[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Οι Κυριακές των παιδικών μου χρόνων είχαν πάντα την ίδια μυρωδιά, την ίδια ζεστασιά και σχεδόν το ίδιο πρόγραμμα. Ήταν ημέρες που δεν έμοιαζαν με τις υπόλοιπες, όχι επειδή συνέβαινε κάτι σπουδαίο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Οι Κυριακές των παιδικών μου χρόνων είχαν πάντα την ίδια μυρωδιά, την ίδια ζεστασιά και σχεδόν το ίδιο πρόγραμμα.

Ήταν ημέρες που δεν έμοιαζαν με τις υπόλοιπες, όχι επειδή συνέβαινε κάτι σπουδαίο, αλλά επειδή η οικογένεια έβρισκε έναν τρόπο να επιστρέφει κάθε εβδομάδα στο ίδιο σημείο, σαν να την τραβούσε μια αόρατη κλωστή που δεν έπρεπε ποτέ να κοπεί.

Για πολλά χρόνια, κάθε Κυριακή πρωί, οι γονείς μου ετοίμαζαν εμένα και τα δύο αδέλφια μου για να επισκεφτούμε τη γιαγιά και τον παππού από την πλευρά της μητέρας μου.

Ζούσαν σε ένα παλιό σπίτι στα περίχωρα της Αθήνας, με μεγάλη αυλή, λίγα δέντρα, μια κληματαριά και μια ξύλινη πόρτα που έτριζε κάθε φορά που την άνοιγες.

Η διαδρομή δεν ήταν μικρή, κι έτσι το πρωινό ξύπνημα ήταν για εμάς τα παιδιά μια μικρή θυσία.

Όσο κι αν θέλαμε να μείνουμε λίγο ακόμη στο κρεβάτι, γνωρίζαμε πως η Κυριακή είχε το δικό της καθιερωμένο ραντεβού.

Ο πατέρας μου δεν δεχόταν εύκολα τις καθυστερήσεις, ενώ η μητέρα μου φρόντιζε να μη φτάνουμε ποτέ με άδεια χέρια.

Έβαζε σε μια σακούλα φρούτα, κάποιο γλυκό ή ό,τι άλλο μπορούσε να προσφέρει, ακόμη κι αν ήξερε πως η γιαγιά θα είχε ήδη ετοιμάσει τόσα πράγματα, που θα έφταναν για να φάνε δύο οικογένειες.

Για εκείνη, η επίσκεψη στους γονείς της δεν ήταν μια απλή συνήθεια.

Ήταν χρέος αγάπης, ένας τρόπος να τους δείχνει πως, όσο κι αν μεγάλωναν τα παιδιά και άλλαζαν οι εποχές, εκείνοι εξακολουθούσαν να έχουν την ίδια θέση στη ζωή μας.

Ο παππούς συνήθως βρισκόταν στην αυλή.

Ασχολούνταν με τα φυτά του, έκοβε ξερά κλαδιά, περιποιούνταν τις γλάστρες και παρακολουθούσε με προσοχή καθετί που μεγάλωνε μέσα στο μικρό του περιβόλι.

Είχε περάσει μια ζωή δουλεύοντας σκληρά και τώρα, στα χρόνια της σύνταξης, είχε βρει τη χαρά του σε αυτές τις μικρές καθημερινές ασχολίες.

Δεν ήταν άνθρωπος των πολλών εκδηλώσεων, ούτε από εκείνους που αγκάλιαζαν εύκολα.

Η αγάπη του εκφραζόταν με πράξεις, με το ενδιαφέρον του, με το γεγονός πως θυμόταν τι άρεσε σε καθένα από τα εγγόνια του και φρόντιζε να μη λείπει τίποτα όταν ερχόμασταν.

Η γιαγιά, αντίθετα, ήταν η ψυχή του σπιτιού.

Από νωρίς το πρωί είχε αρχίσει τις ετοιμασίες και μέχρι να φτάσουμε είχε προλάβει να κάνει δουλειές που άλλοι θα χρειάζονταν ολόκληρη ημέρα.

Η κουζίνα ήταν το βασίλειό της.

Εκεί έφτιαχνε τα φαγητά της, ζύμωνε ψωμί, ετοίμαζε πίτες και γλυκά, χωρίς ποτέ να υπολογίζει τον κόπο της.

Στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε πάντα κάτι σκεπασμένο με μια καθαρή πετσέτα, ενώ τα ντουλάπια ήταν γεμάτα βάζα με μαρμελάδες, κομπόστες και γλυκά του κουταλιού, φτιαγμένα από τα φρούτα της εποχής. Οι Κυριακές μας είχαν μια παράξενη σταθερότητα.

Το τραπέζι στρωνόταν σχεδόν την ίδια ώρα, οι θέσεις ήταν πάντα οι ίδιες και ο καθένας γνώριζε πού θα καθίσει.

Ο παππούς έπαιρνε τη θέση του στην άκρη, η γιαγιά σηκωνόταν συνεχώς για να φέρει κάτι ακόμη, η μητέρα μου προσπαθούσε να τη βοηθήσει και ο πατέρας μου αναλάμβανε να γεμίσει τα ποτήρια.

Εμείς τα παιδιά ανυπομονούσαμε να τελειώσει το φαγητό, όχι επειδή δεν μας άρεσε, αλλά επειδή τότε άρχιζε το πιο ευχάριστο κομμάτι της ημέρας.

Το φαγητό ήταν πάντα σπιτικό και πλούσιο.

Άλλοτε υπήρχε κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο, άλλοτε γεμιστά, φασολάκια λαδερά, μοσχάρι με μακαρόνια ή κάποιο φαγητό που η γιαγιά είχε αποφασίσει να φτιάξει από το προηγούμενο βράδυ.

Ποτέ δεν ρωτούσε αν θέλαμε να φάμε.

Θεωρούσε αυτονόητο πως κάθε εγγόνι που περνούσε το κατώφλι της έπρεπε να χορτάσει.

Και αν κάποιο παιδί άφηνε λίγο φαγητό στο πιάτο του, εκείνη το παρατηρούσε με εκείνη τη σιωπηλή ανησυχία που έχουν οι άνθρωποι μιας άλλης εποχής, εκείνοι που γνώρισαν τη στέρηση και έμαθαν να θεωρούν το γεμάτο τραπέζι ευλογία.

Στο σπίτι τίποτα δεν πετιόταν εύκολα.

Τα παλιά σεντόνια μετατρέπονταν σε πετσέτες, τα φθαρμένα υφάσματα γίνονταν καλύμματα και τα γυάλινα βάζα αποκτούσαν ξανά χρησιμότητα.

Η γιαγιά είχε κρατήσει μέσα της τη νοοτροπία των δύσκολων χρόνων, τότε που τίποτα δεν περίσσευε και κάθε αντικείμενο είχε αξία.

Ακόμη και τα μικρά πράγματα που εμείς θεωρούσαμε ασήμαντα, εκείνη τα φύλαγε προσεκτικά, γιατί γνώριζε πως κάποτε μπορεί να φανούν χρήσιμα.

Μετά το φαγητό ερχόταν ο καφές των μεγάλων και το δικό μας μικρό πανηγύρι.

Η γιαγιά άνοιγε ένα παλιό μεταλλικό κουτί που φύλαγε στο πάνω ντουλάπι και έβγαζε μπισκότα, καραμέλες και σοκολατάκια.

Δεν τα μοίραζε όλα μαζί.

Έδινε στον καθένα το μερίδιό του, προσέχοντας να μην αδικηθεί κανένα εγγόνι.

Εμείς παίρναμε τον θησαυρό μας και τρέχαμε στην αυλή, όπου το παιχνίδι συνεχιζόταν μέχρι να μας φωνάξουν για να ετοιμαστούμε να φύγουμε.

Ο παππούς συχνά αποκοιμιόταν στην πολυθρόνα του, με την εφημερίδα διπλωμένη στα γόνατα.

Η γιαγιά μάζευε αργά τα πιάτα, έβαζε στην άκρη ό,τι είχε περισσέψει και ετοίμαζε μικρά πακέτα με φαγητό για να πάρουμε μαζί μας.

Πάντα έβρισκε κάτι ακόμη να προσθέσει, ένα κομμάτι πίτα, λίγα φρούτα, ένα βάζο μαρμελάδα.

Ήταν ο δικός της τρόπος να συνεχίζεται η Κυριακή μας και μετά την αναχώρηση, να μας συνοδεύει η φροντίδα της μέχρι το επόμενο ραντεβού.

Μεγαλώνοντας, αρχίσαμε να βρίσκουμε διάφορες δικαιολογίες για να μην πηγαίνουμε κάθε εβδομάδα.

Τα σχολεία, οι φίλοι, οι εκδρομές, οι υποχρεώσεις και αργότερα οι δουλειές έμπαιναν σιγά σιγά ανάμεσα σε εκείνη τη σταθερή συνήθεια.

Οι επισκέψεις αραίωσαν χωρίς να το καταλάβουμε.

Κάποτε οι Κυριακές που περνούσαμε στο πατρικό σπίτι έγιναν δύο τον μήνα, ύστερα μία, μέχρι που έφτασαν να εξαρτώνται από τον χρόνο που περίσσευε.

Ο παππούς έφυγε πρώτος.

Μετά από λίγο καιρό έφυγε και η γιαγιά, παίρνοντας μαζί της εκείνη την ακούραστη φροντίδα που έκανε το σπίτι να μοιάζει πάντα γεμάτο ζωή.

Το παλιό σπίτι πουλήθηκε, τα έπιπλα μοιράστηκαν, τα αντικείμενα σκορπίστηκαν σε διαφορετικά σπίτια και η αυλή που κάποτε ήταν ολόκληρος ο κόσμος μας άλλαξε χέρια.

Για χρόνια πίστευα πως εκείνες οι Κυριακές ήταν απλώς μια οικογενειακή υποχρέωση, μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθούμε επειδή έτσι είχαν αποφασίσει οι μεγάλοι.

Δεν είχα καταλάβει πως μέσα σε εκείνες τις ώρες χτιζόταν κάτι πολύ πιο σημαντικό από μια απλή συνήθεια.

Χτιζόταν η αίσθηση του ανήκειν, η ασφάλεια ότι υπάρχει πάντα ένα σπίτι όπου κάποιος σε περιμένει, ένα τραπέζι που στρώνεται και μια αγκαλιά που δεν χρειάζεται να την κερδίσεις.

Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να αρχίσω να αναζητώ κι εγώ αυτές τις Κυριακές στη δική μου ζωή.

Να επιθυμώ ένα τραπέζι γύρω από το οποίο να χωρούν όλοι, να μαγειρεύω λίγο περισσότερο απ' όσο χρειάζεται, να κρατώ φαγητό για εκείνον που θα αργήσει και να χαίρομαι όταν ακούω την πόρτα να ανοίγει και τα βήματα των αγαπημένων μου να γεμίζουν το σπίτι.

Τώρα καταλαβαίνω πως οι οικογενειακές Κυριακές δεν ήταν ποτέ μόνο το φαγητό, ο καφές, τα γλυκά και οι ώρες που περνούσαν γύρω από ένα τραπέζι.

Ήταν οι άνθρωποι που επέστρεφαν ο ένας στον άλλον, ακόμη κι όταν η καθημερινότητα τους τραβούσε σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

Ήταν οι μικρές επαναλήψεις που τότε μας φαίνονταν συνηθισμένες και σήμερα μοιάζουν ανεκτίμητες.

Ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο μυστικό των οικογενειακών Κυριακών.

Δεν καταλαβαίνεις την αξία τους όταν τις ζεις.

Την ανακαλύπτεις αργότερα, όταν τα σπίτια αδειάσουν, οι καρέκλες μείνουν στη θέση τους χωρίς κανέναν να καθίσει και οι άνθρωποι που κάποτε σε περίμεναν δεν βρίσκονται πια πίσω από την πόρτα.

Τότε συνειδητοποιείς πως εκείνες οι Κυριακές ήταν ένα κομμάτι της παιδικής σου ηλικίας που δεν τελείωσε ποτέ πραγματικά.

Συνεχίζει να ζει μέσα σου, κάθε φορά που στρώνεις ένα τραπέζι για τους δικούς σου ανθρώπους, κάθε φορά που μαγειρεύεις με αγάπη και κάθε φορά που εύχεσαι να μπορούσες, έστω για ένα μεσημέρι, να επιστρέψεις σε εκείνο το παλιό σπίτι και να βρεις όλους τους αγαπημένους σου ξανά στις θέσεις τους. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences