ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ Ο Julian Jackson δεν είναι απλώς ένας ακόμη βιογράφος του Σαρλ ντε Γκωλ. Είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ιστορικούς της Γαλλίας του 20ου αιώνα, ένας...
ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ Ο Julian Jackson δεν είναι απλώς ένας ακόμη βιογράφος του Σαρλ ντε Γκωλ.
Είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ιστορικούς της Γαλλίας του 20ου αιώνα, ένας μελετητής που έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της επιστημονικής του διαδρομής στην κατάρρευση της Γαλλίας το 1940, στο καθεστώς του Βισύ και στις βαθιές αντιφάσεις της γαλλικής κοινωνίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η μνημειώδης βιογραφία του, A Certain Idea of France: The Life of Charles de Gaulle (2018), είναι ένα από τα σπουδαιότερα έργα της σύγχρονης ιστορικής βιογραφίας.
Είχα γράψει παλαιότερα ότι πρόκειται για μία από τις καλύτερες βιογραφίες που έχω διαβάσει ποτέ.
Εξακολουθώ να το πιστεύω όπως ότι και τα κορυφαία βιβλία για τη γαλλική ιστορία δεν έχουν γραφτεί από Γάλλους ιστορικούς αλλά αυτή είναι μια δύσκολη συζήτηση.
Πάνω σε αυτό το εξαιρετικό βιβλίο βασίστηκε η νέα, φιλόδοξη κινηματογραφική παραγωγή του Antonin Baudry για τον Ντε Γκωλ, χωρισμένη σε δύο μέρη, Résistance και Liberté. Τον Γάλλο στρατηγό υποδύεται ο γαλλοαρμενικής καταγωγής Simon Abkarian, με μια ερμηνεία που αποτυπώνει την ακαμψία, την υπερηφάνεια, τη μοναχικότητα αλλά και τη σχεδόν μεταφυσική πεποίθηση του Ντε Γκωλ ότι ο ίδιος ενσάρκωνε τη συνέχεια της Γαλλίας.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και η παρουσία του Simon Russell Beale ως Τσόρτσιλ.
Δεν θεωρώ ότι οι δύο ταινίες διεκδικούν ιδιαίτερες δάφνες κινηματογραφικής πρωτοτυπίας.
Έχουν τη συμβατικότητα, τον ηρωισμό και ορισμένες αναπόφευκτες απλουστεύσεις μιας μεγάλης ιστορικής παραγωγής.
Έχουν όμως κάτι που συχνά λείπει από τον σύγχρονο κινηματογράφο: υπενθυμίζουν σημαντικά ιστορικά γεγονότα και αναδεικνύουν διλήμματα που δεν επιδέχονται εύκολες απαντήσεις.
Πρώτα απ’ όλα, υπενθυμίζουν ότι η συνεργασία με τον ναζισμό στην κατεχόμενη Ευρώπη δεν υπήρξε αποκλειστικά υπόθεση περιθωριακών φασιστικών ομάδων.
Υπήρξε και θεσμικός δωσιλογισμός.
Κυβερνήσεις, ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί, στρατιωτικοί, διπλωμάτες και ολόκληροι διοικητικοί μηχανισμοί επέλεξαν τη συνεργασία με τον κατακτητή, συχνά επικαλούμενοι τη νομιμότητα, την τάξη ή τη σωτηρία του έθνους. Το Βισύ του Πετέν είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της σκοτεινής ευρωπαϊκής πραγματικότητας.
Και ανάμεσα στους ανοιχτά συνεργάτες των Γερμανών και στους αποφασισμένους αντιστασιακούς υπήρχε μια μεγάλη γκρίζα ζώνη.
Πρόσωπα όπως ο ναύαρχος Φρανσουά Νταρλάν, που υπηρέτησε το Βισύ και αργότερα διαπραγματεύτηκε με τους Αμερικανούς στη Βόρεια Αφρική, μπορούσαν να συνομιλούν με διαφορετικές πλευρές, να αλλάζουν στρατόπεδα και να εμφανίζουν την πολιτική επιβίωση ως εθνική υπευθυνότητα.
Η ιστορία του Νταρλάν αποκαλύπτει πόσο περίπλοκη ήταν η μετάβαση από τη συνεργασία στην απελευθέρωση και πόσο πρόθυμοι ήταν ακόμη και οι Σύμμαχοι να συνδιαλλαγούν με ανθρώπους του Βισύ.
Απέναντι σε αυτή τη λογική στεκόταν ο Ντε Γκωλ.
Άτεγκτος, δύστροπος, συχνά αλαζονικός, αλλά αδιαπραγμάτευτος σε ένα ζήτημα: η Γαλλία δεν μπορούσε να ταυτιστεί με τη συνθηκολόγηση του 1940.
Η νομιμότητα του Βισύ δεν συνεπαγόταν και ηθική νομιμοποίηση. Η Γαλλία όφειλε να συνεχίσει τον πόλεμο, ακόμη και αν αυτό σήμαινε ότι ένας σχεδόν άγνωστος στρατηγός, χωρίς στρατό και χωρίς κράτος, θα διεκδικούσε από το Λονδίνο το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματος ενός ολόκληρου έθνους.
Η στάση αυτή τον έφερε σε συνεχείς συγκρούσεις ακόμη και με τους συμμάχους του. Ο Τσόρτσιλ τον υποστήριξε, αλλά πολλές φορές εξοργίστηκε μαζί του. Ο Ρούζβελτ τον αντιπαθούσε βαθιά και αμφισβητούσε την πολιτική του νομιμοποίηση.
Προτιμούσε κατά καιρούς άλλους Γάλλους συνομιλητές, θεωρώντας τον Ντε Γκωλ υπερβολικά φιλόδοξο και απρόβλεπτο. Ο Γάλλος στρατηγός, αντίθετα, φοβόταν ότι οι Αμερικανοί αντιμετώπιζαν τη χώρα του ως ηττημένη δύναμη που θα μπορούσε να τεθεί υπό συμμαχική κηδεμονία.
Η σύγκρουση αυτή αποτυπώθηκε ακόμη και σε επεισόδια που σήμερα ελάχιστοι θυμούνται. Τον Δεκέμβριο του 1941 οι Ελεύθεροι Γάλλοι κατέλαβαν τα γαλλικά νησιά Σεν Πιερ και Μικελόν, κοντά στον Καναδά, απομακρύνοντας τις αρχές του Βισύ.
Η ενέργεια εξόργισε την Ουάσινγκτον, η οποία δεν είχε εγκρίνει την επιχείρηση.
Για τον Ντε Γκωλ όμως ήταν ζήτημα εθνικής κυριαρχίας.
Ακόμη και αυτά τα μικροσκοπικά νησιά αποτελούσαν μέρος της Γαλλίας που εκείνος αρνιόταν να εγκαταλείψει.
Εξίσου συγκλονιστική είναι η ιστορία του γαλλικού στόλου. Τον Ιούλιο του 1940, στο Μερς ελ Κεμπίρ της Αλγερίας, η βρετανική αεροπορία επιτέθηκε στα γαλλικά πολεμικά πλοία, φοβούμενο ότι θα μπορούσαν να περιέλθουν στον έλεγχο της Γερμανίας.
Σχεδόν 1.300 Γάλλοι ναύτες σκοτώθηκαν από τα πυρά ενός μέχρι πρότινος συμμάχου.
Δύο χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 1942, οι ίδιοι οι Γάλλοι αυτοβύθισαν μεγάλο μέρος του στόλου τους στην Τουλόν, για να μην πέσει στα χέρια των Γερμανών.
Δύο γεγονότα που συμπυκνώνουν το τραγικό αδιέξοδο της ηττημένης Γαλλίας.
Και υπάρχει βεβαίως η Αφρική.
Μια διάσταση του πολέμου που συχνά υποτιμάται στις ευρωπαϊκές αφηγήσεις.
Εκεί οι Ελεύθεροι Γάλλοι απέκτησαν στρατιωτική υπόσταση.
Εκεί ο Φιλίπ Λεκλέρκ, ξεκινώντας από το Τσαντ, οργάνωσε τις επιχειρήσεις στην έρημο, κατέλαβε την Κούφρα το 1941 και συνέχισε την πορεία του προς τη Βόρεια Αφρική.
Εκεί ο στρατηγός Μαρί-Πιερ Κενίγκ και οι άνδρες του αντιστάθηκαν ηρωικά στο Μπιρ Χακέιμ το 1942, αντιμετωπίζοντας υπέρτερες δυνάμεις του Άξονα.
Ήταν μια νίκη ηθικής και στρατηγικής σημασίας για τη μαχόμενη Γαλλία, παρά την τελική εκκένωση της θέσης.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους χιλιάδες Αφρικανούς στρατιώτες που πολέμησαν στις τάξεις των Ελεύθερων Γάλλων.
Η γαλλική Αντίσταση δεν ήταν μόνο υπόθεση του Λονδίνου ή των μυστικών δικτύων στο Παρίσι.
Στηρίχθηκε επίσης στις αφρικανικές αποικίες, στους στρατιώτες τους και σε ανθρώπους που πολέμησαν για την απελευθέρωση μιας μητρόπολης η οποία δεν τους αναγνώριζε ακόμη πλήρη πολιτική ισότητα.
Το σύμβολο αυτής της προσπάθειας ήταν ο Σταυρός της Λωρραίνης, με τις δύο οριζόντιες δοκούς.
Επιλέχθηκε ως έμβλημα της Ελεύθερης Γαλλίας απέναντι στη ναζιστική σβάστικα.
Έγινε κάτι περισσότερο από στρατιωτικό διακριτικό: το σύμβολο μιας Γαλλίας που αρνήθηκε να θεωρήσει την ήττα οριστική.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ιστορική αξία αυτής της κινηματογραφικής αφήγησης.
Μας θυμίζει ότι η Αντίσταση δεν υπήρξε εξαρχής η αυτονόητη επιλογή της πλειονότητας.
Ότι οι νικητές του πολέμου δεν συμφωνούσαν πάντοτε μεταξύ τους.
Ότι οι πολιτικές σκοπιμότητες μπορούσαν να νομιμοποιούν χθεσινούς συνεργάτες του κατακτητή.
Και ότι ο Ντε Γκωλ, με όλα τα ελαττώματα και τις αντιφάσεις του, κατόρθωσε κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να μετατρέψει μια προσωπική άρνηση σε συλλογική πολιτική νομιμοποίηση.
Το σημαντικότερο ίσως δεν είναι ότι ο Ντε Γκωλ προέβλεψε την τελική νίκη των Συμμάχων.
Είναι ότι, σε μια στιγμή κατά την οποία σχεδόν όλοι είχαν αποδεχθεί την ήττα, εκείνος αρνήθηκε να αναγνωρίσει σε εκείνους που την αποδέχθηκαν το δικαίωμα να αποφασίσουν οριστικά για το μέλλον της Γαλλίας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους