Βρισκόμαστε, λοιπόν, στα γυρίσματα του «Τιτανικού», που έκανε πρεμιέρα μια μέρα σαν κι αυτή, στο Φεστιβάλ του Τόκιο, με τον Τζέιμς Κάμερον να δίνει βρεγμένες οδηγίες στον Τζακ και στη Ρόουζ, ή στον...
Βρισκόμαστε, λοιπόν, στα γυρίσματα του «Τιτανικού», που έκανε πρεμιέρα μια μέρα σαν κι αυτή, στο Φεστιβάλ του Τόκιο, με τον Τζέιμς Κάμερον να δίνει βρεγμένες οδηγίες στον Τζακ και στη Ρόουζ, ή στον Λέο και την Κέιτ αν προτιμάτε.
Κι όπως είναι μάλλον ολοφάνερο, αυτή η σανίδα σίγουρα χωρούσε κι ένα δεύτερο άτομο... Οι πρώρες αντιδράσεις που εισέπραξε πάντως το Titanic (1997) μπορούν να χαρακτηριστούν στην καλύτερη ως χλιαρές, ενώ ανάλογα αμήχανο υπήρξε το κλίμα και στις πρώτες δοκιμαστικές προβολές στις ΗΠΑ, τις οποίες παρακολούθησαν διαπιστευμένοι θεατές και επαγγελματίες του χώρου.
Μάλιστα, ο ίδιος ο Κάμερον δήλωνε ανοιχτά απαισιόδοξος για την πορεία της ταινίας, φροντίζοντας να προετοιμάσει τους ανθρώπους της Paramount για ένα πιθανό εισπρακτικό ναυάγιο (pun intended). Σε αυτό το σημείο, να αναφέρουμε πως ο «Τιτανικός» ήταν η ακριβότερη παραγωγή στη μέχρι τότε ιστορία του κινηματογράφου, με τον Κάμερον να παίρνει το πράσινο φως από τη διστακτική και απρόθυμη Paramount χάρη στα γαλόνια του Terminator franchise που δεν είχαν ακόμη ξεθωριάσει.
Με άλλα λόγια, είχε κάθε λόγο να είναι αγχωμένος για την πορεία που θα διαγράψει η ταινία στις αίθουσες.
Ένα από τα πιο αυτάρεσκα κλισέ που ενδέχεται να ακούσετε από ανθρώπους που γράφουν για σινεμά είναι η φαντασμένη άποψη πως τα κείμενά τους είναι τάχα μου ικανά να αποτρέψουν/πείσουν τον κόσμο να συρρεύσει στις αίθουσες.
Στην περίπτωση του Τιτανικού, όπως και πλείστες άλλες φορές, συνέβη ακριβώς το αντίθετο.
Οι ενθουσιώδεις αντιδράσεις του κοινού μετά την έξοδο της ταινίας στις ΗΠΑ, στις 19 Δεκεμβρίου, (εξ)ώθησαν τους κριτικούς να επαναθεωρήσουν βιαστικά τη στάση τους, με αποτέλεσμα τις αρχές του 1998 να κυκλοφορήσουν τα πρώτα αποθεωτικά κείμενα.
Όπως προκύπτει πολύ συχνά, οι πρώτες αβίαστες και αληθινά ανεπηρέαστες γνώμες για την ταινία γράφτηκαν πολύ καιρό αργότερα, μακριά από τα αντακλαστικά ένστικτα της ομαδικής αποδοκιμασίας και του μεταδοτικού ενθουσιασμού.
Τα υπόλοιπα, όπως είθισται να λέγεται, είναι ιστορία. Ο Τιτανικός απέσπασε 14 οσκαρικές υποψηφιότητες, ισοφαρίζοντας το ρεκόρ του All About Eve, και κέρδισε 11 αγαλματίδια, ισοφαρίζοντας το ρεκόρ του Ben-Hur.
Παράλληλα, στρογγυλοκάθισε στην κορυφή της πιο επιτυχημένης εισπρακτικά ταινίας στην ιστορία του σινεμά για 13 ολόκληρα χρόνια, μέχρι να παραδώσει τα σκήπτρα στην επόμενη ταινία του Τζέιμς Κάμερον, το Avatar.
Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, ο κολακευτικός χαρακτηρισμός «Μίδας», που έχει συνοδεύσει πολλούς ηθοποιούς, σκηνοθέτες και παραγωγούς ανά τα χρόνια, έχει στην πραγματικότητα έναν και μόνο δικαιωματικό κάτοχο: τον Τζέιμς Κάμερον.
Δύο επιπλέον στοιχεία που χρήζουν αναφοράς είναι τα εξής: α) το ποσοστό επαναθέασης της ταινίας στη σκοτεινή αίθουσα άγγιξε απάτητες κορυφές στην περίπτωση του Τιτανικού, καθώς από το σύνηθες 5% που ήταν ο μέσος όρος για τα περισσότερα αμερικανικά blockbusters το Titanic εκτοξεύτηκε στο 20%, β) η ιδέα για μια ταινία με το συγκεκριμένο θέμα δεν γεννήθηκε τυχαία στο μυαλό του Κάμερον, ο οποίος είναι τρελός και παλαβός με τα ναυάγια και την ιστορία τους.
Μάλιστα, για δύο ολόκληρα χρόνια, από το 1995 έως το 1997, πραγματοποιήσε 12 (!) υποβρύχιες επισκέψεις για γυρίσματα στο αληθινό ναύγιο του Τιτανικού, σε εξαιρετικά επικίνδυνες συνθήκες.
Φυσικά, όπως σχεδόν κάθε ταινία που μετατράπηκε σε pop σημείο αναφοράς, ο Τιτανικός είχε το προνόμιο να δει μία από τις ατάκες του να τρυπώνει στον συλλογικό ψυχισμό, σαν ένας μικρός θησαυρός λαϊκής-χιουμοριστικής κοινοκτημοσύνης.
Το "I'm the King of the World" του Λεονάρντο Ντι Κάπριο στην κουπαστή του υπερωκεανίου, παρέα με το συνοδευτικό άνοιγμα των χεριών, είναι σχεδόν αδύνατον να μη γίνει αστραπιαία αντιληπτό από όσους έχουν δει τον Τιτανικό, σε μια ακόμη απόδειξη της διεισδυτικότητας του σινεμά στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων.
Κλείνοντας, μια μικρή περιδίνηση στις προσωπικές μνήμες, 25 και βάλε χρόνια πριν.
Γενάρης του 1998, τρίτη Γυμνασίου, μετά τις χριστουγεννιάτικες διακοπές.
Σαββατόβραδο με κρύο, στο σινεμά Κάπιτολ της Θεσσαλονίκης (που έγινε λίγα χρόνια αργότερα σούπερ μάρκετ), με πολυπληθή παρέα από το σχολείο.
Ανθρωποπλημμύρα, pre-game ιαχές από μικρά (και μεγαλύτερα) κορίτσια για τον Λεό, άνθρωποι κάθε ηλικίας, μικρές και μεγάλες παρέες, που περιμένουν υπομονετικά να φτάσουν στο γκισέ. (Για όσους συντοπίτες έχουν εικόνα από τη γεωγραφία της περιοχής, η ουρά έστριβε στη Μαρτίου και συνεχιζόταν για δεκάδες μέτρα). Flash forward επτά μήνες αργότερα, ταξίδι με το λεωφορείο έως τα Village μες στο κατακαλόκαιρο, με το θερμόμετρο να αγγίζει τους 40 βαθμούς, και παρακολούθηση της ταινίας σε μεσημεριανή (ναι, τότε είχαμε και τέτοια) προβολή.
Έχει μια κάποια πλάκα να βλέπεις με τόσο κραυγαλέα καθυστέρηση μια ταινία που έχει ήδη δει όλος ο πλανήτης.
Όπως και να έχει, εκείνες οι ουρές, εκείνος πανικός, εκείνος ο ενθουσιασμός, έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στο μυαλό ως μια τρανταχτή απόδειξη πως το σινεμά μπορεί να τρυπώσει στο θυμικό και στην καθημερινότητα των ανθρώπων με τρόπους που υπερβαίνουν τη λογική και την επαναληψιμότητα της ζωής.
Η κάψα και η ανάγκη τού να μοιραστείς αυτό το κοσμογονικό σκοτάδι, να ενώσεις το βλέμμα σου με των υπολοίπων, να αφεθείς σε μια άλλη πραγματικότητα που για λίγες ώρες γίνεται πιο αληθινή από οτιδήποτε κι αν συμβαίνει έξω από την αίθουσα.
Το σινεμά δεν είναι ιστορίες και εικόνες. Στην καθαρή του μορφή, στην αίθουσα και στη μεγάλη οθόνη, είναι βίωμα και αποκάλυψη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους