フランス・モナムール (ΓΑΛΛΙΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ) "΄Ετσι ξαφνικά ", Ρυούσκε Χαμαγκούτσι, 2026. Να ένας κινηματογραφιστής που παρατηρεί με αγάπη την ανθρώπινη ύπαρξη παγιδευμένη στο αέναο παιχνίδι του έρωτα, του τυχαίου...
フランス・モナムール (ΓΑΛΛΙΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ) "΄Ετσι ξαφνικά ", Ρυούσκε Χαμαγκούτσι, 2026. Να ένας κινηματογραφιστής που παρατηρεί με αγάπη την ανθρώπινη ύπαρξη παγιδευμένη στο αέναο παιχνίδι του έρωτα, του τυχαίου και των ιδεών (όπως ο Rohmer) διαλύοντας τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ερμηνεία των ηθοποιών (όπως ο Κασσαβέτης). Αυτό είχα αισθανθεί βλέποντας το σχεδόν πειραματικό "Happy Hour" (διάρκειας 317 λεπτών) γυρισμένο έξι χρόνια πριν το "Drive my Car" (2021) αποδείξει θριαμβευτικά ότι ο Ρυούσκε Χαμαγκούτσι, ο πιο λαμπρός φοιτητής του Κιγιόσι Κουροσάουα στο Πανεπιστήμιο Καλών Τεχνών του Τόκυο, είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από την πρώτη μας εντύπωση: ο Ασιάτης φιλμουργός της δεκαετίας.
Δομημένο σ' ένα εργαστήρι υποκριτικής για ερασιτέχνες ηθοποιούς, το "Happy Hour"-δεξιοτεχνικό χρονικό της φιλίας μιας γυναικοπαρέας στον ωκεανό του χρόνου και των αλλαγών- χάρισε στις τέσσερις πρωτοεμφανιζόμενες πρωταγωνίστριές του το βραβείο ηθοποιίας στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο το 2015.
Πολύ πιο φιλόδοξο προϊόν της Χαμαγκουτσι-κής σεναριακής διαλεκτικής και διαλογικής μαεστρίας, το "Έτσι ξαφνικά"- που σε συνεργασία με τη Γαλλο-Ιαπωνίδα μεταφράστρια Léa Le Dimna διασκευάζει το επιστολικό μυθιστόρημα δύο πραγματικών προσώπων, της φιλοσόφου Μάκικο Μιγιάνο και της ιατρικής ανθρωπολόγου Μάχο Ισόνο -χάρισε στo διάσημo δίδυμο των πρωταγωνιστριών του το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο φετινό Φεστιβάλ Καννών.
Η ξανθιά και γήινη Γαλλο-Βελγίδα Virginie Efira έμαθε γιαπωνέζικα για να ερμηνεύσει -χωρίς φωνητική μιμική- τη Μαρί-Λου, μια νέα, όμορφη Γαλλίδα ιατρική ανθρωπολογόγο με μεταπτυχιακές σπουδές στο Τόκυο, που εφαρμόζει την ανθρωποκεντρική μέθοδο φροντίδας ηλικιωμένων με άνοια, "Humanitude", στον οίκο ευγηρίας που διευθύνει στα παρισινά προάστια.
Και η μελαχρινή και λεπτή σαν μίσχος Γιαπωνέζα Τάο Οκαμότο -που ήρθε στο σινεμά από τη διεθνή σκηνή της μόδας- ενσαρκώνει τη Μάρι μια αβανγκάρντ σκηνοθέτιδα που έχει φέρει στη Γαλλία ένα θέαμα εμπνευσμένο από τον σπουδαίο Ιταλό ψυχίατρο Franco Basaglia.
Όταν ένα θαυμάσιο καπρίτσιο του τυχαίου, που παίρνει τη μορφή του καθυστερημένου νεαρού Τόμοκι, τις διασταυρώνει σ' ένα πάρκο (που θα άρεσε στον Rohmer της "Γυναίκας του Αεροπόρου") οι δύο γυναίκες (μάλλον αδελφές ψυχές) συνδέονται με την πιο ευγενική, πλατωνική, διαπολιτισμική φιλία που θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει.
Στο τέλος συνεργάζονται ως θεραπεύτριες/σκηνοθέτριες στη σκηνή ενός "μικρού ακτιβιστικού θεάτρου": -του αληθινού οίκου ευγηρίας όπου γυρίστηκε η ταινία και όπου η παράσταση του έργου της Μάρι καταλήγει σε έναν ομαδικό αυτοσχεδιασμό των τροφίμων του ιδρύματος.
Η τέχνη σαν θεραπεία κόντρα στην αρρώστια, τα γηρατειά και τον θάνατο όχι μόνο της Μάρι που αργοσβήνει από καρκίνο σε τελικό στάδιο, αλλά -συμβολικά- ολόκληρης της υφηλίου, που στραγγαλίζεται από τον εκτός ελέγχου καπιταλισμό.
Η πιο πολιτική μέχρι σήμερα ταινία του Χαμαγκούτσι φανερώνει διακριτικά τον ριζοσπαστικό ανθρωπισμό της από το πρώτο μέρος με την πολύ αναλυτική καταγραφή της θεμελιακής σύγκρουσης της Μαρί-Λου με την εργοδοσία και την παλιά, συντηρητική νοσηλεύτρια Σοφί, που για διαφορετικούς λόγους σαμποτάρουν την κοστοβόρα και χρονοβόρα μετεκπαίδευση των φροντιστών στις μεθόδους της "Humanitude". Και τον εκθέτει στο άπλετο φώς ακριβώς στο κέντρο του φιλμ, όταν η λευκή νύχτα της ψυχής που βιώνουν οι ηρωίδες κορυφώνεται σ' ένα μίνι σεμινάριο πολιτικής φιλοσοφίας, που η Μάρι παραδίδει στη Μαρί-Λου, "φλερτάροντάς τη διανοητικά". Η σκηνή θυμίζει το ευφάνταστο μάθημα πολιτικής οικονομίας της Έλεν (Sylvia Sidney) σε μια "τάξη" σκληρών παραβατικών στο τραγικά παραγνωρισμένο μπρεχτικό μιούζικαλ "You and Me" του Lang, και δεν πρόκειται για ανιαρά διδακτική "αριστερή παρένθεση" στην αργή εξέλιξη μιας ταινίας χωρίς δράση.
Υπέροχα γραμμένη και ερμηνευμένη αποτελεί την πιο μεγάλη επιφώτηση της Μαρί-Λου (και του θεατή) από την πολυεπίπεδη αφήγηση, που κυλάει αβίαστα από "φωτισμό" σε "φωτισμό" -"έλλαμψη" / "κομορέμπι"/"σατόρι", πείτε το όπως θέλετε.
Η ίδια η εξαίσια εινονογραφία του Alan Guichaoua μας οδηγεί σ' αυτή την ανάγνωση με τις δύο -πιο υποβλητικές- σκηνές του φιλμ.
Η μια είναι γυρισμένη στα προάστια του Παρισιού και η άλλη στα περίχωρα του Κυότο.
Και οι δύο αρχίζουν στο σκοτάδι και καταλήγουν να φωτίζονται από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου που ανατέλλει σε φυσικό χρόνο μέσα στη λήψη.
Η αγάπη του Χαμαγκούτσι τόσο στους μεγάλους μύστες του σινεμά - τον Bresson του "Τέσσερις νύχτες ενός ονειροπόλου", που αναπολεί η περιπλάνηση των ηρωίδων στις όχθες του Σηκουάνα, τον Ταρκόφσκι του "Καθρέφτη" που εμπνέει το σκηνικό στήσιμο της αυγής στην εξοχή του Κυότο- όσο και στους μεγάλους εικονοκλάστες - τον Godard και τον Rivette, που απέδειξαν ότι "Κάθε μυθοπλασία είναι ένα ντοκιμαντέρ για τους ηθοποιούς της"- θωρακίζει τη σκηνοθεσία τού "Έτσι ξαφνικά" που θα μπορούσε κάλλιστα να γλιστρήσει στο φτηνό μελόδραμα και τα κροκοδείλια δάκρυα.
Αντίθετα απαθανατίζοντας τη σύντομη ιστορία αγάπης ανάμεσα σε μια νέα Γαλλίδα ανθρωπολόγο και μια ετοιμοθάνατη Γιαπωνέζα σκηνοθέτιδα, που ενώνουν τις δυνάμεις τους στον αγώνα για το αξιοπρεπές πέρασμα των ηλικιωμένων με άνοια στην άλλη όχθη, σαν μια μεγάλη καλλιτεχνική χειρονομία που γιορτάζει τον έρωτα της γιαπωνέζικης για τη γαλλική φιλμική πρωτοπορία του 60, ο Χαμαγκούτσι στοχεύει σε μια βαθύτερη συγκίνηση που ενδεχομένως μπορεί να "δυναμώσει" αλλιώς τον θεατή στο σοκ με την πραγματικότητα όπου η ταινία συνεχώς επιστρέφει.
Και παρ' όλες τις αναφορές στο γαλλικό σινεμά , το μεγάλο βερτικάλ της μηχανής πάνω από τις στέγες του ιδρύματος στον γκρίζο ουρανό του πρωινού στο τελευταίο πλάνο είναι ένα νεύμα στο κλείσιμο του "Ουγκέτσου Μονογκατάρι" που καθόλου τυχαία ήταν εμπνευσμένο από δύο διηγήματα του Ακινάρι Ουέντα κι ένα του Guy de Maupassant. JAPON MON AMOUR (ΙΑΠΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους