Και την ίδια εποχή ήταν που απετόλμησα να φορέσω τ’ ανοιχτά πουκάμισα, που τ’ αποκαλούσαν "α λα Μπάιρον". Δεν θα ξεχάσω το απόγευμα εκείνο που πρωτοβγήκα στην οδό Σταδίου, συνοδευόμενος από τον...
Και την ίδια εποχή ήταν που απετόλμησα να φορέσω τ’ ανοιχτά πουκάμισα, που τ’ αποκαλούσαν "α λα Μπάιρον". Δεν θα ξεχάσω το απόγευμα εκείνο που πρωτοβγήκα στην οδό Σταδίου, συνοδευόμενος από τον Παπατσώνη, που έδειξε κι αυτός μεγάλη τόλμη, απλώς μόνο με το να έρχεται μαζί μου! Ο κόσμος σταματούσε και με κοίταζε, όπως κοιτάζουν τ’ αξιοπερίεργα! Ψίθυροι, άλλοτε καλοί και κολακευτικοί, κι άλλοτε σκανδαλίσματος κι αποδοκιμασίας με παρακολουθούσαν ως το Σύνταγμα.
Κι όταν καθήσαμε στο τέλος στου "Ντορέ" -κέντρο κοσμικό παροιμιώδες, μοναδικό, μαζί με του "Γιαννάκη", -είχαμε το συναίσθημα πως κάναμε έναν καθαρό ηρωισμό! Και στο Φάληρο, που πήγα υστερότερα, έγιναν τα ίδια και χειρότερα Από τότε, λοιπόν, άρχισα να βγαίνω πιο αργά, όλο και πιο αργά -ώσπου, μετά χρόνια αρκετά, έφτασα να βγαίνω μόνο βράδι, τόσο που οι οικείοι μου με λέγαν "νυχτερίδα". Αλλά και η μετά το φαγητό, πολύ νυχτερινή μου περιπλάνηση, και μάλιστα στις μικροσυνοικίες -στο Μεταξουργείο, το Θησείο, τη Δεξαμενή και το Παγκράτι- από τότε ακριβώς χρονολογείται… Μια περιέργεια βαθειά και ανεξήγητη, ένα βαθύ και διαρκές ενδιαφέρον, μ’ έσπρωχνε στο να βλέπω τη ζωή, τους ανθρώπους, τις συνήθειές τους, πλαισιωμένα, και πολύ πιο καθαρά, από το μυστήριο της νύχτας! Γύριζα σπίτι μου κατόπιν, κουρασμένος από περιπλανήσεις κι επεισόδια, με το κεφάλι μου γεμάτο εντυπώσεις… Και σ’ αυτές μου τις περιπλανήσεις, προτιμούσα την τέλεια μοναξιά, για να είμαι ελεύθερος να περπατώ στην τύχη, σύμφωνα με το κέφι μου και τη διάθεσή μου! Αλλά, παράλληλα, σ’ αυτό, είχα σχηματίσει και παρέες από παιδιά απλά, που με σεβόντουσαν, που μ’ αγαπούσαν και που μ’ εκτιμούσαν, σχεδόν σε κάθε γωνιά της πρωτευούσης (τότε μικρής και περιορισμένης) και δεν είχα παρά να διαλέξω το πού θα κατευθύνω την πορεία μου και ποια, απ’ όλες, συντροφιά θα προτιμούσα! Ήμουν, αυτή την εποχή -κι όπως το βλέπω τώρα -ένας μικρός "κατακτητής" στο είδος μου -κάτι σαν δημοφιλής κι "υποψήφιος", με το πλήθος των γνωριμιών μου και με τον τρόπο που εκείνες με λογάριαζαν και που με θεωρούσαν “αρχηγό” τους! 🌹 Σ’ αυτές μου τις νυχτερινές περιπλανήσεις, τις ανερμάτιστες, γνώρισα και συνδέθηκα και με μερικούς ιθαγενείς, με τον Χουσεΐν, ένα σουντανέζο που ήταν ακόλουθος κάποιου εγγλέζου αξιωματικού και που φορούσε κι ο ίδιος μια στολή χακί με φέσι· με τον Μοχάμεντ και τον μικρότερο αδελφό του Αλή και με άλλους.
Χάρη σ’ αυτούς, που έγιναν πιλότοι μου, κατόρθωσα να εισχωρήσω σε μερικά μυστήρια της σκοτεινής φυλής των: Τα δυο αδέλφια μάλιστα, αυτά μ’ οδήγησαν μια νύχτα, με τ’ αμάξι, έξω από την πόλη σ’ ένα αυθεντικό αράπικο, χασισοποτείο, εξαιρετικού ενδιαφέροντος, όπου και παρακολούθησα απάνω στα ντιβάνια, το κλασικό κάπνισμα του απαγορευμένου "παυσωδύνου" μέσα στην υποβλητικότατη ατμόσφαιρα των "τεχνητών" γήινων "παραδείσων"! Άλλη βραδιά μ’ οδήγησαν, όχι μέσα βέβαια -γιατί αυτό ήταν απολύτως ακατόρθωτο- αλλά στα γύρω ενός θρησκευτικού “τεκέ”, απ’ όπου ανέβαιναν στη σιωπή της νύχτας, μονότονες, θρηνώδεις κι ατελεύτητες οι ψαλμωδίες των οιστρηλατημένων "ντερβισάδων". Χάρις σ’ αυτούς και την αφοσιωμένη τους φιλία, εισέδυσα και γνώρισα, έστω και τόσο λίγο και τόσο φευγαλέα, εκείνα που διψούσα να γνωρίσω, τα μόνα που μου έδιναν βαθύ ενδιαφέρον και αληθινήν εξωτική συγκίνηση! Οι ρωμηοί με πήγαιναν στου "Γκρόπι" και στου "Αθηναίου" και στις παριζιάνικες "Revues", σε συγκεντρώσεις κοσμικές, κοσμοπολίτικες και σ’ ανιαρότατα κι ανόητα θεάματα. Ναπολέων Λαπαθιώτης (Τα δύο αποσπάσματα, που δημοσιεύονται, ανήκουν στο κείμενο του Λαπαθιώτη, που φέρει τον τίτλο: «Η ζωή μου», (1888 έως το 1917). Το περιοδικό Μπουκέτο το παρουσίαζε σε συνέχειες, το έτος 1940.
Πολύ αργότερα, το 1984, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος δημοσιεύει το άρθρο: "«Η ζωή μου», ένα λανθάνον κείμενο του Λαπαθιώτη", στο αφιερωματικό (στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη) τεύχος 95 του περιοδικού Διαβάζω και συμπεριλαμβάνει -ανάμεσα σε άλλα- τα παρόντα. 🌹 Κι η ζωή μου εξακολουθεί.
Ομολογώ πως είμαι κουρασμένος, λυπημένος, απογοητευμένος.
Όχι πως είχα πλάσει πολλά όνειρα που μου τα σκόρπισε ή που μου τα διέψευσε: Ήμουν πάντα συντηρητικός, κι οι χίμαιρές μου περιορισμένες.
Ούτε είχα και ποτέ φιλοδοξίες, που δεν κατόρθωσα να ικανοποιήσω.
Δεν είχα ίσως καν φιλοδοξίες.
Δεν ζητούσα παρά τη γαλήνη, την ήρεμη ζωή, το στοχασμό.
Και αυτά, μπορώ σχεδόν να πω πως τα κατόρθωσα.
Και είμαι βέβαιος πως κάποιοι καλοί άνθρωποι, αναμετρώντας έτσι τη ζωή μου, θα είχαν ίσως την ανόητη αφέλεια να με πιστεύουν για πολύ ευτυχισμένο, και για "προνομιούχο" της - ποιος ξέρει! Έτσι φαίνονται τα πράγματα απ' έξω.
Κι όμως εγώ είμαι κουρασμένος! Κι η ζωή μου εξακολουθεί... Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου, απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας / Φιλολογική Επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας Κέδρος, 2009 / Φωτ: Με την στολή του έφεδρου ανθυπολοχαγού, από το συλλεκτικό αρχείο του Κ. Καζάζη 🌹 Οι γάτες μου, έπειτ’ από τους γονείς μου, είναι οι τελευταίοι συγγενείς μου, κι απ’ τους φίλους μου, οι πιο αγαπημένοι. (Από συνέντευξή του, στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα, στις 09.04.1938) 🌹 Σου 'γραψα τόσα γράμματα, και πόσο λυπημένα: δε μου 'γραψες ούτ' ένα. 🌹 Νάρκισσος Απόψε αγάπησα τα μάτια μου κοιτώντας τα μες στον καθρέφτη: να 'ταν το φως που μες στην κάμαρα, τόσο λεπτά κι ανάερα πέφτει.
Να 'ταν το ρόδο τ' απριλιάτικο που το 'xα βάλει στη γωνία να μην το δω να παραδίνεται στη βραδυνή την αγωνία; Nα 'ταν αλήθεια το τριαντάφυλλο που ξεψυxούσε στο ποτήρι - ή κάποιοι πόθοι που με παίδευαν και που είxαν απομείνει στείροι; το ρόδo που 'σβηνε, το πάθος μου, το παραθύρι, που δεν κλείνω, ή μήπως επειδή σε κοίταξαν τόσο πολύ το βράδυ εκείνο;
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους