Γιάννης Γούναρης Ένας από τους κορυφαίους δεξιούς μπακ στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου ❗❗ Ο Γιάννης Γούναρης δίδαξε την θέση του δεξιού μπακ στην Ελλάδα. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους...
Γιάννης Γούναρης Ένας από τους κορυφαίους δεξιούς μπακ στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου ❗❗ Ο Γιάννης Γούναρης δίδαξε την θέση του δεξιού μπακ στην Ελλάδα.
Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους δεξιούς οπισθοφύλακες που έβγαλε ποτέ η χώρα μας.
Ήταν από τους πρώτους ακραίους αμυντικούς στην Ελλάδα που δεν περιοριζόταν σε παθητικό αμυντικό ρόλο.
Εκμεταλλευόταν την ταχύτητά του για να προωθείται διαρκώς, να γίνεται «κρυφός» εξτρέμ και να δημιουργεί υπεραριθμία στην επίθεση.
Διέθετε μεγάλη ακρίβεια στις μεταβιβάσεις του από τα πλάγια, τροφοδοτώντας υποδειγματικά τους επιθετικούς της ομάδας του (όπως τον Κούδα και τον Σαράφη στον ΠΑΟΚ, ή αργότερα τους επιθετικούς του Ολυμπιακού). Ξεχώριζε για τα σωματικά του προσόντα και τα ατελείωτα τρεξίματα.
Μπορούσε να καλύπτει όλη τη δεξιά πλευρά («πάνω-κάτω») καθ' όλη τη διάρκεια του ενενηνταλέπτου.
Αγωνιζόταν με τεράστια αποφασιστικότητα, είχε τη στόφα του νικητή και ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικός στα ανασταλτικά του καθήκοντα, περιορίζοντας τους αντίπαλους ακραίους επιθετικούς με καθαρά αλλά δυναμικά μαρκαρίσματα.
Γεννήθηκε στις 6/7/1952 στη Θεσσαλονίκη.
Στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου υπήρξαν πολλοί ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού, που ήλθαν στον Πειραιά από τον ΠΑΟΚ.
Κάποιοι από αυτούς- άλλοι περισσότερο άλλοι λιγότερο- είχαν καλή αγωνιστική προσφορά στον Ολυμπιακό και σεβάστηκαν την φανέλα.
Τέτοια παραδείγματα ήταν ο Ορφανός, ο Οκκάς, ο Βενετίδης, ο Μητσιμπόνας, ο Κωστίκος, ακόμη και ο Καφές.
Υπάρχουν όμως, δύο αξιομνημόνευτες φωτεινές εξαιρετικές περιπτώσεις ποδοσφαιριστών.Η πρώτη χρονολογικά είναι ο Γιάννης Γούναρης και η δεύτερη φωτεινή περίπτωση είναι ο Σωτήρης Μαυρομάτης.
Σημαία του ΠΑΟΚ, γέννημα-θρέμμα ΠΑΟΚτζής, που αγωνίστηκε επί πολλά χρόνια στον ΠΑΟΚ, με τίτλους (έστω και λίγους) και με πολλές εκατοντάδες εμφανίσεις με τη φανέλα του δικεφάλου του Βορρά, έχοντας διατελέσει μάλιστα και αρχηγός του.
Στην καριέρα του πέρασε μόνο από 2 ομάδες, τον ΠΑΟΚ και τον Ολυμπιακό.
Υπήρξε για περίπου μια 12ετία αναντικατάστατος στην άμυνα του "Δικεφάλου του Βορρά" (1971-1983), σημειώνοντας 376 εμφανίσεις στο πρωτάθλημα και πετυχαίνοντας 8 γκολ, ενώ παράλληλα κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας το 1972 και το 1974, καθώς και το πρωτάθλημα το 1976.
Το καλοκαίρι του 1970 μετακινήθηκε από τη Δόξα Νεαπόλεως στον ΠΑΟΚ.
Καθιερώθηκε αμέσως στην ενδεκάδα από την οποία σπάνια έλειψε μέχρι και το 1982, όταν συμπλήρωσε δωδεκαετία και μεταγράφηκε στον Ολυμπιακό.
Σε ηλικία μόλις 19 ετών έκανε ντεμπούτο στην Εθνική ομάδα.
Εργάστηκε κι ως προπονητής στον ΠΑΟΚ την σεζόν 1991-’92. Στον Ολυμπιακό έπαιξε μόνο 3 χρονιές, από την περίοδο 1982/83 μέχρι την περίοδο 1984/85. Οι συνολικές του συμμετοχές ήταν φυσικά ολιγάριθμες (μόλις 50 για το πρωτάθλημα, με ένα γκολ στο ενεργητικό του). Κι όμως έφτασαν αυτές οι λίγες φορές, όχι μόνο για να αντιληφθεί το μεγαλείο του Ολυμπιακού, αλλά και να τον αγαπήσει βαθιά και αληθινά.
Αγωνίστηκε με σπασμένο χέρι επί ένα ημίχρονο στην ιστορική νίκη-πρόκριση με 4-0 της ομάδας μας εναντίον του ΠΑΟ για το Κύπελλο το 1983.
Αλλά και πάντοτε, σε κάθε αγώνα, έδινε όλη του την ψυχή και το φιλότιμο του για την ομάδα μας.
Κατέκτησε έναν δεύτερο τίτλο πρωταθλήματος την περίοδο 1982-83. Εγκατέλειψε την ενεργό δράση με τον Μακεδονικό Νεάπολης, όταν αυτός το 1987 υποβιβάστηκε στη Γ΄ Εθνική.Το 1971 χρίστηκε διεθνής με την ομάδα Ανδρών στα 19 του, πριν συμπληρώσει 12 μήνες ως παίκτης της Α΄ κατηγορίας.
Μέχρι το 1983 αγωνίστηκε 27 φορές για το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα και τις 5 υπήρξε αρχηγός του, με την προτελευταία να είναι το 0-0 από την εθνική Αγγλίας στο στάδιο Γουέμπλεϊ.
Προηγουμένως, διατέλεσε μέλος της ομάδας που προκρίθηκε για την τελική φάση του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος του 1980 –τότε Κύπελλο Εθνών Ευρώπης– της Ιταλίας, αγωνιζόμενος κατά την τρίτη και τελευταία συνάντηση της Ελλάδας, μία ακόμα τιμητική ισοπαλία χωρίς τέρματα απέναντι στην τελική νικήτρια της διοργάνωσης Δυτική Γερμανία.
Επίσης, μετείχε στην εθνική Ελπίδων που κατέκτησε το αντίστοιχο Βαλκανικό κύπελλο το 1969 (2ο) και 1971 (4ο). Λόγω της θητείας του στον Ολυμπιακό, ο Γούναρης, από τότε που τερμάτισε την ποδοσφαιρική του καριέρα και έγινε πλέον μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης (δηλαδή εδώ και πολλές δεκαετίες), έχει υποστεί, και ακόμη υφίσταται, συστηματικά και επανειλημμένα, μια σειρά από απειλές και επιθέσεις, όχι μόνο με υβριστικά και προσβλητικά λόγια, αλλά ακόμη και με έργα και πράξεις.
Πολλές φορές έχει λοιδορηθεί επανειλημμένα δημοσίως από τα μέσα της Θεσσαλονίκης, έντυπα και ηλεκτρονικά.
Του έχει ζητηθεί πολλές φορές, ως ένα είδος μόνης απολογητικής διεξόδου για τον ίδιο, να ζητήσει ρητή συγχώρεση, να αποκηρύξει τον Ολυμπιακό.
Κατά τα άλλα, ως είναι ευνόητο, κατά κανόνα βρίσκει κλειστές πόρτες σε θέματα επαγγελματικής απασχόλησης.
Κι όμως παρά το γνωστό τρομοκρατικό και αφόρητα πιεστικό κλίμα της τοπικής κοινωνίας, όπου ευδοκιμεί το αντι-ολυμπιακό μένος, δεν έχει ενδώσει ούτε έχει υποχωρήσει.
Ποτέ του δεν έχει μιλήσει άσχημα για τον Ολυμπιακό.
Αντίθετα έχει δηλώσει ότι είναι υπερήφανος που φόρεσε τη φανέλα δύο τόσο μεγάλων ομάδων, τις οποίες τοποθετεί περίπου στο ίδιο επίπεδο, γεγονός που εξοργίζει τους ΠΑΟΚτζήδες, που τον είχαν είδωλό τους τόσα χρόνια.
Και επιπλέον, σαν να μην έφθανε αυτό, δεν φοβήθηκε να δηλώσει ότι ο Ολυμπιακός, στον οποίο αγωνίστηκε τόσο λίγο, συγκριτικά με τον ΠΑΟΚ αναγνώρισε την προσφορά του πολύ περισσότερο από όσο ο ΠΑΟΚ, στον οποίο αγωνίστηκε τόσα χρόνια.
Κι αυτό, όπως είπε, είναι κάτι που δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ.
Ο ίδιος έχει δηλώσει δημόσια ότι από την εποχή που ανέλαβε την ομάδα ο Ιβάν Σαββίδης, του απαγορεύτηκε η είσοδος στο γήπεδο της Τούμπας και αισθάνεται διαγραμμένος από παντού.
Την ολοκλήρωση της ποδοσφαιρικής του πορείας, διαδέχθηκε η προπονητική και το Φεβρουάριο του 1988 προσλήφθηκε από τον Ολυμπιακό ως τεχνικό δίδυμο με τον Παύλο Γρηγοριάδη.
Παρέμεινε στην ομάδα το καλοκαίρι αναλαμβάνοντας βοηθός του Γιάτσεκ Γκμοχ, μετά την απομάκρυνση του οποίου την οδήγησε έως το τέλος της αγωνιστικής περιόδου.
Κατά την επόμενη 20ετία ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, οι Skoda Ξάνθη (για τρεις θητείες), ΠΑΣ Γιάννινα, ΠΑΟΚ, Νάουσα, Δόξα Δράμας, Πανιώνιος, ΑΓΣ Καστοριά (δύο), Πανσερραϊκός, Λεβαδειακός, ΠΑΣ Λαμία, Νίκη Βόλου και Απόλλων Θεσσαλονίκης.
Το 2006 εργάστηκε στον Πανθρακικό (της Β΄ Εθνικής), τον επόμενο χρόνο εκ νέου με τον ΠΑΣ Λαμία (στη Γ΄) και το 2008 τον ΠΑΣ Πρέβεζα (επίσης) με τελευταίο σταθμό το 2009 την Αναγέννηση Γιαννιτσών.
Έχει αποσυρθεί από την ενεργό προπονητική και ζει εκτός των φώτων της δημοσιότητας, έχοντας περάσει τη δύσκολη δοκιμασία της απώλειας της κόρης του το 2019.
Επαγγελματική καριέρα: 1970 Δόξα Νεαπόλεως 1970-1982 ΠΑΟΚ 1982-1985 Ολυμπιακός Πειραιώς 1985-1987 Μακεδονικός Νεάπολης Προπονητική καριέρα: 1988 Ολυμπιακός Πειραιώς 1988-1989 Ολυμπιακός Πειραιώς (βοηθός) 1989 Ολυμπιακός Πειραιώς 1989-1990 Ξάνθη 1991-1992 Ξάνθη 1992 ΠΑΟΚ 1994 Ξάνθη 1994 Νάουσα 1995 Δόξα Δράμας 1996 Πανιώνιος 1997 Καστοριά 1998 Πανσερραϊκός 1999 Καστοριά 2000 Λεβαδειακός 2004 Λαμία 2005 Νίκη Βόλου 2006 ΠΑΣ Γιάννινα 2006 Πανθρακικός 2007 Λαμία 2008 Πρέβεζα 2009 – 2011 Αναγέννηση Γιαννιτσών
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους