«Δεν πειράζει, παιδί μου, θα βρω μια λύση», μου είπε ο πατέρας μου στο τηλέφωνο, και πίσω από τη φωνή του άκουγα το ψυγείο να βουίζει και μια σιωπή που με τρύπησε πιο πολύ κι από τα λόγια του. «Πώς...
«Δεν πειράζει, παιδί μου, θα βρω μια λύση», μου είπε ο πατέρας μου στο τηλέφωνο, και πίσω από τη φωνή του άκουγα το ψυγείο να βουίζει και μια σιωπή που με τρύπησε πιο πολύ κι από τα λόγια του. «Πώς δεν πειράζει; Δεν έχεις ούτε ταυτότητα ούτε την κάρτα της σύνταξης.
Τι θα φας; Τα χάπια σου τα πήρες;» Κι εκείνος έκανε αυτό το μικρό βηχαλάκι που έκανε πάντα όταν ήθελε να κρύψει κάτι.
Τότε κατάλαβα πως δεν είχε χαθεί μόνο ένα πορτοφόλι.
Είχα χαθεί κι εγώ από τη ζωή του εδώ και καιρό.
Μένω στην Αθήνα δέκα χρόνια.
Δουλειά σε διαφημιστική, τρέξιμο, meeting, κινητό στο χέρι, καφέδες στο πόδι, έξοδοι για να ξεσκάω και μετά η γνωστή κούραση που τη βάφτιζα «ζωή». Ο πατέρας μου έμεινε μόνος του στο Αγρίνιο μετά τον θάνατο της μάνας μου.
Στην αρχή τηλεφωνούσα κάθε μέρα.
Μετά μέρα παρά μέρα.
Μετά «θα τον πάρω αύριο». Ξέρετε πώς γίνεται.
Ή μάλλον όχι, δεν γίνεται έτσι απλά.
Το αφήνεις να γίνει.
Μου είχε πει δυο-τρεις φορές ότι «τα πράγματα έχουν στενέψει». Εγώ του έστελνα καμιά φορά λίγα λεφτά και ένιωθα σωστός.
Σαν να είχα κάνει το χρέος μου.
Δεν ρώτησα ποτέ πόσο ακριβαίνουν τα φάρμακα, πόσο κοστίζει το πετρέλαιο, πόσο βαραίνει ένα άδειο σπίτι όταν βραδιάζει στις έξι.
Την προηγούμενη εβδομάδα, στο γραφείο, έπινα καφέ με τον Στέλιο και τη Μαρία.
Δεν ξέρω πώς βγήκε η κουβέντα και είπα, λίγο εκνευρισμένος, ότι ο πατέρας μου με παίρνει συνέχεια για «μικροπράγματα». Η Μαρία με κοίταξε περίεργα. «Μικροπράγματα; Τι εννοείς;» «Να του κλείσω ραντεβού, να δω έναν λογαριασμό, να του εξηγήσω μια ανακοίνωση από την τράπεζα… αυτά.» Ο Στέλιος άφησε το ποτήρι κάτω. «Ο δικός μου πρόλαβε και πέθανε πριν γεράσει πολύ.
Θα έδινα τα πάντα να με πάρει για ένα “μικροπράγμα”.» Δεν απάντησα.
Γέλασα άβολα.
Αλλά κάτι κάθισε μέσα μου σαν πέτρα. Την Παρασκευή πήρα το αμάξι και κατέβηκα.
Είχα μήνες να πάω.
Όταν έφτασα, τον βρήκα πιο μικρό.
Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω. Σαν να είχε μαζέψει το σώμα του για να χωρέσει στη μοναξιά του.
Το μπουφάν του κρεμόταν πάνω του, τα χέρια του έτρεμαν λίγο, και στο τραπέζι της κουζίνας είχε έναν λογαριασμό της ΔΕΗ διπλωμένο τέσσερις φορές, λες και αν τον δίπλωνε αρκετά θα μίκραινε και το ποσό. «Καλά είμαι», είπε πριν καν ρωτήσω.
Άνοιξα το ντουλάπι.
Μακαρόνια, ρύζι, δυο κονσέρβες.
Στο ψυγείο μισό κομμάτι τυρί, λίγες ελιές, ένα γιαούρτι ληγμένο δύο μέρες. «Μπαμπά, γιατί δεν μου το είπες;» Σήκωσε τους ώμους. «Τι να σου πω; Ότι δεν βγαίνω; Το ξέρεις ότι δεν βγαίνω.
Αλλά εσύ έχεις τη ζωή σου.» Αυτό το «τη ζωή σου» δεν ειπώθηκε γλυκά.
Ούτε πικρά. Χειρότερο.
Ειπώθηκε σαν παραίτηση.
Το βράδυ καθίσαμε στο σαλόνι χωρίς τηλεόραση.
Πρώτη φορά μετά από χρόνια.
Μου είπε ότι είχε κόψει επισκέψεις γιατί ντρεπόταν να μην μπορεί να κεράσει ούτε έναν καφέ.
Ότι κάποιες μέρες δεν κατέβαινε καν στην πλατεία, γιατί όλοι ρωτούσαν τα ίδια και δεν είχε κουράγιο για κουβέντες.
Ότι ξεχνούσε πράγματα.
Ότι τον φόβιζαν τα βράδια. «Και το πορτοφόλι; Πώς χάθηκε;» τον ρώτησα.
Έτριψε τα δάχτυλά του νευρικά. «Στο φαρμακείο, νομίζω.
Ή στον φούρνο.
Δεν ξέρω.
Το κατάλαβα όταν πήγα στο μανάβικο και δεν είχα να πληρώσω.
Με κοίταζε η Βάσω… εγώ…» Σταμάτησε εκεί.
Έστρεψε το πρόσωπο προς το παράθυρο.
Κατάλαβα ότι ντρεπόταν.
Ο δικός μου πατέρας, που μια ζωή δούλευε σαν σκυλί, που δεν χρώσταγε σε άνθρωπο, είχε φτάσει να μην μπορεί να αγοράσει ψωμί και να ντρέπεται στον μανάβη.
Το επόμενο πρωί πήγαμε μαζί στο Αστυνομικό Τμήμα για δήλωση απώλειας. Μετά ΚΕΠ, τράπεζα, φαρμακείο, ουρές, χαρτιά, υπογραφές, «ελάτε ξανά τη Δευτέρα», εκείνη η γνωστή ελληνική ταλαιπωρία που για μένα ήταν εκνευρισμός αλλά για εκείνον βουνό.
Σε μια στιγμή μπερδεύτηκε, μου έδωσε λάθος χαρτί και ψιθύρισε: «Συγγνώμη, παιδί μου. Σε ταλαιπωρώ.» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους