#ΝΑΠΟΛΕΩΝ_ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ: «ΜΕ ΑΜΕΤΡΗΤΑ ΦΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ» ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε σαν σήμερα, #31_Οκτωβρίου_1888. Τις τελευταίες μέρες του 1916...
#ΝΑΠΟΛΕΩΝ_ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ: «ΜΕ ΑΜΕΤΡΗΤΑ ΦΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ» ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε σαν σήμερα, #31_Οκτωβρίου_1888.
Τις τελευταίες μέρες του 1916 ακολουθεί τον πατέρα του -ως ιδιαίτερος γραμματέας του- στην Αίγυπτο, όπου και έμειναν τους πρώτους μήνες του 1917.
Εκεί συνάντησε τον Κ. Π.Καβάφη. Ο Λαπαθιώτης ήταν 29 ετών και ο Καβάφης 54. Από το «Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου – Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας. σε Φιλολογική επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας, Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα, 1986» αντιγράφουμε: «Όπως ήταν φυσικό, και το περίμενα, χάρις στη φιλολογική μου ιδιότητα, από τις πρώτες μέρες της αφίξεώς μας, ήρθα σ’ επαφή με τους καλλιτεχνικούς και φιλολογικούς κύκλους, που αφθονούσαν εκεί πέρα.
Και τότε, κάποιος Αλεξανδρινός φίλος μου, μου πρότεινε να πάω να γνωρίσω τον Καβάφη, που, ομολογώ, πως την εποχή εκείνη ελάχιστα τον είχα παρακολουθήσει, και δεν τον είχα ακόμη εκτιμήσει όσο του άξιζε, όπως συνέβη όταν τον γνώρισα καλύτερα, αργότερα.
Πήγαμε, λοιπόν σπίτι του, ένα απόγεμα προς το βράδυ.
Ο ιδιόρρυθμος σε όλα του και χαριτωμένος ποιητής, προειδοποιημένος για το γεγονός της επισκέψεώς μας, είχε αναμμένες προς τιμήν μου τις σπανίας τέχνης κρεμαστές δαμασκηνές του λάμπες και μας περίμενε.
Λυγερότατος, περιποιητικότατος, με δέχτηκε θερμά και ζωηρά, και καθισμένοι στα ντιβάνια του μικρού, χαρακτηριστικού, εντελώς ανατολίτικού, γραφείου-σαλονιού του, κουβεντιάσαμε για όλα τα ζητήματα που μας απασχολούσαν.
Με την ιδιάζουσά του προφορά, που από τότε απαθανατίστηκε από τόσους και τόσους γνώριμούς μου, την ξενική και ραφιναρισμένη, με τις ειρωνικές και ιδιότυπα φινετσάτες μεταπτώσεις κι αποχρώσεις, μου έκαμε εξαίρετη εντύπωση , λεπτότατου και ευχάριστου “causer”. Έφυγα, υποσχόμενος να ξαναπάω σύντομα, κι αφού μας πρόσφερε, μ’ ένα σωρό ορεκτικά, από τ’ αγαπημένο του κονιάκ.
Έπειτα όμως με την έντονη και πολυάσχολη ζωή μου τον ξέχασα, τ’ ομολογώ και βράδυνα πολύ να ξαναπάω». Μετά την γνωριμία του με την Αλεξάνδρεια, συναντουμε συχνά το όνομα του σε Αλεξανδρινά δημοσιεύματα.
Στις 2 Δεκεμβρίου 1923, δημοσιεύεται στον Ταχυδρόμο το ποίημα του «Απόψε πέθανε η γιαγιά» και ακολουθουν κι άλλα κατα καιρούς.
Στις 17.8.1924, δημοσιεύεται το παρακάτω μονόστηλο στον Ταχυδρόμο της Αλεξάνδρειας, με τίτλο «ΔΙΑΦΘΟΡΕΙΟΝ». Το άρθρο είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα κι εδώ το αποδίδουμε στα Νεα Ελληνικά. «Ένα άντρο διαφθοράς, στο οποίο σύχναζαν νέοι που ανήκαν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις της Αθήνας, αποκαλύφθηκε στην οδό Αιόλου. Η Αστυνομία υπολογίζει ότι περισσότεροι από 1.500 νέοι είχαν περάσει από εκείνο το σχολείο της διαφθοράς.
Το πιο εκπληκτικό, όμως, είναι η έκπληξη και η αγανάκτηση που εκφράζει ο αθηναϊκός Τύπος για την αποκάλυψη αυτού του χώρου.
Αλλά, σε μια πόλη όπου οι νέοι βάφονται, καλλωπίζονται, αρωματίζονται και λικνίζονται σαν γυναικούλες, τι είναι τόσο παράξενο ή θαυμαστό αν έχουν αλλάξει τη σεξουαλική τους συμπεριφορά και έχουν εγκαταλείψει τον ανδρικό προορισμό τους; Και γιατί εξεγείρονται οι Αθηναίοι δημοσιογράφοι εναντίον του σκανδάλου που αποκαλύφθηκε, τη στιγμή που η ποίηση, η διηγηματογραφία, η μυθιστοριογραφία τους και τα περιοδικά τους συναγωνίζονται μεταξύ τους στη δημοσίευση έργων που αποσκοπούν στην πρόκληση ηδονής, σε άσεμνες περιγραφές και σε πορνογραφικές εικόνες; Το άντρο διαφθοράς των νέων αποκαλύφθηκε στις 7 του τρέχοντος μήνα.
Ας δούμε, όμως, τι δημοσίευε σε μια αθηναϊκή εφημερίδα, ανάμεσα σε πολλά άλλα εξίσου αποκρουστικά κείμενα, στις 3 του ίδιου μήνα, ένας Αθηναίος που αυτοαποκαλούνταν «ποιητής» και μάλιστα εξακολουθούσε να βρίσκει θαυμαστές. «Ο έρωτας μεταξύ ομοφύλων έχει υποστεί τόσο συχνές παρεξηγήσεις και έχει ερμηνευτεί τόσο επίμονα με λανθασμένο τρόπο από τη νεότερη κοινωνία, εξαιτίας των στενόμυαλων αντιλήψεών της και του ανόητου φαρισαϊσμού της, ώστε να δώσει αφορμή για τόσες παραλογίες και τόσες κακόβουλες υποδείξεις.
Έτσι, θεωρήθηκε μειονέκτημα, παθολογική ανωμαλία και κάτι που δεν πρέπει να ομολογείται, από το οποίο ο κόσμιος και ελεύθερος άνθρωπος θα έπρεπε μάλλον να αποστρέφει διαρκώς το βλέμμα του». Μια δεκαετία μετά το πρώτο ταξίδι του Λαπαθιώτη στην Αίγυπτο κι αφού εντωμεταξύ υποστηρίζει δημοσίως την ποίηση του Καβάφη, στις 29.10.1927, ο κριτικός Τίμος Μαλάνος, δημοσιεύει στο αλεξανδρινό περιοδικό ΟΘΟΝΗ: ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ Μερικές εντυπώσεις Αθηναίοι Ποιητές Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης είναι ο τύπος του διανοουμένου όπως εννοούμε τον διανοούμενο εμείς οι Αλεξανδρινοί: δηλαδή καλλιεργημένο, προσωπικά αυτοσυγκεντρωμένο και με την ιδιαίτερη εκείνη ευαισθησία που κάνει ωρισμένα άτομα να παθαίνονται στο αντίκρυσμα των ωραίων πραγμάτων.
Ο ποιητής αυτός μου έκανε ως άτομο μιαν εξαιρετικήν εντύπωση.
Μέσα στο καζάνι που βράζει και βουΐζει αδιάκοπα — την Αθήνα, μέσα στην χαρακτηριστικά αντιδιανοητικήν αυτή πόλη, που οι άνθρωποί της τρέχουν και σκουντάνε τους άλλους γιατί κυνηγάνε το ψωμί και θέλουν να ζήσουν, μέσα στην πόλη αυτή ο Λαπαθιώτης, μαζί με κάποιους άλλους, σας προσφέρουν μια παρήγορη συντροφιά.
Κοντά στο Λαπαθιώτη ο διανοούμενος, που επλανήθηκε μάταια μέσα στην Αθήνα, νιώθει κάποτε ν’ αναπνέει.
Συναντά επιτέλους έναν άνθρωπο που ενδιαφέρεται για κάποιες χαρές λιγώτερο υλικές, για έναν κόσμο που είναι η ευτυχία όλων εκείνων που καλλιεργούν και περιποιούνται κάποια θερμοκηπιακά άνθη — τα άνθη των ιδεών. Ο Λαπαθιώτης ζει την ήσυχη και ευχάριστα ζεστήν αυτή ατμόσφαιρα.
Είναι από την οικογένεια των λεπτών εκείνων εστέτ που αισθάνονται να κινούνται πιο ελεύθερα μέσα στη μοναξιά τους, δημιουργώντας έτσι καλύτερα το θόρυβό τους.
Ο άνθρωπος αυτός είναι μια σπάνια ποιητική φύσις, μια φύσις πολύ εκλεπτυσμένη που αρέσει, γιατί είναι κυρίως μετρημένη στην κάθε της εκδήλωση, όπως είναι άλλωστε μετρημένα όλα τα αισθήματα που τα διυλίζει η διάνοια. Τον Λαπαθιώτη τον εγνώριζα από μερικά του ποιήματα, που τα χαρακτηρίζει η ευγενικότητα του αισθήματος, ο αισθησιασμός, η μουσικότητα και μια λιτότητα στην έκφραση, και από μερικά κριτικά σημειώματα ακόμα, που μου έκαμαν εντύπωση για τη βαθύτητά τους και την κλασικότητα του ύφους των.
Δυστυχώς όμως τον εγνώριζα και τον γνωρίζω ατελώς ακόμα, γιατί ο ποιητής αυτός έχει πολλά χρόνια να κάμει πυκνές εμφανίσεις.
Τα λίγα ποιήματά του, που ξέρω, τα ανεζήτησα, μπορώ να πω, μέσα στη μνήμη ωρισμένων θαυμαστών του.
Βιβλίο του δεν υπάρχει.
Αλλά κι αυτό ακριβώς το λίγο που γνωρίζουμε απ’ αυτόν σταματά εκείνον που ξέρει να ζυγίσει την ποιότητα των σπάνιων πραγμάτων. Ο Λαπαθιώτης σήμερα θα είναι τριανταέξη περίπου χρονών, αλλ’ εκείνος που θα τον δει για πρώτη φορά θα τον κάνει περισσότερο από είκοσι.
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του είναι λεπτά, σχεδόν γυναικεία.
Έχει το δέρμα λείο και παράξενα χλωμό.
Η έκφρασή του έχει κάτι το διανοητικά ρεμβώδες.
Ζει μ’ έναν εντελώς δικό του τρόπο.
Την ημέρα όλη την περνά κατάκλειστος μέσα στο σπίτι του και μόνο κατά τα μεσάνυχτα βγαίνει έξω.
Οι φίλοι του, μάλιστα, διατείνονται ότι, εάν κατορθώνει και διατηρεί ακόμη αυτή του τη δροσεράδα, τούτο οφείλεται στο ότι ο Λαπαθιώτης έχει πολλά χρόνια ν’ αντικρύσει το φως του ηλίου! Και πράγματι μια τέτοια χλωμάδα μονάχα ο Ενδυμίων θα είχε... Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς εγνώρισα μαζί του.
Εκείνο όμως που θυμάμαι καλά είναι πως όταν τον συνάντησα κάποτε, ήτανε περασμένα μεσάνυχτα ήδη και ότι όσες φορές ιδωθήκαμε, ύστερ’ από την πρώτη φορά, ήσαν πάντοτε η μία ή πέντε το πρωί.
Ο άνθρωπος αυτός ζει τη νύχτα.
Ο νυχτερινός άνεμος είναι το στοιχείο του.
Μέσα στο σκοτάδι ξέρει να βλέπει θαυμάσια.
Για τον Λαπαθιώτη θα μπορούσε κανείς να επαναλάβει τη φράση εκείνη που τελειώνει έναν αισθητικό διάλογο του Ουάιλδ: «Ονειροπόλος είναι εκείνος που μονάχα στο φως του φεγγαριού μπορεί να βρει το δρόμο του και η τιμωρία του είναι ότι βλέπει την αυγή πρωτύτερ’ απ’ όλον τον άλλον κόσμο». Ο Λαπαθιώτης κάνει έναν βίο θεωρητικό.
Προτιμά να ονειροπολεί ώρες κι ώρες μακρυά από κάθε δράση, μακρυά από το θόρυβο της βιοπάλης, που τρομάζει ενάντια στις ήρεμες πεταλούδες της σκέψης.
Αλλ’ ο τρόπος που ζει ο ποιητής μας τον κάνει τύπο. Ο Λαπαθιώτης είναι μοναδικός.
Έχει δημιουργήσει γύρω από τ’ όνομά του θρύλους και φήμες.
Έχει δώσει στις εκδηλώσεις του και στις πράξεις του μια τέτοια αοριστία που τον κάνει, για τους άλλους, μυστηριώδη.
Η ζωή του είναι όπως και οι στίχοι του.
Τη μαθαίνει κανείς διαφορετικά από δυο διάφορα στόματα.
Μου έτυχε κάποτε ν’ ακούσω ποίημά του από δυο θαυμαστές του, και το άκουσα και τις δυο φορές αλλοιωμένο.
Και τούτο γιατί ο Λαπαθιώτης αγαπά περισσότερο τις φήμες των πράξεών του από τις πράξεις του τις ίδιες.
Είναι από εκείνους που αποφεύγουν τους ανθρώπους, μα που τρελλαίνονται να είναι οι παρεξηγημένοι των ανθρώπων.
Του αρέσει να ενδιαφέρει τους άλλους, μα χωρίς να τους δίνει μια ακριβή εικόνα της υποστάσεώς του.
Φαίνεται ότι ακολουθεί πιστά το περίφημο απόφθεγμα του δασκάλου του: «Το να ορίζει κανείς είναι σαν να περιορίζει». Μια μέρα ήθελα να του δώσω ραντεβού για τη νύχτα.
Ανέθεσα λοιπόν σ’ έναν κοινό μας φίλο να του τηλεφωνήσει.
Πράγματι, όταν συνάντησα τ’ απόγευμα το φίλο μου, τον ερώτησα εάν του τηλεφώνησε και τι του είπε. — Ναι, τηλεφώνησα, μα δεν μου φαίνεται να μ’ άκουσε. — Πώς αυτό; — Δεν ξέρω.
Αρχικώς ρωτώ: Εσύ είσαι Ναπολέων; Και ακούω ένα «ναι». Είπα βέβαια ό,τι είχα να πω, αλλ’ όταν ζήτησα να μάθω αν μ’ είχε ακούσει, αντιλαμβάνομαι τη δεσποινίδα του κέντρου να μου λέγει ότι το τηλέφωνο δεν απαντά.
Προσπάθησα να ξαναπάρω τον αριθμό, αλλά μάταιος κόπος: το τηλέφωνο δεν απαντούσε. — Και όμως, προσθέτει ο φίλος μου, είμαι βέβαιος ότι ο Λαπαθιώτης άκουσε όλα όσα του είπα! — Σαν πεζολόγος μου φαίνεσαι, προσθέτω.
Τη νύχτα όμως, για να έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας, επήγαμε και τον περιμέναμε στον κήπο του Μουσείου.
Είμαστε εκεί κατά τη μία.
Περιμέναμε, βέβαιοι ότι δεν θα ερχόταν.
Ξάφνου όμως, στην ωρισμένη ώρα, να ο Λαπαθιώτης, ζητώντας κάποιο φίλο του δήθεν και εκπληττόμενος δήθεν που μας συναντά.
Εννοείται ότι το πρόσωπο που περίμενε δεν ήλθε ούτε στις δύο.
Εν τω μεταξύ τον ερωτήσαμε αν είχε γνώση του τηλεφωνήματός μας κι αυτός μας διαβεβαίωσε ότι δεν έλαβε κανένα τέτοιο τηλεφώνημα.
Και όμως, ο κοινός και στους δυο μας φίλος, όταν μείναμε μετά οι δυο μας, με διαβεβαίωνε ότι ο Λαπαθιώτης είχε ακούσει όλο το τηλεφώνημα, αλλ’ ήθελε να μας αφήσει, κατά τη συνήθειά του, σε μιαν αμφιβολία, που εκμεταλλευόταν αναλόγως.
Ή δεν θα ερχόταν το βράδυ, εάν μετανίωνε, και θα ήταν τέλεια δικαιολογημένος, ή πάλι θα ερχόταν σύμφωνα με το ραντεβού μας! Το μικρό αυτό περιστατικό δείχνει τις χαριτωμένες ιδιοτροπίες του ποιητή μας.
Όταν τον ρώτησα κάποτε γιατί δεν εκδίδει κανένα από τα βιβλία του, μου είπε ότι δεν βλέπει το λόγο γιατί να τα εκδώσει. — Δεν έχω, μου λέγει, εκείνη τη φιλοδοξία την απαραίτητη για τέτοιου είδους εμφανίσεις.
Εξ άλλου μου αρέσει υπερβολικά να επεξεργάζομαι αδιακόπως εκείνα που γράφω.
Αλλ’ υποθέσατε ότι αποφασίζω κάποτε και εκδίδω.
Θα γράψουν βέβαια δυο-τρεις κριτικοί, θα σας συγχαρούν οι φίλοι σας, ε, κι ύστερα... Ο Λαπαθιώτης, όπως όλοι οι διανοητικοί άνθρωποι σήμερα, έχει πολύ αναπτυγμένη την κριτική διάθεση, που σε κάθε του δημιουργική εκδήλωση άλλο δεν κάνει παρά να παρεμβάλλει ο ίδιος στον εαυτό του, σαν σ’ έναν εχθρό, αμέτρητες δυσκολίες.
Τα ποιήματά του όμως, ούτως ή άλλως, πρέπει να εκδοθούν.
Οι στίχοι του έχουν μια τέτοια ευγένεια που μας τους κάνουν πολύ συμπαθείς.
Είναι αμάρτημα σε μια τόσο φτωχή σε παραγωγή εποχή σαν τη δική μας ένας ποιητής, σαν τον Λαπαθιώτη, να θέλει να μένει ανέκδοτος.
Εννοώ βέβαια απόλυτα τη στάση του αυτή.
Εννοώ πολύ καλά την ιδιοτροπία μερικών λογοτεχνών να μη θέλουν ν’ ανοίξουν στην αγορά το εμπόρευμά τους.
Εννοώ απόλυτα την ηδονή του δημιουργού όταν του ζητούν αδιάκοπα το έργο του κι αυτός φιλάρεσκα το κρύβει.
Αλλ’ είναι αμάρτημα να θέλει κανείς να χαρεί στίχους σαν αυτούς που μεταφέρω εδώ και να μη τους βρίσκει: Ποιήματα του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη Κι ήταν οι μπερντέδες κόκκινοι Κι ήταν άσπρο το κρεββάτι Κι όλο εμέλωνε, όλο ελίγωνε Το γλυκό θαμπό σου μάτι.
Και τα χέρια μου επλεκόντουσαν Στο λαιμό σου γύρω-γύρω Κι έπινα μες απ’ τα χείλη σου Ελωκωάν άχνα, σαν το μύρο.
Κι έτσι, αγάπη μου, σε χόρτασα Και τη γλύκα σου όλην ήπια, Μέσα στ’ άνομα φιλήματα Και τ’ άνομα τα καρδιοχτύπια. Ο Λαπαθιώτης εδώ και δέκα χρόνια πέρασε για λίγους μήνες από την Αίγυπτο.
Το ταξείδι του όμως εκείνο, αν κι είναι τόσο παληό, δεν μπορεί να το λησμονήσει ακόμα.
Μου μίλησε πολλές φορές με νοσταλγία για τις χουρμαδιές, τα νερά, τους λωτούς και τα δειλινά της Αιγύπτου.
Ακόμα και τώρα που βρίσκομαι μακρυά του, όταν μου γράφει καμιά φορά κανένα γράμμα, μου το τελειώνει με «αμέτρητα φιλιά» προς όλη την Αίγυπτο! Δεν ξέρω πώς βλέπουν οι άλλοι Αθηναίοι λόγιοι την Αίγυπτο.
Μα ούτε και θα μ’ ενδιέφερε να μάθω.
Εκείνο όμως που θα ήθελα πολύ είναι να έβλεπα καμιά φορά τον πολιτισμένο αυτόν διανοούμενο, μαζί με μερικούς άλλους ακόμα, να έλθουν στην πολιτισμένη αυτή Αλεξάνδρεια και να μείνουν μαζί μας για πάντα. ΤΙΜΟΣ ΜΑΛΑΝΟΣ» Στις φωτογραφίες θα βρείτε επιπλέον δημοσιεύματα ποιημάτων του στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ ,τις επιστολές του στον Κ.Π.Καβάφη από το Αρχείο Ωνάση, μια φωτογραφία του απο το 1917 που δημοσιευτηκε στο περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ, 18.6.1970 και επεξεργασμένες φωτογραφίες του, απο το Ε.Λ.Ι.Α, μπροστά στη Σφίγγα, στις Πυραμίδες.
Σήμερα 31 Οκτωβρίου 2026, συμπληρώνονται 138 χρόνια από τη γέννηση του. Εις μνήμην του . #ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ #LAPATHIOTIS
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους