Η αντάρτισσα δικηγόρος Αλίκη Βέττα παρελαύνει έφιππη στην απελευθέρωση τής Θεσσαλονίκης, 30 Οκτωβρίου 1944. «ΑΜΑΖΟΝΑ» ήταν το παρατσούκλι της. Εκτελέστηκε τον Μάιο τού 1948 με άλλους 10 κομμουνιστές...
Η αντάρτισσα δικηγόρος Αλίκη Βέττα παρελαύνει έφιππη στην απελευθέρωση τής Θεσσαλονίκης, 30 Οκτωβρίου 1944. «ΑΜΑΖΟΝΑ» ήταν το παρατσούκλι της.
Εκτελέστηκε τον Μάιο τού 1948 με άλλους 10 κομμουνιστές στο Γεντί Κουλέ. Η Αλίκη Βέττα γεννήθηκε στην περιοχή του Ντεπώ Θεσσαλονίκης.
Ο πατέρας της ήταν ο Δημητρός και η μητέρα της η Βασιλική (δασκάλα). Ο αδερφός της, ο Λέανδρος Βέττας, ήταν μέλος της Αντίστασης και το 1948, όταν εκτελέστηκε η Αλίκη, βρισκόταν εξόριστος στο Αϊ Στράτη.
Ήταν μια από τις λίγες γυναίκες αντάρτισσες της Θεσσαλονίκης, αποφοίτησε από το Β΄ Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια από τη Νομική Σχολή. Στο Ντεπώ, στην περιοχή που έδρασε η Αλίκη, υπήρχαν αντιστασιακές οργανώσεις από τις πιο δυναμικές στην πόλη.
Δεκάδες αντάρτες δούλευαν μυστικά για την Αντίσταση, κάνοντας στην πόλη σαμποτάζ, όπως για παράδειγμα την ανατίναξη των στρατιωτικών τηλεφώνων και ασυρματοφόρων οχημάτων που είχαν οι Γερμανοί κάτω από τα πλατάνια στην αλάνα «Πατρικίου». Η Αλίκη ως μέλος της ΕΠΟΝ συμμετείχε ενεργά στην αντιστασιακή δράση. Οι Γερμανοί κατακτητές και οι δωσίλογοι συνεργάτες τους έκαναν πολλές απόπειρες να την συλλάβουν, όπως το φθινόπωρο του 1943, γεγονός που την ανάγκασε να μετακομίζει συνεχώς, ενώ το 1944 φυγαδεύτηκε σε ένα χωριό στη Βέροια και εκεί εντάχθηκε σε ανταρτική ομάδα του ΕΛΑΣ στο Βέρμιο.
Μια περίοδο που είχε υποψιαστεί ότι κινδύνευε να τη συλλάβουν, κρυβόταν στο σπίτι της παντρεμένης αδερφής της, της Πόπης, στο κέντρο Κομνηνών με Μητροπόλεως γωνία στον τρίτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας με γραφεία και ραφτάδικα.
Εκεί πήγε μια μέρα ο Λέανδρος ο αδελφός της και την προειδοποίησε ότι την ψάχνουν οι Γερμανοί και αμέσως οργάνωσαν τη διαφυγή της. Ο Λέανδρος αφού βεβαιώθηκε ότι δεν τον παρακολουθούν, σφύριξε συνθηματικά όπως είχαν συμφωνήσει. Η Αλίκη έβαλε την καμπαρντίνα της και ετοιμάστηκε να φύγει.
Δεν πρόλαβε να ανοίξει την πόρτα κι ακούστηκαν φωνές, πόρτες να ανοιγοκλείνουν, βαριά βήματα στα ξύλινα πατώματα, κοφτές κουβέντες, γερμανικές διαταγές. Η Αλίκη ψύχραιμη φίλησε την αδελφή της και εκμεταλλευόμενη την αργοπορία τους, ώσπου να εντοπίσουν το διαμέρισμα, κατέβηκε σιγά τις σκάλες.
Από την «τρύπα» που σχημάτιζε το κλιμακοστάσιο είδε τους Γερμανούς που μπήκαν σ’ ένα εργαστήριο, πέρασε γρήγορα τη μισάνοιχτη πόρτα κι από το κεφαλόσκαλο φαινόταν το αυτόματο του Γερμανού σκοπού στην είσοδο.
Αποφασιστικά προχώρησε και πριν τη σταματήσει τον χαιρέτησε με αέρα στα γερμανικά : «Γκουτ μόργκεν...» και έφυγε αδιάφορα! Εκεί στο χωριό που ήταν το σπίτι του «συνδέσμου» μετά από κάποιο διάστημα που χρειάστηκε να κατέβει από το βουνό η Αλίκη, της την είχαν στημένη οι Γερμανοί και την περικύκλωσαν.
Στην προσπάθεια της να αποφύγει τη σύλληψη βγαίνοντας από την πίσω πόρτα του σπιτιού έπεσε πάνω σε έναν Γερμανό αξιωματικό, την πέταξε κάτω, έβγαλε το πιστόλι του και την σημάδεψε.
Τράβηξε την σκανδάλη αλλά το πιστόλι του έπαθε αφλογιστία και η Αλίκη τη γλύτωσε.
Διέταξε ο αξιωματικός να την βάλουν στο καμιόνι για να τη μεταφέρουν ενώ τη φυλούσαν δύο στρατιώτες.
Καθώς πήγαιναν τους έκοψε το δρόμο ένα κοπάδι από πρόβατα.
Ο αξιωματικός έδωσε εντολή στον έναν στρατιώτη να κατέβει από το καμιόνι για να τα διώξει, η Αλίκη βλέποντας ότι η προσοχή του δεύτερου στρατιώτη είχε χαλαρώσει άρπαξε την ευκαιρία και σαν ελάφι πήδηξε και χάθηκε πίσω από το καμιόνι στα πρώτα δέντρα του δάσους! Όταν κατέβηκαν οι Γερμανοί από το καμιόνι η Αλίκη ήταν μακριά.
Οι ριπές γάζωσαν και οι σφαίρες εξοστρακίστηκαν στους χοντρούς κορμούς των δέντρων.
Ανέβηκε πάλι στο βουνό και συνέχισε απτόητη τη δράση της.
Όλη αυτή η δράση οδήγησε τις δυνάμεις της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ ήδη από το καλοκαίρι του 1944, να έχουν αρχίσει σιγά - σιγά να περισφίγγουν τον κλοιό γύρω από τη Θεσσαλονίκη.
Στις 30 Οκτώβρη του 1944 ο ΕΛΑΣ απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη από τους Γερμανούς και έσωσε τον λαό της πόλης και τις υποδομές της (σιδηροδρομικός σταθμός, εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού, αλευρόμυλοι κ.ά.) που τις είχαν υπονομεύσει με εκρηκτικά.
Στον παλλαϊκό γιορτασμό που ακολούθησε σε όλη την πόλη, με αποκορύφωμα την ιστορική συγκέντρωση και μεγάλη γιορτή στην πλατεία Αγίας Σοφίας, όπου λαός και αντάρτες έγιναν ένα, η Αλίκη ήταν η πρώτη αντάρτισσα που είχε εισέλθει στη Θεσσαλονίκη την ημέρα εκείνη, καβάλα στο άλογό της, επικεφαλής του πεζοπόρου γυναικείου ένοπλου τμήματος της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ.
Γι’ αυτό λέγεται ότι ήταν η «αμαζόνα της Αντίστασης». Η Αλίκη είναι ένα ακόμα παράδειγμα που αποδεικνύει ότι ο ΕΛΑΣ στις τάξεις του συσπείρωσε τον ανθό της ελληνικής νεολαίας και του ελληνικού λαού.
Μετά την απελευθέρωση πήρε την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και άνοιξε δικηγορικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη.
Στο γραφείο της μπαινόβγαιναν άνθρωποι, ύποπτοι για την Ασφάλεια.
Έτσι συνελήφθη και εξορίστηκε στον Αϊ Στράτη.
Όταν επέστρεψε από την εξορία συνέχισε τις επαγγελματικές της ασχολίες, μέχρι που κατηγορήθηκε για παράνομη δραστηριότητα και κατασκοπεία, συνελήφθη τον Αύγουστο του 1947 και φυλακίστηκε για αρκετό καιρό στο Γεντί Κουλέ μαζί με μια ομάδα «κατασκόπων». Στις 3 Απρίλη 1948 άρχισε η δίκη του Έκτακτου Στρατοδικείου στην αίθουσα συναυλιών του ραδιοφωνικού σταθμού Θεσσαλονίκης.
Ήταν ομαδική δίκη η οποία βαφτίστηκε «δίκη των κατασκόπων» ή «του Β’ Γραφείου». Μαγειρεύτηκε επί 10 μήνες στην Ασφάλεια, με στόχο διάφορα στελέχη του ΚΚΕ και κυρίως τον Σταύρο Δημητράκο, ο οποίος συντόνιζε τη συλλογή πληροφοριών για τα εγκλήματα του κράτους κατά του κινήματος.
Συνολικά, στη δίκη αυτή οδηγήθηκαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο εβδομήντα δύο άντρες και γυναίκες.
Πρόεδρος του Στρατοδικείου ήταν ο συνταγματάρχης Ιωάννης Κοκορέτσας, μέλος της φασιστικής, δοσιλογικής, παρακρατικής οργάνωσης «Χ». Στις 27 Απρίλη 1948 τερματίστηκε η ακροαματική διαδικασία και το μεσημέρι της επόμενης βγήκε η απόφαση «εις θάνατον τριάντα έξι». Στις 6 Μάη του 1948 η Αλίκη, μόλις 28 ετών, εκτελέστηκε μαζί με άλλους δέκα συντρόφους της, ανάμεσα στους οποίους ήταν η μοναδική γυναίκα, στον γνωστό κρανίου τόπο, πίσω από τις φυλακές του Γεντί Κουλέ.
Οι υπόλοιποι κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι που εκτελέστηκαν εκείνη τη μέρα μαζί της ήταν οι: Βαλμάς Δημήτριος, 32 χρόνων, Δεληδήμος Ανδρέας, 21 χρ., Δημητράκος Σταύρος 35 χρ., Εμμανουηλίδης Χρήστος 30 χρ., Μυλωνίδης Γιάννης, Ξενιτίδης Δημήτρης 34 χρ., Πρασσάς Παναγιώτης 28 χρ., Σαμαράς Δημήτριος-Στυλιανός 28 χρ., Τσομπανίκος Θεόδωρος 24 χρ. Και Υετίων Κλήμης, 29 χρόνων. (Via Ανδρέας Ρουμελιώτης)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους