Οἱ Κολλυβάδες Πατέρες - τῶν ὁποίων προεξάρχουν ὁ πρῶτος Σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς Νεόφυτος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ Διδάσκαλος τοῦ Γένους Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ὁ Ἰάκωβος ὁ Πελοποννήσιος, ὁ...
Οἱ Κολλυβάδες Πατέρες - τῶν ὁποίων προεξάρχουν ὁ πρῶτος Σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς Νεόφυτος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ Διδάσκαλος τοῦ Γένους Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ὁ Ἰάκωβος ὁ Πελοποννήσιος, ὁ Ἀγάπιος ὁ Κρής, ὁ Χριστόφορος Προδρομίτης καί κυρίως ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καί ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς, Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου - ἀπ’ ἀρχῆς ἐπισημαίνουν τήν διακοπή τῆς πρακτικῆς τῆς συχνῆς Θείας Κοινωνίας καί τήν ἀποδίδουν στίς συνέπειες τοῦ Σχίσματος τοῦ 1054 καί τήν ἀμάθεια καί πνευματική ἀπαιδευσία ποιμένων καί ποιμενομένων.
Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει σχετικά: «Ἡ γονυκλισία δέ αὕτη, καθ’ ἥν ἐπάνω εἰς τά γόνατα προσευχόμεθα, Εὐαγγελική οὖσα, Ἀποστολική καί Πατερική, σφαλερῶς καί ἀκανονίστως ἐσηκώθη ἀπό τήν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν· ὁμοίως καί ἡ συνέχεια τῆς Θείας Μεταλήψεως, Κανονική καί Ἀποστολική καί Πατερική οὖσα, κακῶς καί παρανόμως καί ἐπιβλαβῶς ἐσηκώθη ἀπό ἡμᾶς· καί ἴσως τοῦτο ἔγινεν, ἐπειδή οἱ ἰδικοί μας μετά τό Σχίσμα, ἀντιφερόμενοι μέ ἄλογον καί μή κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλον κατά τῶν Λατίνων, καί τά καλῶς καί κανονικῶς ἔχοντα παρ’ ἐκείνοις ἤθη καί νόμιμα ἀπέβαλον κακῶς καί ἀδιακρίτως.
Τά κακόδοξα φρονήματα καί τά παράνομα ἤθη τῶν Λατίνων καί τῶν ἄλλων αἱρετικῶν πρέπει νά μισῶμεν καί νά ἀποστρεφώμεθα· εἴ τι δέ εὑρίσκεται ἐν αὐτοῖς ὀρθόν ἔχον καί ὑπό τῶν Κανόνων τῶν Ἱερῶν Συνόδων βεβαιούμενον, τοῦτο δέν πρέπει νά μισῶμεν καί νά ἀποστρεφώμεθα, ἵνα μή λάθωμεν καί αὐτούς τούς Κανόνας μισοῦντες καί ἀποστρεφόμενοι.
Ὅθεν, ὅποιος θέλει νά ἀκολουθῇ εἰς τούς Κανόνας, βλέπει εἰς αὐτούς ὅτι συγχωρεῖται νά μεταχειρίζωνται καί τά δύο, καί ἡ γονυκλισία καί ἡ συνέχεια τῆς Κοινωνίας.
Κακῶς λοιπόν καί ἀνοήτως ποιοῦσι τινές, θέλοντες νά ἐμποδίσουν τούς θέλοντας συνεχῶς κοινωνεῖν» (ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, «Ἑορτοδρόμιον», ἑρμηνεία στήν θ’ ὠδή τοῦ Ἰαμβικοῦ Κανόνος τῆς Πεντηκοστῆς, σελ. 584). Ὁ ἴδιος Πατέρας γνωρίζοντας, ὅπως καί ὅλοι οἱ ἄλλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι «ὅσοι ἀπομακρύνονται ἀπό τήν Θεία Εὐχαριστία, οὐσιαστικά ἀποκόπτονται βαθμιαῖα ἀπό τήν λυτρωτική δύναμη τῆς Ἐκκλησίας» (Πρωτ. Ἀθανασίου Γκίκα αὐτ. σελ. 44), γράφει: «Οἱ τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Κοινωνίας ἑαυτούς ἀπομακρύνοντες, ἐχθροί τοῦ Θεοῦ γίνονται καί τῶν δαιμόνων φίλοι» («Περί τῆς συνεχοῦς...», σελ. 107). Περί δέ τῆς ἀπαιδευσίας γράφει, ἀναφερόμενος στούς λόγους πού τόν ὥθησαν νά συντάξει τό Ἱερό Πηδάλιο: «Δέν ὑπεφέραμεν, ἀγαπητοί, νά βλέπωμεν εἰς πολλά πολλῶν Πνευματικῶν χυδαιονομοκάνονα χειρόγραφα, κατακερματισμένους τούς Ἱερούς Κανόνας, νενοθευμένους, ψευδεπιγράφους, ἄλλους ἀντ’ ἄλλων καί τάς ἑρμηνείας τῶν ἐξηγητῶν ἀντί τῶν κυρίως Κανόνων ἐκλαμβανομένας καί τό χειρότερον, ὅτι καί τάς ἑρμηνείας ταύτας περιέχοντα διεφθερμένας, παρεξηγημένας καί ἀλλόκοτά τινα ἐσφαλμένα διδάσκουσας» (ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Προλεγόμενα Ἱεροῦ Πηδαλίου, σελ. 12). Ὁ λόγιος μοναχός Ἀγάπιος ὁ Κρής (1600 – 1670), ἐπισημαίνει ὅτι στήν ἐποχή του ἡ Θεία Κοινωνία ἔχει περιορισθεῖ σέ δέκα φορές τόν χρόνο γιά τούς μοναχούς καί σέ δύο – τρεῖς γιά τούς λαϊκούς.
Λίγο ἀργότερα, ἡ συνήθεια τῆς προσελεύσεως τῶν μοναχῶν στήν Θεία Κοινωνία, ἀπό δέκα φορές τόν χρόνο, περιορίσθηκε στίς τρεῖς! Ὁ λεγόμενος Ἀρχηγός τῶν Κολλυβάδων, ὁ λόγιος Ἱεροδιάκονος Νεόφυτος ὁ Καυσοκαλυβίτης (1713 – 1784), ὁ ὁποῖος δημοσίευσε ἀνωνύμως τό 1777 τό περισπούδαστο ἔργο «Ἐγχειρίδιον ἀνωνύμου τινός ἀποδεικτικόν περί τοῦ ὅτι χρεωστοῦν οἱ Χριστιανοί συχνότερον νά μεταλαμβάνωσι τά Θεῖα Μυστήρια…» (τό ὁποῖο ἀποτέλεσε τήν βάση τοῦ ὁμωνύμου ἔργου τῶν Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ), μεταξύ ἄλλων γράφει καί τά ἐξῆς: «Ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, καθ’ ἑκάστην μεγαλώνυμον σύναξιν τοῖς πιστοῖς παρατίθεται πνευματικήν, τοῦ ἐπουρανίου Ἄρτου τράπεζαν καί συγκαλοῦσα μετά ὑψηλοῦ κηρύγματος λέγει, «ἔλθετε, φάγετε τόν ἐμόν ἄρτον καί πίετε οἶνον ὅν κεκέρακα ὑμῖν»· ταύτην ἡ τῶν πολλῶν ραθυμία παραιτουμένη, ἵνα μή λέγω κατά τούς Ἱερούς Κανόνας ἀποστρεφομένη, οὐ μέχρι τῆς παραιτήσεως ἔστι, ἀλλά καί καιρούς ὡρισμένους, ἧς αὐτός ἕκαστος τῶν πιστῶν κύριός ἐστι προσόδου νομοθετήσασα, δίς ἤ τό πολύ τρίς τοῦ ἐνιαυτοῦ τούς πιστούς ἀξιοῦσθαι τῶν Θείων Μυστηρίων ἐξέδωκεν, οὐκ ἀπό τοῦ Εὐαγγελίου, οὐκ ἀπό τῶν Ἀποστόλων ἤ Συνοδικῶν ἤ Πατερικῶν Κανόνων ἤ συγγραμμάτων τοῦτο ἀποδεικνῦσα, ἀλλά μᾶλλον καί ὑπεναντίως τῷ τε Εὐαγγελίῳ καί τοῖς Ἀποστολικοῖς καί Συνοδικοῖς Κανόσι καί κανονικοῖς Πατράσι τά ἀπό καρδίας αὐτῆς, ὡς ἄν εἴποι τό γράμμα ἱερόν, ἐρευγομένη» (μ. Θεοδωρήτου Ἁγιορείτου, «Ἡ Εὐχαριστιακή συμμετοχή ἐν Ἁγίῳ Ὄρει», σελ. 34 – 35). Στό ἔργο αὐτό τοῦ Νεοφύτου, «γιά πρώτη φορά ἀμφισβητεῖται ἔντονα καί μέ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα ἡ πράξη τῆς μή συχνῆς Θείας Μεταλήψεως, ἡ ὁποία εἶχε κυριαρχήσει στό Ἅγιον Ὄρος καί ἐν γένει στόν μοναχικό κόσμο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Βασιζόμενος στόν σκοπό καί τήν φύση τῆς Θείας Λειτουργίας, στούς Ἱερούς Κανόνες καί στίς Πατερικές ἑρμηνευτικές θέσεις γιά τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὁ Νεόφυτος ἀποκαλεῖ «τρισεπάρατον» τήν συνήθεια τοῦ «τρίς ἤ τετράκις κατ’ ἔτος μεταλαμβάνειν» καί ἀνατρέπει σέ 14 κεφάλαια τίς ἐνστάσεις τῶν ἀντιφρονούντων, προτρέποντας τήν ἐλεύθερη καί ἀδιόριστη πρόσοδο τῶν πιστῶν «εἰς κάθε Λειτουργίαν» (Πρωτ. Ἀθ. Γκίκα αὐτ. σελ. 28). Τό ἔργο τοῦ Νεοφύτου ἐπεξεργάσθηκαν καί ἐμπλούτισαν μέ νέα στοιχεῖα οἱ Ἅγιοι Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καί Μακάριος ὁ Νοταρᾶς καί τό 1783 τό ἐξέδωσαν στήν Βενετία μέ τόν τίτλο, «Βιβλίον ψυχωφελέστατον περί τῆς συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως τῶν Ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων…». «Ἡμεῖς πού ἠξιώθημεν νά λάβωμεν τήν πνευματικήν ἀναγέννησιν διά μέσου τοῦ Θείου Βαπτίσματος – γράφει ὁ ἅγ. Νικόδημος – εἶναι ἀνάγκη νά τρώγωμεν συνεχῶς καί μέ θερμήν ἀγάπην καί συντετριμμένην καρδίαν τήν πνευματικήν αὐτήν τροφήν, διά νά ζῶμεν ζωήν πνευματικήν καί νά φυλαττώμεθα ἀβλαβεῖς ἀπό τό φαρμάκι τοῦ νοητοῦ ὄφεως διαβόλου» («Περί τῆς συνεχοῦς...», σελ. 44). Καί συνεχίζει, σέ παραλληλισμό τῆς Θείας Εὐχαριστίας μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα: «Καθώς χωρίς τό Βάπτισμα εἶναι ἀδύνατον νά ζήσῃ κανείς ζωήν πνευματικήν καί νά σωθῇ, οὕτω εἶναι ἀδύνατον νά ζήσῃ καί χωρίς τήν Θείαν Μετάληψιν.
Ἐπειδή ὅμως καί τά δύο ταῦτα ἔχουν ταύτην τήν διαφοράν μεταξύ των, τό μέν Βάπτισμα γίνεται μίαν φοράν, ἡ δέ Θεία Μετάληψις τελεῖται συνεχῶς καί καθ’ ἑκάστην, συμπεραίνεται μέ ὀρθόν συμπέρασμα, ὅτι δύο εἶναι τά ἀναγκαῖα τῆς Θείας Μεταλήψεως· ἕνα μέν, καθ’ ὅ πρέπει νά ἐνεργῆται ἁπλῶς· καί τό ἄλλο, καθ’ ὅ πρέπει νά ἐνεργῆται συνεχῶς» («Περί τῆς συνεχοῦς...», σελ. 60 - 61). Τοῦ αὐτοῦ φρονήματος εἶναι καί ὁ λόγιος Προκόπιος Μεγαλοσπηλιώτης, ὁ ὁποῖος τήν ἴδια ἐποχή γράφει τά ἐξῆς: «Ποιός δέν βλέπει, ὅτι αὐτή (ἐνν. ἡ Ἐκκλησία), ἐπιθυμεῖ νά ζῶσιν ὅλοι οἱ πιστοί μέ ἐκείνην τήν Χριστιανικήν καθαρότητα, διά νά ἠμπορῶσι νά μεταλαμβάνωσι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν; Ἀμφιβάλετε ἆρά γε εἰς τοῦτο; Ἐγώ δέν θέλω νά σᾶς φέρω ἐδῶ εἰς μαρτυρίαν τάς διδασκαλίας τῶν Ἀγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπου σᾶς παρακινοῦσι ὅλοι συμφώνως νά τρέφετε τάς ψυχάς σας συνεχῶς μέ αὐτήν τήν Ἱεράν Κοινωνίαν, διά νά μή μακρύνω τόν λόγον μου… Ὅταν ὁ Χριστιανός καθαρίζει καλά τόν ἑαυτόν του μέ μίαν καλήν μετάνοιαν καί μέ μίαν ὀρθήν ἐξομολόγησιν, ἄς πλησιάζει συνεχῶς εἰς τήν Τράπεζαν τοῦ Κυρίου, μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος…διότι ὅποιος μεταλαμβάνει συνεχῶς, συνεχῶς καθαρίζει ἀκόμα τήν συνείδησίν του.. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ περί συχνότητος τῆς Θείας Κοινωνίας διδασκαλία μιᾶς μεγάλης πνευματικῆς προσωπικότητος τοῦ 19ου αἰ., τοῦ Ὁσίου Παχωμίου τῆς Χίου (+ 1905), ὁ ὁποῖος εἶναι φορέας τῆς Κολλυβαδικῆς Φιλοκαλικῆς παραδόσεως.
Διδάσκει ὁ Ὅσιος σχετικά: «Καί τίς νά μή κλαύσῃ τήν ἀμάθειαν καί ἐλεεινήν κατάστασιν τῶν σημερινῶν Ἱερέων μας; Πού ἠκούσθη τοῦτο ποτέ, νά πηγαίνουν οἱ Χριστιανοί εἰς τήν ἐκκλησίαν, νά ζητοῦν νά κοινωνήσουν καί οἱ Ἱερεῖς νά τούς ἐμποδίζουν, λέγοντες: «Μήν εἶναι τσουρβάς ἡ Κοινωνία»; Ἀκόμη, «δέν εἶναι 40 ἡμέρες ὅπου ἐκοινώνησες καί πάλιν ἔρχεσαι νά μεταλάβεις»; Ὠσαύτως καί τήν πρώτην ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, γνωρίζω πολλούς ἄνδρας καί γυναῖκας ὅπου βαστοῦν τριήμερον καί πηγαίνοντες τήν Τετάρτην εἰς τήν Προηγιασμένην νά κοινωνήσουν καί τούς ἐμποδίζουν λέγοντες: «Ἀκόμη ἕως ἐχθές ἔτρωγες κρέας καί σήμερον ἦλθες νά κοινωνήσεις»; Καί δεύτερον λέγουσιν: «Ἡ Προηγιασμένη εἶναι διά τούς Ἱερεῖς καί ὄχι διά τούς λαϊκούς»! Φεῦ τῆς ἀμαθείας καί ἀφροσύνης μας.
Σύ μέν, ὦ ἄνθρωπε ἱερωμένε, ἀφ’ ἑσπέρας τρώγεις κρέας, πολλάκις καί μεθυσμένος τυγχάνεις, ἴσως δέ εἶσαι καί ἀνευλαβής, καί πηγαίνεις καί λειτουργεῖς καί αὐτός ὅπου νηστεύει μέ τόσην εὐλάβειαν τόν ἐμποδίζεις καί τόν καθυστερεῖς τοσαύτης ὠφελείας καί ἁγιασμοῦ;… Ὄστις λοιπόν ἀπό τούς Ἱερεῖς ἐμποδίζει τούς Χριστιανούς ἀπό τήν Ἄχραντον Κοινωνίαν, ἄς ἠξεύρει καλά, ὅτι μεγάλως ἁμαρτάνει.
Δέν λέγω ὅμως νά κοινωνοῦμεν ἁπλῶς καί ὡς ἔλαχεν, ἀλλά μέ τήν πρέπουσαν προετοιμασίαν». (Βλ. «Ὑπεράσπισις τῆς ἀληθείας καί νίκη κατά τοῦ διαβόλου», ἔκδοσις ε’ τῆς Ἱερᾶς Σκήτης Ἁγίων Πατέρων Χίου, 1985, σελ. 76 – 78· Ἀντ. Ν. Χαροκόπου, “Ὁ Γέροντας Παχώμιος, Ἱδρυτής τῆς Ἱερᾶς Σκήτης τῶν Ἁγίων Πατέρων Χίου”, 2003, σελ. 141 – 142· “Ἡ συχνότης τῆς Θείας Κοινωνίας”, Περιοδικό “Ἅγιος Κυπριανός”, φ. 319, Μαρτίου - Ἀπριλίου 2004, σελ. 26 – 27). https://youtube.com/post/UgkxZhX5VE5oa_ZukcAtzdROBRthzzES3uVu?si=1CO31Cvq43AY2Coh
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους