«Πάλι λείπουν λεφτά από τον λογαριασμό, Νίκο;» του φώναξα από την κουζίνα, κρατώντας στα χέρια μου δυο αποδείξεις από σούπερ μάρκετ και μια κατάθεση σε ΑΤΜ. Τα δάχτυλά μου έτρεμαν. Δεν ήταν μόνο το...
«Πάλι λείπουν λεφτά από τον λογαριασμό, Νίκο;» του φώναξα από την κουζίνα, κρατώντας στα χέρια μου δυο αποδείξεις από σούπερ μάρκετ και μια κατάθεση σε ΑΤΜ.
Τα δάχτυλά μου έτρεμαν.
Δεν ήταν μόνο το ποσό.
Ήταν οι ημερομηνίες.
Ήταν ότι την ίδια εβδομάδα είχαμε κόψει το κρέας για να βγει ο μήνας. Ο Νίκος πάγωσε στην πόρτα.
Κρατούσε ακόμα τα κλειδιά στο χέρι.
Με κοίταξε σαν παιδί που το έπιασαν να λέει ψέματα, κι εκείνη η ματιά με πείραξε πιο πολύ απ’ όλα. «Άσε με να σου εξηγήσω», είπε χαμηλά. «Όχι.
Πρώτα πες μου αν δίνεις λεφτά στη μάνα σου πίσω από την πλάτη μου.» Δεν απάντησε αμέσως.
Και μόνο αυτή η σιωπή έφτανε.
Όλα άρχισαν να δένουν με τρόπο που με έκανε να νιώθω χαζή.
Οι σακούλες με τα ψώνια που “έστελνε ένας ξάδερφος από το χωριό”. Τα τηλεφωνήματα που έκοβε μόλις έμπαινα στο δωμάτιο.
Τα νεύρα του κάθε φορά που του έλεγα να προσέξουμε, γιατί έχουμε δύο παιδιά, ενοίκιο, φροντιστήρια, λογαριασμούς.
Ζούμε στην Αθήνα μετρημένα, όχι άνετα.
Κάθε ευρώ το γυρίζω από δω κι από κει.
Κι εκείνος έβγαζε λεφτά από τον κοινό μας λογαριασμό λες και ήταν μόνο δικά του.
Τελικά κάθισε στην καρέκλα και πέρασε το χέρι στο πρόσωπό του. «Η μάνα μου χρωστάει», είπε. «Πολύ.» Γέλασα νευρικά.
Άσχημο γέλιο. «Πολύ πόσο;» «Σε δάνεια, σε κάρτες, στο μπακάλικο στο χωριό… και κάτι γραμμάτια παλιά.» «Και εσύ το ήξερες όλο αυτό και δεν μου είπες τίποτα;» «Δεν ήθελα να σε φορτώσω.» Αυτό το “να μη σε φορτώσω” το έχω ακούσει πολλές φορές από άντρες που κάνουν ζημιά και μετά το βαφτίζουν προστασία.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου.
Όχι από θυμό μόνο.
Από ταπείνωση.
Η πεθερά μου, η κυρία Αθανασία, πάντα είχε έναν τρόπο να εμφανίζεται σαν θύμα. «Μόνη γυναίκα είμαι, παιδάκι μου», έλεγε στον Νίκο με εκείνη τη φωνή τη λεπτή, την πονεμένη.
Την είχα βοηθήσει κι εγώ.
Της είχα πάει φάρμακα, της είχα στείλει λάδι, είχα κάνει υπομονή στις προσβολές της.
Γιατί ναι, με προσέβαλε.
Μπροστά σε κόσμο. «Η Μαρία είναι καλή, αλλά σφιχτή», έλεγε γελώντας.
Σφιχτή, επειδή έλεγα ότι πρώτα θα πληρώσουμε το ρεύμα και μετά τα περιττά. «Δεν είναι μόνο τα χρέη, έτσι;» τον ρώτησα.
Σήκωσε τα μάτια και τότε το κατάλαβα.
Υπήρχε κι άλλο. «Μίλα, Νίκο.» «Είναι και το σπίτι στο χωριό.» Έμεινα ακίνητη.
Το σπίτι αυτό, στην Αιτωλοακαρνανία, το άκουγα χρόνια σαν μισή κουβέντα σε οικογενειακά τραπέζια.
Κάτι για τον αδερφό της Αθανασίας.
Κάτι για ένα οικόπεδο δίπλα.
Κάτι για υπογραφές που δεν μπήκαν ποτέ.
Πάντα όταν ρωτούσα, ο Νίκος έλεγε «παλιές ιστορίες». Να που δεν ήταν καθόλου παλιές. «Η μάνα μου είχε πάρει δάνειο βάζοντας σαν εγγύηση… τέλος πάντων, μπλέχτηκε με το μερίδιο.
Υπάρχει διαμάχη με τον θείο μου.
Αν χαθεί η υπόθεση, μπορεί να ζητήσουν και άλλα.» «Μπορεί να ζητήσουν από ποιον;» τον διέκοψα. «Από εκείνη ή από εσένα;» Δεν μίλησε.
Ένιωσα κρύο.
Κανονικό κρύο, μέσα Ιούλη.
Σκέφτηκα τα παιδιά που κοιμόντουσαν στο διπλανό δωμάτιο.
Τη μικρή μας που θέλει μπαλέτο και όλο της λέω “θα δούμε τον άλλο μήνα”. Τον μεγάλο που ζητάει υπολογιστή για το σχολείο και καθυστερούμε.
Και ο πατέρας τους έθαβε λεφτά σε μια τρύπα χωρίς πάτο, χωρίς να μου πει λέξη. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους