ακράδαντες» πρωινές και ακόμα πιο ανεξάρτητα από τις «κάθετες» βραδινές; Ή μήπως δεν κινούν το δεξιό τους χέρι ανεξάρτητα από το αριστερό (σαν καλοί χριστιανοί, που εφαρμόζουν στην πράξη το «μη γνώτω η αριστερά σου…»), ώστε με το ένα να υπογράφουν την ιδρυτική διακήρυξη του ιδιωτικού τους κομματιδίου και με το άλλο να προσυπογράφουν τις διακηρύξεις ενός άλλου κόμματος, στο οποίο και μεταπηδούν τελικά, μια-δυο ώρες αφότου ορκίστηκαν ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί ποτέ των ποτών, κι ας βγει απ’ τον Βορρά ο ήλιος; Γιατί δηλαδή στους χαμαιλέοντες της βιολογίας το προσόν αυτό να αναγνωρίζεται ως ευφυής στρατηγική επιβίωσης, αλλά στους χαμαιλέοντες της ιδεολογίας να κατακρίνεται ως πατέντα στυγνού καιροσκοπισμού και ανήθικου τυχοδιωκτισμού.
Aλλα μέτρα κι άλλα σταθμά; Κρίμα.
Πώς να μη θυμηθείς εδώ τον Κ. Π. Καβάφη και το «Ας φρόντιζαν»; Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όσους στοχοπροσηλωμένους έχουν από τρεις μεταπηδήσεις και πάνω: «Οθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα / ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα, / την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.
Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα, / κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει, / θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό. / Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει, / πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό. . Κι είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη / για το αψήφιστο της εκλογής. / Βλάπτουν κι οι τρεις τους την Συρία το ίδιο».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους