[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Θα μπορούσε να είναι ένα αρχαίο δράμα ή ίσως μια μυθολογία, ένας θρύλος από τα βάθη της ιστορίας, ένα άγριο παραμύθι που έλεγαν οι χωρικοί κι οι νομάδες μεταξύ τους άλλοτε για να μερέψουν κι άλλοτε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Θα μπορούσε να είναι ένα αρχαίο δράμα ή ίσως μια μυθολογία, ένας θρύλος από τα βάθη της ιστορίας, ένα άγριο παραμύθι που έλεγαν οι χωρικοί κι οι νομάδες μεταξύ τους άλλοτε για να μερέψουν κι άλλοτε για να ταράξουν τις καρδιές τους, θα μπορούσε να είχε και πολλές παραλλαγές, να είχε επιβιώσει ως τις μέρες μας με διάφορες εκδοχές, άλλες με λύτρωση και δικαίωση στην τελική σκηνή, άλλες με σπαρακτικό φινάλε.

Όμως είναι μια πραγματική ιστορία, είναι γέννημα αυτού του κόσμου, αυτής της κοινωνίας.

Το πρόσωπα έχουν σάρκα κι οστά.

Και πολύ πόνο στα μάτια τους.

Ήταν κάποτε που λέτε ένα παιδί από τα μέρη των Αργοναυτών, ένα μικροκαμωμένο πλάσμα, αεικίνητο, με δυο πονηρά μάτια που άρμεγαν τον κόσμο και διάβαζαν όλα τα μυστικά του.

Μα κι ένα χαμόγελο που όταν ανέτελλε στο πρόσωπό του, φώτιζε όλη την πλάση.

Ήταν σαν ένα μικρό ξωτικό των δασών.

Ένας προστάτης της πόλης.

Ένα από τα καλά πνεύματα που γύριζε στης παρυφές της και φρόντιζε να λύνει τα μάγια και τις κατάρες πριν φτάσουν στην αγορά, στα τσιπουράδικα, στις μεγάλες βόλτες στο λιμάνι, εκεί που ερωτεύονται οι νέοι κι αλητεύουν τα αδέσποτα σκυλιά.

Ώσπου σε χρόνια δίσεκτα, πείνας κι ελλείψεων, που τα σπαρτά τα έτρωγαν αλλότρια πουλιά και τυφλά τρωκτικά που βγαίναν απ’ το χώμα, και το νερό το μόλυνε το αίμα και το δάκρυ των ανθρώπων, βρήκαν ευκαιρία κι έστησαν πάγκο οι αργυραμοιβοί στην ανατολική είσοδο της πόλης κι αντάλλαζαν ένα μισοάδειο πιάτο άθλιου φαγητού με όλα τα τιμαλφή και τα κειμήλια των σπιτιών.

Κι όταν σώθηκαν κι αυτά, ζητούσαν την ψυχή των παιδιών τους. «Καρκίνο στο πρωτότοκο παιδί για μια κουταλιά νερωμένης σούπας» έγραφαν τα συμβόλαια.

Μάζευαν οι αρχές της πόλης όλα τα παιδιά στο θυσιαστήριο και το έλεγαν για γιορτή, ζητούσαν από τον κόσμο να φορά τα κυριακάτικά τους.

Σε μια από εκείνες τις κόκκινες μέρες εμφανίστηκε κι εκείνο το ξωτικό, έβαλε το σώμα του μπροστά να μποδίσει τους τοκογλύφους, δάγκωνε τα δεσμά να λεφτερώσει τα παιδιά πριν φτάσουν στο σημείο της θυσίας, έριχνε κλωτσιές στο καζάνι με τη σούπα της ντροπής.

Γεννήθηκε για να προστατεύει αυτόν τον τόπο.

Δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς.

Τότε οι τραμπούκοι βγήκαν από το μπούγιο και τον πήραν σηκωτό κι αρχίσαν να τον χτυπάνε βάναυσα.

Δεν υπήρχε έλεος.

Ήθελαν να δείξουν ότι δεν υπάρχουν πλέον καλά πνεύματα σε αυτόν τον κόσμο.

Να δώσουν και το παράδειγμα στους άλλους, να μην τους μπαίνουν ιδέες.

Το ξωτικό με τα σπασμένα φτερά δεν άντεξε αυτήν τη ντροπή, αυτόν τον πόνο, την αδυναμία του να προστατέψει τον κόσμο από τους τραμπούκους και τους μπέηδες (μπέους), τα αφεντικά τους.

Έπεσε στο νερό, εκεί που κάποτε τον βάφτισαν Αργοναύτη, κι ελευθέρωσε την ψυχή από το σακατεμένο σώμα του για να βρει λύτρωση.

Κανείς δεν είχε σοκαριστεί με τον θάνατο του μικρού ξωτικού.

Η γη γύρισε γρήγορα πίσω στους παλιούς της ρυθμούς, στις συνηθισμένες της στροφές.

Κανείς δεν παρατήρησε ότι η πόλη έχασε τον προστάτη της, ότι πια δεν στήνονταν οι όμορφοι χοροί στην είσοδο της, ότι έλειπε το χαμόγελο που ζωγράφιζε τα σούρουπα από το Τελωνείο έως την άλλη πλευρά του λιμανιού, στο φάρο του Αναύρου.

Η απώλεια έμοιαζε με νιφάδα χιονιού που έπεσε απαλά στην πλαγιά του Πηλίου.

Από εκείνη την ημέρα ένα καινούργιο στοιχειό εμφανίστηκε όχι πια μόνο στην πόλη.

Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Ήταν ο πατέρας του ξωτικού.

Ο πόνος του πατούσε τη γλώσσα και δε μιλούσε.

Μιλούσαν μόνο τα μάτια του κι ένα αυτοσχέδιο πλακάτ που θύμιζε στον κόσμο την ιστορία του γιου του.

Δεν έχει ακουστεί ποτέ πιο εκκωφαντική σιωπή.

Ήταν μια αστραπή στον ουρανό, ένας κεραυνός που έσκαγε μέσα στη ρουτίνα των ανθρώπων και την έκοβε στα δυο, ηλέκτριζε τη συνείδηση τους, σαν απινιδωτής προσπαθούσε να ξυπνήσει τις καρδιές τους πριν ανακοπούν όλα τα συναισθήματα από εκεί.

Κι όσο κι αν περνούσε ο καιρός, κι όσο κι αν άσπριζαν παραπάνω τα μακριά μαλλιά του, όσο κι αν πονούσαν παραπάνω τα γόνατα κι οι πλάτες, ο πατέρας ήταν εκεί.

Τα μάτια του σε κοιτούσαν στην ψυχή σου.

Δε γινόταν να συνεχίσει κανείς τα ψώνια του και το κους κους όσο ένιωθε αυτήν την παρουσία στην πλάτη του.

Κι έτσι άρχιζαν όλο και περισσότεροι να κάθονται κοντά του, να μαθαίνουν την ιστορία του παιδιού, να χορεύουν το τραγούδι του, να ζεσταίνονται από την καρδιά του.

Άρχισαν οι τοίχοι να γεμίζουν με το ξόρκι του.

Έγινε τραγούδι, έγινε σύνθημα, έγινε μπλούζα, έγινε γροθιά υψωμένη.

Η ψυχή του που ταξίδευε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά για να βρει τη γαλήνη που ποθούσε, γύρισε πίσω, μόνο στον τόπο που φονεύτηκε μπορούσε να βρει νερό.

Έδωσε τα χέρια της και πιάστηκε στον καινούργιο χορό, σε ένα αθάνατο γαϊτανάκι, με τα καινούργια ξωτικά που ξεγέννησε το δάσος, που σκάλισε η θυσία του.

Κι οι Θεοί που τα είδαν όλα αυτά, έστειλαν τη Θέμιδα να αποκεφαλίσει τους τραμπούκους κι έδωσαν πίσω τη γλώσσα στον πατέρα να πει το τραγούδι του παιδιού του, να ακουστεί παντού.

Γέμισε πόνο το χαμόγελο του, γέμισε χαρά το δάκρυ του.

Μα ο χρησμός του γιου του βγήκε αληθινός.

Κι από τότε λέγεται πως όταν κάποιος νιώθει μόνος κι αδύναμος απέναντι στην αδικία, όταν όλοι του λένε πως όλα είναι μάταια κι ο κόσμος δεν αλλάζει, πως είναι φυσικό φαινόμενο αργυραμοιβοί να έχουν τη μπότα του τραμπούκου πάνω στο λαιμό μας, εμφανίζεται εκείνος ο πατέρας με το πλακάτ που πλέον γράφει τη δική σου ιστορία και με το αμίλητό του βλέμμα σε παρακινεί να δέσεις τις πληγές σου, να σηκώσεις τα τραυματισμένα σου πόδια, να βγεις στο δρόμο της φωτιάς και να σιγοτραγουδήσεις το ξόρκι που νικάει τη μοναξιά, την αδικία, τη βία της εξουσίας: ΚΙ ΑΣ ΜΗ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΘΑ ΠΟΛΕΜΑΜΕ ΠΑΝΤΑ Γιάννης Μάγγος Σε αγαπώ πολύ.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences