[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Για τη κυρία Αθηνά βρήκες χρόνο πάλι, ε; Για το φροντιστήριο της Μαρίας δεν βρήκες ούτε πενήντα ευρώ.» Το είπα από το μπαλκόνι, σχεδόν τρέμοντας. Κρατούσα στο χέρι τον λογαριασμό της ΔΕΗ και μια...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Για τη κυρία Αθηνά βρήκες χρόνο πάλι, ε; Για το φροντιστήριο της Μαρίας δεν βρήκες ούτε πενήντα ευρώ.» Το είπα από το μπαλκόνι, σχεδόν τρέμοντας.

Κρατούσα στο χέρι τον λογαριασμό της ΔΕΗ και μια απόδειξη από το βιβλιοπωλείο.

Κάτω, στην πιλοτή, ο Στέλιος άφηνε δυο σακούλες με ψώνια δίπλα στο αμάξι της Αθηνάς.

Σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε σαν να τον έπιασα να κάνει κάτι ντροπιαστικό, και μετά έκανε αυτό που με σκότωνε πάντα πιο πολύ. Σώπασε.

Εκείνη η σιωπή ήταν που με είχε φάει μήνες.

Δεν ήταν μόνο τα λεφτά.

Αν και τα λεφτά είχαν γίνει θηλιά.

Εγώ δούλευα τέσσερις ώρες σ’ ένα φούρνο στη Νέα Σμύρνη, μετά έτρεχα σπίτι, μαγείρευα, διάβαζα τον μικρό, προσπαθούσα να εξηγήσω στη Μαρία γιατί δεν μπορούσαμε να της πάρουμε καινούργια αθλητικά «ακόμα». Ο Στέλιος δούλευε σε συνεργείο, έλεγε πως ήταν κομμάτια, πως η δουλειά είχε πέσει, πως τον είχαν τρελάνει.

Το πίστεψα.

Για πολύ καιρό.

Αλλά ο κουρασμένος άνθρωπος δεν πάει κάθε απόγευμα να αλλάξει λάμπες, να κουβαλήσει πράγματα, να πληρώσει λογαριασμούς στην τράπεζα, να πεταχτεί στο σούπερ μάρκετ για τη χήρα του τρίτου.

Κι ας ήταν η Αθηνά καλή γυναίκα, δεν λέω.

Μόνη της ήταν.

Αλλά εγώ γιατί ένιωθα πως ο άντρας μου ήταν πιο παρών στη δική της ζωή παρά στη δική μας; Το βράδυ τον περίμενα στην κουζίνα.

Είχα αφήσει πάνω στο τραπέζι όλα τα χαρτιά ανοιχτά.

ΔΕΗ, νερό, κοινόχρηστα, το χαρτί από το σχολείο για την εκδρομή του μικρού, και ένα σημείωμα από τη φιλόλογο της Μαρίας για τα δίδακτρα που είχαν μείνει πίσω.

Μπήκε μέσα, έβγαλε τα παπούτσια του μηχανικά και πήγε να ανοίξει το ψυγείο. «Μην κάνεις πως δεν βλέπεις.» Γύρισε αργά. «Μαρία, όχι τώρα.

Είμαι πτώμα.» «Εγώ τι είμαι, Στέλιο; Θέλω να μου πεις.

Γιατί εγώ δεν είμαι πτώμα; Εγώ δεν κουράζομαι;» Πήρε βαθιά ανάσα. «Μη φωνάζεις, θα ακούσουν τα παιδιά.» «Να ακούσουν.

Ίσως έτσι μάθουν γιατί η μάνα τους μετράει τα κέρματα για το κολατσιό τους κι ο πατέρας τους τρέχει όλη μέρα για τη γειτόνισσα.» Εκεί χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι.

Όχι δυνατά, αλλά αρκετά για να αναπηδήσουν τα χαρτιά. «Φτάνει με τη γειτόνισσα! Δεν συμβαίνει αυτό που νομίζεις.» «Και τι νομίζω; Πες το κι εσύ, γιατί εγώ έχω αρχίσει να ντρέπομαι και για τις σκέψεις μου.» Με κοίταξε επιτέλους κατάματα.

Είχε μάτια κόκκινα, κουρασμένα, σαν άνθρωπος που δεν κοιμάται καλά καιρό. «Δεν έχω τίποτα με την Αθηνά.» 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences