«Δεν είμαι υπηρέτριά σου, Μαρία. Ούτε ο Νίκος είναι τράπεζα.» Η φωνή της Ελένης έσπασε μέσα στην κουζίνα, την ώρα που το μπρίκι είχε αρχίσει να φουσκώνει και η μικρή Άννα έκλαιγε από το σαλόνι. Η...
«Δεν είμαι υπηρέτριά σου, Μαρία. Ούτε ο Νίκος είναι τράπεζα.» Η φωνή της Ελένης έσπασε μέσα στην κουζίνα, την ώρα που το μπρίκι είχε αρχίσει να φουσκώνει και η μικρή Άννα έκλαιγε από το σαλόνι. Η Μαρία γύρισε και την κοίταξε σαν να την είχε προσβάλει θανάσιμα. «Α, τώρα σου πέφτω βάρος; Τώρα που δεν έχω κανέναν;» Εγώ στεκόμουν στην πόρτα, με το πουκάμισο μισό κουμπωμένο, έτοιμος να φύγω για δουλειά, και ένιωσα εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στο στήθος.
Αυτό που έχω κάθε πρωί τους τελευταίους επτά μήνες.
Όταν η Μαρία ήρθε σπίτι μας στην Αθήνα, δεν το συζητήσαμε πολύ.
Η αδερφή της γυναίκας μου είχε μόλις διαλυθεί.
Ο άνθρωπος με τον οποίο ζούσε στην Πάτρα την πέταξε έξω σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη, μόλις έμαθε πως δεν ήταν ο βιολογικός πατέρας της μικρής. Χαμός. Φωνές. Κατηγορίες. Ντροπή.
Οι γονείς τους είναι στο Αγρίνιο, με μια σύνταξη ίσα να φτάνει για τα φάρμακα και το ρεύμα.
Οπότε τι να κάναμε; Την πήραμε σε μας. «Μέχρι να σταθεί στα πόδια της», είπαμε.
Μόνο που η φράση αυτή έγινε λάστιχο.
Στην αρχή ήμουν κι εγώ όλος κατανόηση.
Της πήραμε κρεβάτι για τη μικρή, αδειάσαμε το μικρό δωμάτιο που είχαμε για γραφείο, πληρώναμε πάνες, γάλατα, μέχρι και παιδίατρο. Η Ελένη της έφτιαξε βιογραφικό.
Της έστειλε αγγελίες για γραμματεία, καφέ, τηλεφωνικό κέντρο, ακόμα και για part-time σε φούρνο στη γειτονιά. Η Μαρία είχε πάντα μια απάντηση. «Πού να αφήσω το παιδί;» «Δεν είμαι σε κατάσταση ακόμα.» «Με τι ψυχολογία να πάω;» Τον τρίτο μήνα άρχισα να καταλαβαίνω πως δεν μιλάμε πια για προσωρινή βοήθεια.
Μιλάμε για εγκατάσταση.
Ξυπνούσα και έβρισκα νεροχύτη γεμάτο.
Γυρνούσα από τη δουλειά και η τηλεόραση άνοιγε από το μεσημέρι, ενώ η Μαρία ήταν στον καναπέ με τις φόρμες και το κινητό στο χέρι.
Η μικρή, καημένο πλάσμα, κολλημένη πάνω στην Ελένη λες και ήταν δεύτερη μάνα της.
Μια μέρα πλήρωνα λογαριασμούς στο laptop και είδα πως είχαμε μπει ήδη μέσα.
Ενοίκιο, ρεύμα, σούπερ μάρκετ, παιδικά πράγματα, όλα πάνω σε δύο μισθούς που στην Αθήνα έτσι κι αλλιώς δεν φτάνουν.
Δουλεύω σε αποθήκη στον Ρέντη. Η Ελένη είναι σε φαρμακείο στο Παγκράτι.
Δεν είμαστε άνθρωποι με άνεση.
Κρατιόμαστε με πρόγραμμα, μετρημένα, κόβοντας από δω κι από κει.
Και ξαφνικά δεν έφταναν ούτε για τα βασικά.
Το βράδυ της το είπα ήρεμα. «Μαρία, πρέπει να αρχίσεις να ψάχνεσαι σοβαρά.
Δεν γίνεται αλλιώς.» Κατέβασε το ποτήρι στο τραπέζι λίγο πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν. «Δηλαδή θέλετε να με πετάξετε έξω.» «Μη διαστρεβλώνεις αυτά που λέω», της απάντησα. «Σου λέω να κάνεις ένα βήμα.
Υπάρχουν και επιδοτούμενα διαμερίσματα, υπάρχουν δομές, υπάρχουν λύσεις.» Γέλασε.
Ένα γέλιο πικρό, ειρωνικό. «Ναι, βέβαια.
Να πάω με το παιδί σε τρύπα και να καθαρίζω σκάλες για 500 ευρώ.
Πολύ ωραία ζωή μου προτείνεις.» Εκεί κάτι μέσα μου γύρισε.
Γιατί εγώ για τι σκοτώνομαι κάθε μέρα; Για χόμπι; Για πλάκα; Για να έρχομαι σπίτι και να νιώθω ξένος στον χώρο που πληρώνω; 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους