«Έτσι τα μεγαλώνεις τα παιδιά σου, Ελένη; Με τα τάμπλετ στο τραπέζι και τα παπούτσια στην είσοδο λες και μπήκαμε σε σταθμό;» Η θεία Βάσω δεν σήκωσε καν τη φωνή της. Δεν χρειαζόταν. Το είπε ήρεμα...
«Έτσι τα μεγαλώνεις τα παιδιά σου, Ελένη; Με τα τάμπλετ στο τραπέζι και τα παπούτσια στην είσοδο λες και μπήκαμε σε σταθμό;» Η θεία Βάσω δεν σήκωσε καν τη φωνή της.
Δεν χρειαζόταν.
Το είπε ήρεμα, μπροστά σε όλους, και αυτό πονούσε πιο πολύ.
Ο γιος μου κατέβασε το βλέμμα.
Η κόρη μου άφησε κάτω το κουτάλι της.
Κι εγώ ένιωσα εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι, το ίδιο που με έπιανε κάθε Κυριακή πριν ανοίξει η πόρτα και μπουν εκείνη και ο θείος Στέλιος μέσα, με το ύφος των ανθρώπων που έρχονται όχι να σε δουν, αλλά να σε ελέγξουν.
Ο άντρας μου, ο Μιχάλης, έκανε πως δεν άκουσε.
Πήγε να γεμίσει νερό τα ποτήρια.
Αυτό έκανε πάντα στην αρχή. Κρατιόταν.
Εγώ πάλι όχι πάντα. «Βάσω, φάε τη σαλάτα σου και άσε τα παιδιά ήσυχα», της είπα.
Με κοίταξε σαν να την είχα βρίσει. «Εγώ για το καλό σας το λέω.
Αλλά εσείς οι νέοι δεν σηκώνετε κουβέντα.
Μετά μην απορείτε γιατί σας κάνουν ό,τι θέλουν.» Ο θείος Στέλιος μπήκε κι αυτός, όπως πάντα, λίγο πιο ύπουλα. «Και το σπίτι θέλει ένα συμμάζεμα, Ελένη.
Καλά τα τρεξίματα, αλλά η νοικοκυροσύνη φαίνεται.
Εμείς αλλιώς τα βρήκαμε από τις μανάδες μας.» Εκείνη τη στιγμή ήθελα να πάρω τα παιδιά και να φύγω από το ίδιο μου το σπίτι.
Ναι, τόσο παράλογο.
Να φύγω εγώ, για να μείνουν εκείνοι.
Δεν ήταν μία φορά.
Δεν ήταν μια κακή μέρα.
Ήταν χρόνια.
Σε κάθε γιορτή, σε κάθε τραπέζι, σε κάθε ονομαστική εορτή.
Πάντα κάτι έφταιγε.
Το αρνί ήταν στεγνό.
Τα παιδιά μιλούσαν πολύ. Ο Μιχάλης άλλαζε συχνά δουλειές.
Εγώ δεν σιδέρωνα όπως πρέπει.
Το δάνειο που πήραμε για να φτιάξουμε το μπάνιο ήταν «τρέλα». Το ότι στείλαμε την κόρη μας αγγλικά και χορό μαζί ήταν «επίδειξη ενώ δεν σας παίρνει». Το χειρότερο δεν ήταν οι κουβέντες.
Ήταν εκείνα τα βλέμματα των άλλων συγγενών.
Κανείς δεν μιλούσε.
Μόνο χαμήλωναν τα μάτια, έλεγαν ένα «έλα μωρέ τώρα» και συνέχιζαν να τρώνε.
Σαν να ήμασταν υποχρεωμένοι να ανεχόμαστε τα πάντα επειδή «είναι μεγάλοι άνθρωποι». Μια εβδομάδα πριν από τα γενέθλια της πεθεράς μου, που θα τα κάναμε μεγάλο οικογενειακό τραπέζι σε μια αίθουσα, μαζευτήκαμε σπίτι της κουνιάδας μου, της Δέσποινας.
Ήμασταν εγώ, ο Μιχάλης, η Δέσποινα, ο αδερφός τους ο Γρηγόρης και οι σύντροφοί μας.
Για πρώτη φορά μιλήσαμε καθαρά. «Εγώ δεν τους αντέχω άλλο», είπε η Δέσποινα και άρχισε να κλαίει από το πουθενά. «Στα βαφτίσια του μικρού μου είπαν μπροστά σε κόσμο ότι τον ντύνω σαν ζητιάνο. Ζητιάνο.
Για ένα λινό πουκάμισο.» Ο Γρηγόρης χτύπησε το χέρι στο τραπέζι. «Και σε μένα ο Στέλιος είπε ότι είμαι μισός άντρας επειδή μένω στο ενοίκιο και δεν έχω αγοράσει σπίτι.
Τι να αγοράσω ρε παιδιά; Με τι λεφτά;» Ο Μιχάλης ήταν αμίλητος πολλή ώρα.
Μετά είπε σιγά: «Άμα τους καλέσουμε, θα γίνει πάλι το ίδιο.
Και η μάνα θα κλαίει, και τα παιδιά θα χαλάσουν, και εμείς θα βράζουμε από μέσα μας. Γιατί; Για να πούμε ότι κρατήσαμε το έθιμο;» Εκεί το αποφασίσαμε.
Δεν θα τους καλούσαμε.
Όταν το μάθανε, έγινε χαμός. Πρώτα πήρε τηλέφωνο η θεία Βάσω. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους