Υπάρχουν γυναίκες που δεν τις μετράς με τα χρόνια τους, αλλά με όσα έχουν προλάβει να αγαπήσουν, να προσφέρουν και να κρατήσουν όρθια μέσα σε μια ολόκληρη ζωή. Είναι εκείνες οι παλιές γιαγιάδες που...
Υπάρχουν γυναίκες που δεν τις μετράς με τα χρόνια τους, αλλά με όσα έχουν προλάβει να αγαπήσουν, να προσφέρουν και να κρατήσουν όρθια μέσα σε μια ολόκληρη ζωή.
Είναι εκείνες οι παλιές γιαγιάδες που κουβαλούν ακόμη πάνω τους την αρχοντιά μιας άλλης εποχής, τότε που ακόμη και η φτώχεια είχε αξιοπρέπεια και η απλότητα είχε τη δική της ομορφιά.
Αγαπώ τις ηλικιωμένες γυναίκες που ετοιμάζονται από νωρίς για να βγουν από το σπίτι.
Που δεν ξεχνούν να φορέσουν τα καλά τους, να χτενίσουν προσεκτικά τα μαλλιά τους και να βάλουν στην τσάντα τα γυαλιά τους, ένα μικρό πορτοφόλι και το μαντήλι που τις συντροφεύει χρόνια.
Που περπατούν αργά, με μικρά βήματα, αλλά δεν παραλείπουν τις καθημερινές τους συνήθειες, γιατί αυτές είναι που τους δίνουν ακόμη την αίσθηση πως η ζωή συνεχίζεται.
Αγαπώ εκείνες που κάθε Κυριακή βρίσκουν τη δύναμη να κατέβουν τα σκαλιά του σπιτιού τους και να πάρουν τον δρόμο για την εκκλησία.
Που έχουν φυλαγμένα σε ένα συρτάρι τα καλά τους παπούτσια και μια ζακέτα για τις κρύες ημέρες.
Που κρατούν σφιχτά λίγα χρήματα για το κερί και το αντίδωρο και επιστρέφουν στο σπίτι με την ησυχία που αφήνει μέσα στον άνθρωπο μια γνώριμη συνήθεια.
Που δεν ζητούν πολλά από τον Θεό, παρά μόνο υγεία για τα παιδιά τους και προστασία για τα εγγόνια τους.
Αγαπώ εκείνες που ανεβαίνουν δύσκολα στα λεωφορεία, που αναζητούν ένα κάθισμα για να ξεκουράσουν τα κουρασμένα πόδια τους και που χαίρονται όταν κάποιος τους προσφέρει το χέρι του.
Που μπορούν να σου διηγηθούν μια ολόκληρη ζωή μέσα σε λίγες στάσεις, να θυμηθούν ένα παλιό σπίτι, έναν άνθρωπο που χάθηκε, μια γειτονιά που άλλαξε και μια εποχή που δεν υπάρχει πια.
Που ίσως επαναλαμβάνουν τις ίδιες ιστορίες, χωρίς να καταλαβαίνουν πως για εκείνες κάθε ανάμνηση είναι ένας τρόπος να κρατούν κοντά τους όσα αγάπησαν.
Αγαπώ τις γιαγιάδες που έχουν πάντα κάτι μαγειρεμένο στην κατσαρόλα.
Που ξυπνούν νωρίς για να ετοιμάσουν το φαγητό και δεν μπορούν να συνηθίσουν την ιδέα πως τα παιδιά τους μεγάλωσαν και δεν χρειάζονται πια τη φροντίδα τους όπως παλιά.
Που ανοίγουν το ψυγείο και βρίσκουν πάντα ένα πιάτο παραπάνω, ένα κομμάτι τυρί, λίγα φρούτα και κάτι τυλιγμένο προσεκτικά για όποιον περάσει από το σπίτι.
Που ακόμη κι όταν έχουν λίγα, καταφέρνουν να μοιράζουν πολλά.
Αγαπώ εκείνες που έμαθαν να ζυμώνουν από τις μανάδες τους, που ξέρουν να ξεχωρίζουν το καλό αλεύρι και να υπολογίζουν τα υλικά με το μάτι.
Που φτιάχνουν πίτες χωρίς συνταγές, γιατί τα χέρια τους θυμούνται όσα δεν χρειάζεται πια να διαβάσουν.
Που κρατούν παλιά τετράδια με κιτρινισμένες σελίδες, γεμάτα σημειώσεις, λεκέδες από λάδι και μικρά μυστικά της κουζίνας.
Κι εκείνα τα τετράδια δεν τα αποχωρίζονται, γιατί μέσα τους υπάρχει ένα κομμάτι από τη μάνα τους.
Αγαπώ τις γιαγιάδες που έχουν περάσει αμέτρητες ώρες με το βελονάκι στα χέρια.
Που έπλεξαν κουβέρτες για τα παιδιά τους, κάλτσες για τους άντρες τους, ζακέτες για τα εγγόνια τους και μικρά πετσετάκια για τα έπιπλα του σπιτιού.
Που έχουν γεμίσει ντουλάπια με εργόχειρα, ακόμη κι αν κανείς δεν τα χρησιμοποιεί πια.
Γιατί κάθε πλέξη ήταν ένας τρόπος να γεμίσουν τις ώρες τους, αλλά και να αφήσουν κάτι δικό τους στους ανθρώπους που αγαπούσαν.
Αγαπώ εκείνες που φυλάνε τα παλιά σερβίτσια μέσα σε μπουφέδες, πίσω από γυάλινες πόρτες.
Που δεν τα βγάζουν παρά μόνο στις μεγάλες γιορτές και στις ξεχωριστές οικογενειακές στιγμές.
Που θυμούνται ποιος τους χάρισε το κάθε πιάτο και σε ποια περίσταση το χρησιμοποίησαν πρώτη φορά.
Που σερβίρουν το γλυκό του κουταλιού σε μικρά πιατάκια και θεωρούν πως κανένας επισκέπτης δεν πρέπει να φύγει από το σπίτι χωρίς να δοκιμάσει κάτι.
Αγαπώ τις γιαγιάδες που γνωρίζουν όλες τις εποχές από τη δουλειά της γης.
Που έζησαν σε χωριά με πέτρινα σπίτια, αυλές γεμάτες ζώα, κήπους με λαχανικά και δέντρα που έδιναν τον καρπό τους ανάλογα με τον καιρό.
Που κουβαλούσαν νερό, έπλεναν στη σκάφη, άναβαν τον ξυλόφουρνο και δούλευαν από το πρώτο φως της ημέρας μέχρι να νυχτώσει.
Που δεν είχαν μηχανές να τους διευκολύνουν ούτε ανέσεις, μα είχαν μάθει να κάνουν το λίγο να φτάνει για όλους.
Αγαπώ εκείνες που θυμούνται τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, τις στερήσεις, τα άδεια ντουλάπια και τις οικογένειες που προσπαθούσαν να επιβιώσουν με μια χούφτα όσπρια.
Που έζησαν την απώλεια, τον φόβο και την αγωνία για τους ανθρώπους τους.
Που δεν ξέχασαν ποτέ εκείνους που δεν γύρισαν από τον πόλεμο και εκείνους που χάθηκαν χωρίς να προλάβουν να γεράσουν.
Που όταν μιλούν για εκείνα τα χρόνια, τα μάτια τους γεμίζουν δάκρυα, όχι επειδή θέλουν να λυπηθούν τον εαυτό τους, αλλά επειδή γνωρίζουν πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ζωή και πόσο πολύτιμο είναι ένα κομμάτι ψωμί πάνω στο τραπέζι.
Αγαπώ τις γιαγιάδες που δεν έμαθαν ποτέ να πετούν τίποτα.
Που κρατούν τις σακούλες διπλωμένες μέσα σε ένα συρτάρι, πλένουν τα γυάλινα βάζα για να τα ξαναχρησιμοποιήσουν και φυλάνε κουμπιά από παλιά ρούχα.
Που έχουν μια μικρή οικονομία κρυμμένη σε κάποιο συρτάρι, όχι για να αγοράσουν κάτι για τον εαυτό τους, αλλά για να δώσουν κρυφά ένα χαρτζιλίκι στο εγγόνι που θα περάσει να τις δει.
Που ακόμη κι όταν τα παιδιά τους έχουν μεγαλώσει και έχουν δικές τους οικογένειες, εξακολουθούν να ανησυχούν μήπως δεν τρώνε καλά, μήπως κουράζονται πολύ, μήπως στενοχωριούνται.
Αγαπώ εκείνες που δεν βάφουν τα μαλλιά τους για να κρύψουν τα λευκά τους.
Που έχουν πρόσωπα χαραγμένα από τον χρόνο και χέρια που μαρτυρούν χρόνια δουλειάς.
Που δεν προσπαθούν να φανούν νεότερες, γιατί μέσα τους γνωρίζουν πως η ομορφιά δεν χάνεται όταν ασπρίζουν τα μαλλιά.
Απλώς αλλάζει μορφή.
Γίνεται ηρεμία, καλοσύνη, υπομονή και μια γλυκιά σοφία που δεν διδάσκεται σε κανένα σχολείο.
Αγαπώ τις γιαγιάδες που μένουν μόνες τους σε σπίτια που κάποτε ήταν γεμάτα φωνές.
Που έχουν ακόμη φυλαγμένες τις σχολικές φωτογραφίες των παιδιών τους, τα πρώτα τους παπούτσια, ένα παλιό παιχνίδι και γράμματα από ανθρώπους που δεν βρίσκονται πια στη ζωή.
Που στρώνουν το τραπέζι για έναν, αλλά κάποιες φορές βγάζουν δύο πιάτα από συνήθεια.
Που περιμένουν το κουδούνι να χτυπήσει και χαίρονται με μια επίσκεψη περισσότερο απ' όσο μπορούν να εξηγήσουν κι αγαπώ περισσότερο εκείνες που δεν ζητούν να τις θυμούνται με μεγάλες εκδηλώσεις και ακριβά δώρα.
Που τους αρκεί ένα τηλεφώνημα, ένα χέρι στον ώμο, λίγη παρέα στο τραπέζι και κάποιος να καθίσει δίπλα τους χωρίς να κοιτάζει συνεχώς το ρολόι.
Γιατί όσο κι αν μεγαλώσει ένας άνθρωπος, δεν παύει να έχει ανάγκη να αισθάνεται πως κάποιος τον σκέφτεται.
Αυτές οι γυναίκες είναι ολόκληρη η ιστορία μιας Ελλάδας που έμαθε να ζει με λιγότερα, να δουλεύει περισσότερο και να αγαπά χωρίς να υπολογίζει.
Είναι οι γυναίκες που μεγάλωσαν παιδιά μέσα στη φτώχεια, κράτησαν σπίτια όρθια στις δύσκολες εποχές, αποχαιρέτησαν ανθρώπους, έκλαψαν κρυφά και ξανασηκώθηκαν την επόμενη ημέρα για να συνεχίσουν και όσο τις συναντώ στους δρόμους, στα λεωφορεία, στις λαϊκές αγορές και στα παλιά σπίτια των γειτονιών, νιώθω πως δεν βλέπω απλώς ηλικιωμένες γυναίκες.
Βλέπω μια ολόκληρη εποχή που περπατά ακόμη ανάμεσά μας.
Γιατί οι πραγματικές γιαγιάδες δεν γερνούν μόνο.
Γίνονται μνήμη, γίνονται ρίζες, γίνονται ιστορίες που αξίζει να ειπωθούν πριν χαθούν μαζί τους.
Και ίσως το μεγαλύτερο χρέος μας να είναι να μη βιαζόμαστε να τις προσπερνάμε.
Να βρίσκουμε λίγο χρόνο να τις ακούμε, να τις αγκαλιάζουμε και να τους θυμίζουμε πως, όσο υπάρχουν άνθρωποι που τις αγαπούν, τίποτα από όσα έζησαν δεν έχει ξεχαστεί. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους