[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

📚 Άννα Χρυσογέλου-Κατσή τ. Αναπλ. Καθηγ. Φιλοσοφικής Σχολής, ΕΚΠΑ 🕊️ Στέλιου Σπεράντσα, Σμύρνη Το 1959 κυκλοφορεί η συλλογή του Στέλιου Σπεράντσα Λάλον Ύδωρ και την επόμενη χρονιά ο Α. Καραντώνης στη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

📚 Άννα Χρυσογέλου-Κατσή τ. Αναπλ. Καθηγ. Φιλοσοφικής Σχολής, ΕΚΠΑ 🕊️ Στέλιου Σπεράντσα, Σμύρνη Το 1959 κυκλοφορεί η συλλογή του Στέλιου Σπεράντσα Λάλον Ύδωρ και την επόμενη χρονιά ο Α. Καραντώνης στη Νέα Εστία παρατηρεί ότι «πολλές αναμνήσεις από τη Μικρασία αυλακώνουν μελαγχολικά». Λόγω της συγκυρίας επιλέγω να παραθέσω και να σχολιάσω το εκτενές ποίημά του για την «αγαπημένη Σμύρνη», στο οποίο ο Σμυρνιός ποιητής, απευθυνόμενος στην «πατρίδα», εκφράζει τον πόνο του, αλλά και την ελπίδα: Σμύρνη Ανάξιοι και κατάρατοι όσοι αφήνουν τα φρένα τους η λήθη να παγώση για τους ιερούς βωμούς σου, που προσμένουν ευάγγελο ένα μήνυμα, πατρίδα.

Δε σ’ έκλαψα.

Το μίσος γι’ ανθρώπους αλλόκοτους, που ελέγονταν Μεγάλοι κι ανάλγητοι σε κοίταζαν μακρόθε στα νύχια του Κακού να λαχταρίζης, μου στέρεψε και το αίμα και το δάκρυ.

Εγκόλπιο και σταυρός και προσκεφάλι ας μου είναι πάντα τ’ άσβηστο όραμά σου της ομορφιάς σου ανέφελη η πραότη, ώ εσύ της δωδεκάπολης η πρώτη, η ασύγκριτη, μα τόσο ατυχισμένη.

Στου ρεμβασμού την ώρα αναθυμούμαι του φτωχικού σπιτιού μας το κατώφλι.

Την ώρα αυτή ας μπορούσα να γινόμουν το ξένοιαστο παιδί, σαν τότε πάλι, στους δρόμους σου να παίζω, το κεφάλι να υψώνω γελαστά στον ουρανό σου, το πρώτο φτεροκόπημα του στίχου βαθιά μου να ξανάνιωθα, πατρίδα.

Αργά είναι κι η ψυχή μου αναζητεί σε νοσταλγικά, τη γύμνια, που δεν είδα, να κρύψω του κορμιού σου, να ζεστάνω τα μέλη σου τα κρύα, με φλόγες όχι, με της καρδιάς τη λάβα, με τον πόνο λαού διωγμένου, σκόρπιου σαν τα φύλλα, που λίβας απ’ το δέντρο έχει μαδήσει του Γένους.

Στο φιλάδελφο ακρογιάλι, που στοργικά μας δέχτηκε, τον πόνο χαρά δε θα βρεθή να τον κοιμίση καμιά.

Λίγο καπνό μακρόθε μόνο ν’ αντίκρυζε το βλέμμα απ’ τα συντρίμμια, πατρίδα, των εστιών μας.

Φυλαχτό μου τ’ αξέχαστο όνομά σου.

Φυλαχτό σου και σκέπη σου η σκιά του Χρυσοστόμου.

Ώ γη της Ιωνίας, φωτός γεννήτρα, στην αρχοντιά σου ανέγγιχτη.

Κι η βία την όψη σου αν εδάμασε, ν’ αλλάξη δεν είναι βολετό τη θεία σου φύτρα.

Σμύρνη αγαπημένη της όλβιας δωδεκάπολης μαγνάδι, τη φλόγα της καρδιάς σού καίω καντήλι.

Προς σε τα χείλη τείνω διψασμένα μακρόθε, ένα ασπασμό για ν’ αποθώσω στο πλατύ μέτωπό σου, που η κορώνα πανάρχαιη θ’ αστράφτη στον αιώνα.

Πικρό από του βλεφάρου σου τον ήσκιο το δάκρυο να σκουπίσω.

Για να ξαίρη δε στάθηκε κανείς, γραφτό αν δεν είναι ξανά με ορθές φτερούγες τ’ άυλο πλάσμα τη μυρωδιά του κρίνου να σου φέρη.

Ανάλαφρα ας σου γίνουν τα δεσμά σου, χάδι απαλό στα χέρια σου.

Και ως άσμα γλυκό, στις αξημέρωτες τις νύχτες, του Μέλη ο φλοίσβος το άλγος σου ας πραΰνη του χρόνου ως να γυρίσουν οι ωροδείχτες. (Λάλον Ύδωρ, σ. 11-15) Ο Σπεράντσας απευθυνόμενος στη γενέθλια πόλη του χρησιμοποιεί μια βιβλική εικόνα που περιγράφει τη συμπεριφορά του Σημ και του Ιάφεθ, δύο παιδιών του Νώε, τα οποία φρόντισαν να καλύψουν τη γύμνια του μεθυσμένου πατέρα τους αποφεύγοντας να τον κοιτάξουν (Γεν. θ΄ 21-23), και εκφράζει την επιδίωξή του: «τη γύμνια, που δεν είδα,/ να κρύψω του κορμιού σου». Θυμάται, επίσης, τον μαρτυρικό Μητροπολίτη της Χρυσόστομο και αναθέτει την πόλη στην προστασία του.

Δεν θρηνεί, όπως θρηνεί, για παράδειγμα, ο σχεδόν συνομήλικός του Μικρασιάτης συνθέτης και μαέστρος Μ. Καλομοίρης , και τη στάση του αυτή υπαγορεύει η άρνησή του να δεχτεί ως οριστική τη διαμορφωμένη κατάσταση∙ σκέπτεται και ελπίζει ότι δεν είναι απίθανο κάποτε να επαναληφθεί η σκηνή του Ευαγγελισμού, σε ένα διαφορετικό πλαίσιο τώρα: «τ’ άυλο πλάσμα», ο άγγελος δηλαδή, «ξανά με ορθές φτερούγες» να φέρει στην αγαπημένη Σμύρνη «τη μυρωδιά του κρίνου»∙ προσδοκά με άλλα λόγια κάποιο θαύμα που μπορεί να συντελεστεί «του χρόνου» όταν «γυρίσουν οι ωροδείκτες». Και μοιάζει η εικόνα αυτή, με το συγκεκριμένο θρησκευτικό περίβλημα, να απηχεί το πνεύμα των θρήνων της Αλώσεως, στους οποίους αποτυπώθηκε αμέσως μετά το συμβάν, η πεποίθηση του λαού ότι κάποτε θα ανατραπούν τα πράγματα . Ο ποιητής, όμως, δεν θρήνησε για την καταστροφή ούτε παλαιότερα , γιατί το μίσος του γι’ αυτούς «που ελέγονταν Μεγάλοι» « στέρεψε και το αίμα και το δάκρυ» (σ. 11). Το ποίημα άργησε να γραφτεί λόγω του πόνου που προκαλούσε οποιαδήποτε αναφορά στη συμφορά, αλλά, κι αφότου γράφτηκε, πέρασαν χρόνια πολλά μέχρις ότου δημοσιευθεί∙ φαίνεται ότι γράφτηκε στις αρχές της 10ετίας του 1950 , εκδόθηκε όμως, όπως βλέπουμε, στο τέλος της. . 📖 Το ανάτυπο της κας Κατσή με τίτλο Η «Χριστιανική Μικρά Ασία» στο λυρικό έργο του Στέλιου Σπεράντσα (Βιώματα και αναμνήσεις) κοσμεί τη Βιβλιοθήκη της ΕΣΤΙΑΣ και είναι στη διάθεση του αναγνωστικού κοινού. 🙏 Ευχαριστούμε πολύ την κ. Άννα Χρυσογέλου – Κατσή - μέλος της Βιβλιοθήκης της ΕΣΤΙΑΣ - για τη συγγραφή και προσφορά του κειμένου και της ευχόμαστε υγεία και δημιουργική μακροημέρευση! 📚 Πηγή: Από το Αρχείο της Βιβλιοθήκης της ΕΣΤΙΑΣ Ν. Σμύρνης Στ. Σπεράντσας, Λάλον Ύδωρ, Ποιήματα, Πόρφυρας, Αθήνα 1959. Βλ. Α. Καραντώνης, «Τα βιβλία.

Ποιητικές συλλογές», Νέα Εστία, τόμ. 67, τεύχ. 783, 15.2.1960, σ. 268∙ επίσης Ε. Σοφρά, Στέλιος Σπεράντσας.

Ο ποιητής- ο επιστήμονας- ο άνθρωπος, Έκδοση Εστίας Νέας Σμύρνης , σ. 55. Η Σμύρνη είναι από τις αρχαιότερες πόλεις της Ιωνίας.

Εκτός της «παλαιάς Σμύρνης» που ιδρύθηκε 3000 χρόνια π. Χ., υπάρχει και εκείνη που ίδρυσε ο Μ. Αλέξανδρος και οι επίγονοί του κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.

Τότε η πόλη προστέθηκε στο κοινόν των Ιώνων ως δέκατη τρίτη.

Οι άλλες δώδεκα πόλεις είναι: Μίλητος, Μυούς, Πριήνη, Έφεσος, Κολοφών, Λέβεδος, Τέως, Ερυθραί, Κλαζομεναί, Φώκαια, Χίος και Σάμος.

Ο γραμματέας του Χρυσοστόμου Λ. Φιλιππίδης αναφέρει ότι ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος απέρριψε και τη δική του πρόταση για αναχώρηση λέγοντας: « Εγώ να εγκαταλείψω την Σμύρνην και την Μητρόπολίν μου; Ποτέ.

Θα με καταδιώκη η σκιά του Ιερού Πολυκάρπου ως άνανδρου » (Α. Μπιλιανός, Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος.

Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη Μικρασιατική Καταστροφή, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2021, σ. 610). Βλ. σχετικά στο έργο: Α. Μπιλιανός, Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος.

Από τον Μακεδονικό Αγώνα στη Μικρασιατική Καταστροφή, ό. π., σ. 617-659: Το μαρτύριο.

Πρβλ. και τώρα μάταια Σε καλώ/ Σμύρνη και σας ονείρατα χαμένα/ χρόνια παιδιάτικα, χρυσά/ σας κλαίω.

Σας θρηνώ/ Σμύρνη/ Χαμένη μου πατρίδα/ δε θα σε ξαναϊδώ, (Μ. Καλομοίρης, «Νοσταλγία», στον τόμ.

Θρήνοι και παινέματα για τις χαμένες πατρίδες, Ανθολογούν οι Απόστολος και Καίτη Μαγγανάρη, Επιλογή ποιημάτων από το 1922 μέχρι σήμερα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, Αθήνα 2022, σ. 159-160.

Η προγενέστερη έκδοση της συγκεκριμένης ανθολογίας έγινε από τα Νέα Σύνορα Α. Α. Λιβάνη το 1988). Βλ. «Της Αγιά Σοφιάς», στο: Ν. Γ. Πολίτης, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, Αθήνα 61969, σ. 13-14. Ο διπλωμάτης και συγγραφέας Γ. Σεφέρης δεν αντιλαμβάνεται βέβαια τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο και ευρισκόμενος στη Σμύρνη σημειώνει στο ημερολόγιό του στις 23.10.1950 «πως οι Ερινύες που εξαπολύθηκαν σε τούτον εδώ τον περιορισμένο και απόμακρο τόπο για τους μεγάλους και τους μικρούς της γης, δεν κοιμούνται, και δε θα τις δεις, μήτε συ μήτε τα παιδιά σου, «γας υπό κεύθος» (Γ. Σεφέρης, Μέρες Ε΄ 1 Γενάρη 1945-19 Απρίλη 1951, Ίκαρος, Αθήνα 1977, σ. 225). Δεν ήταν ούτε αυτός παρών στην καταστροφή, τον συνέχει όμως το γεγονός: «Τώρα πια είναι συνηθισμένο πράγμα να μιλάς για τις καταστροφές των πολέμων.

Όμως είναι κάτι βαρύτερο να’ χεις στ’ άντερά σου τον ξαφνικό ξολοθρεμό ενός ολοζώντανου κόσμου . Να’ χεις ακόμη μέσα στ’ αυτιά σου το τρίξιμο των αρμών του την ώρα του αφανισμού.

Και τ’ άσχημα φερσίματα την ώρα εκείνη» (σ. 224). Ο Σολομωνίδης παρατηρεί: « αδάκρυτος στην αρχή από την κατάπληξη μπρος στη μεγάλη συμφορά, άφησε πολύ τον καιρό να περάσει, ως να μπορέσει να μιλήσει» (Χρ. Σολομωνίδης, Ιωνική ποίηση, Αθήνα 1953, σ. 26). Γράφει και η Διδώ Σωτηρίου στα Ματωμένα Χώματα: «Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναύαρχοι με τα χρυσά σιρίτια, οι διπλωμάτες της Αντάντ! . Και να ξέρει κανείς πως μια, μόνο μια κανονιά, μια διαταγή έφτανε να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη.

Και η κανονιά δε ρίχτηκε κι η εντολή δε δόθηκε!» (Δ. Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα, Κέδρος 2008, σ. 356). Πρέπει να το έγραψε στις αρχές του ’50, έμενε ακόμη ανέκδοτο το ’53, και εκδόθηκε το 1959 (βλ. Χρ. Σολομωνίδης, Ιωνική ποίηση, ό. π., σ. 27).

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences