Όταν η ιδεοληψία παίρνει μικρόφωνο: Η ψευδοϊστορία των «ανατρεπτικών ιστορικών ⚠️ «Ο επιστήμονας πάνω από όλα πρέπει να ποιεί ήθος. Δεν επιβεβαιώνουμε τη θεωρία μας με επιλογή πηγών, αλλά οι πηγές...
Όταν η ιδεοληψία παίρνει μικρόφωνο: Η ψευδοϊστορία των «ανατρεπτικών ιστορικών ⚠️ «Ο επιστήμονας πάνω από όλα πρέπει να ποιεί ήθος.
Δεν επιβεβαιώνουμε τη θεωρία μας με επιλογή πηγών, αλλά οι πηγές μάς οδηγούν στη θεωρία και αυτό είναι το έντιμο». ~ Νίκος Σβορώνος, ακαδημαϊκός ιστορικός του περασμένου αιώνα ~ Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε ένα ιδιότυπο φαινόμενο στον δημόσιο λόγο την εμφάνιση μιας κατηγορίας «ανατρεπτικών ιστορικών», οι οποίοι φαίνεται να έχουν αναλάβει μια ιδιότυπη εργολαβία αποδόμησης της ελληνικής ιστορίας.
Με ιδιαίτερη προθυμία, περισσή αυτοπεποίθηση και την απαραίτητη δόση τηλεοπτικής θεατρικότητας, αναλαμβάνουν να μας εξηγήσουν ότι σχεδόν τίποτε από όσα γνωρίζαμε δεν ήταν ακριβώς όπως μας τα έμαθαν.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο δικός μας «εθνικός ιστορικός» Σταύρος Παναγιωτίδης, ο οποίος με περισσή ευκολία και θράσος όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει! Το Βυζάντιο, η Ελληνική Επανάσταση, ο Ιωάννης Καποδίστριας, οι αγωνιστές του 1821, οι εθνικοί μας συμβολισμοί, οι ιστορικές προσωπικότητες και τώρα ο Ιωάννης Μεταξάς.
Κανένα κεφάλαιο της ελληνικής Ιστορίας δεν φαίνεται να ξεφεύγει από το χειρουργικό νυστέρι της αποδόμησης.
Μόνο που, σε αυτή την περίπτωση, το χειρουργείο μοιάζει πολλές φορές να έχει αποφασίσει τη διάγνωση προτού καν εξετάσει τον ασθενή! Ασφαλώς, η ιστορία δεν είναι αγιογραφία.
Οι μύθοι πρέπει να ελέγχονται, οι ανακρίβειες να διορθώνονται και οι ιστορικές βεβαιότητες να υποβάλλονται στον έλεγχο των πηγών.
Άλλο όμως η επιστημονική αναθεώρηση και άλλο η ιδεολογική αποδόμηση.
Άλλο η αναζήτηση της αλήθειας και άλλο η επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων με σκοπό να επιβεβαιωθεί ένα συμπέρασμα που έχει ήδη προαποφασιστεί.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη αναφορά του Σταύρου Παναγιωτίδη στον Ιωάννη Μεταξά, με αφορμή την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου.
Στην προσπάθεια να σκιαγραφηθεί μια αρνητική εικόνα του Μεταξά και μην μπορώντας να τον πλήξουν για την περίοδο του ιστορικού "Όχι", επιστρατεύτηκαν περιστατικά από διαφορετικές δεκαετίες η προσφορά της Κύπρου το 1915, η παράδοση του οχυρού Ρούπελ και η κατάληψη της Ανατολικής Μακεδονίας το 1916, η παραχώρηση του σπιτιού που συνδέεται με τον Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη, η παρουσία του Μεταξά στην κηδεία του Τούρκου ηγέτη το 1938,τα εγκωμιαστικά λόγια που είχε διατυπώσει για εκείνον καθώς και ο υποτιθέμενος θαυμασμός του για τον Φασίστα Μουσολίνι.
Εντυπωσιακή συσσώρευση περιστατικών, μόνο που η ιστορία δεν είναι σακούλα με σκόρπια γεγονότα, από την οποία ο καθένας διαλέγει όσα τον εξυπηρετούν.Ας δούμε, λοιπόν, τι ατέχνως και όχι έντεχνως παραλείπεται.
Η προσφορά της Κύπρου το 1915 έγινε προς την Ελλάδα υπό τον όρο της στρατιωτικής συνδρομής προς τη Σερβία.
Απορρίφθηκε από την κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη. Ο Μεταξάς είχε διατυπώσει στρατιωτικές επιφυλάξεις για την εμπλοκή της Ελλάδας, οι οποίες ασφαλώς μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής.
Δεν ήταν όμως ο πρωθυπουργός που απέρριψε την προσφορά.
Εν συνεχεία το 1916, το οχυρό Ρούπελ παραδόθηκε στις γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις και ακολούθησε η κατάληψη της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους. Ο Μεταξάς είχε ουσιαστική συμμετοχή στις σχετικές στρατιωτικές εκτιμήσεις και αποφάσεις.
Η ευθύνη του πρέπει να εξεταστεί.
Αλλά πώς ακριβώς μπορεί να γίνει αυτό χωρίς αναφορά στον Εθνικό Διχασμό, στην κυβέρνηση Σκουλούδη, στην πολιτική του βασιλιά Κωνσταντίνου, στη σύγκρουση με τον Βενιζέλο και στη γενικότερη στρατηγική της ουδετερότητας; Αντίστοιχα, η ελληνοτουρκική προσέγγιση της δεκαετίας του 1930 δεν ξεκίνησε από τον Μεταξά.
Είχε προηγηθεί η πολιτική Βενιζέλου και το Σύμφωνο Ελληνοτουρκικής Φιλίας του 1930 καθώς και η υποστήριξη του με διθυραμβίκη επιστολή από τον ίδιο τον Βενιζέλο για το Νόμπελ Ειρήνης.
Η παραχώρηση του κτιρίου,η μετονομασία οδού που συνδέεται με τον Κεμάλ και η συμμετοχή στην κηδεία του εντάσσονται σε αυτή την ευρύτερη διπλωματική πραγματικότητα.
Μπορεί κανείς να κρίνει την πολιτική αυτή, αλλά οφείλει πρώτα να την εξηγήσει.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Μεταξάς παρουσιάστηκε ούτε λίγο ούτε πολύ ως θαυμαστής του Μουσολίνι, σαν να επρόκειτο για μια αυτονόητη και αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια.
Εδώ, όμως, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Άλλο η εξέταση των φασιστικών επιρροών στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου και άλλο η απόδοση προσωπικού και ιδεολογικού θαυμασμού προς τον Μουσολίνι, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων τεκμηρίων που να στηρίζουν αυτόν τον ισχυρισμό.
Και φτάνουμε στο 1940. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν ο ηγέτης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου κατήργησε πολιτικές ελευθερίες, επέβαλε λογοκρισία και άσκησε διώξεις γιατί το θεωρούσε απαιτούμενο για την αστάθεια της εποχής.
Παράλληλα, υιοθέτησε στοιχεία και πρακτικές των φασιστικών καθεστώτων της Ευρώπης.
Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα και δεν πρέπει να εξωραΐζεται.Ωστόσο, η ιδεολογική φυσιογνωμία του καθεστώτος και η στάση του Μεταξά απέναντι στην ιταλική επιθετικότητα είναι δύο διαφορετικά ιστορικά ζητήματα και εδώ υπάρχει ένα ιστορικό τεκμήριο που αξίζει να διαβαστεί, αντί να προσπερνιέται. 📜 Από το «Τετράδιο Σκέψεων» του Ιωάννη Μεταξά, Κηφισιά, 2 Ιανουαρίου 1941: «Ήτανε εξαρχής ψευτιά... για να ξεγελάσουν τους λαούς τους... Αληθινό δε είναι ένας διψασμένος ιμπεριαλισμός... Είναι όχι μόνο μωρός, αλλά και κακόπιστος ο Έλληνας που πιστεύει ακόμα τώρα πλέον σε ιδεολογίες του Χίτλερ και του Μουσσολίνι... Είναι πολύ χαμηλοί... Ούτε σε γερμανικές ιδεολογίες και ρωμαντισμούς.
Ιταλικές δεν υπάρχουνε». Το απόσπασμα είναι αποκαλυπτικό για την αντίθεσή του στην ιταλική επιθετικότητα και στην ιδεολογική προπαγάνδα του Άξονα.
Δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι ο Μεταξάς υπήρξε αντιφασίστας, ούτε αναιρεί τις φασιστικές επιρροές του καθεστώτος του.
Αποδεικνύει, όμως, ότι η ιστορική πραγματικότητα δεν χωράει σε εύκολες ταμπέλες.Ο Μεταξάς όμως ήταν αυτός που απέρριψε το ιταλικό τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1940 και αυτό δεν επιδέχεται καμίας αμφισβήτησης.
Ωστόσο η αναγνώριση της σημασίας του ΟΧΙ δεν σημαίνει ότι αποδίδουμε στον Μεταξά ολόκληρη την εποποιία του 1940.
Αυτή ανήκει και στον ελληνικό λαό.
Στους στρατιώτες της Πίνδου, στους υπερασπιστές των οχυρών, σε εκείνους που πολέμησαν και θυσιάστηκαν για την πατρίδα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην ιστορική ανάλυση και στην ιδεολογική κατασκευή μπορείς να ασκήσεις αυστηρή κριτική στον Μεταξά χωρίς να υποβαθμίσεις την απόφαση του 1940.
Μπορείς να αναγνωρίσεις τις ευθύνες του χωρίς να διαγράψεις τις ιστορικές πράξεις του.
Το ίδιο ισχύει για το Βυζάντιο, τον Καποδίστρια, και την Ελληνική Επανάσταση.
Μπορούμε να εξετάσουμε τις αντιφάσεις της βυζαντινής πολιτικής, τις συγκρούσεις μεταξύ των αγωνιστών, τις επιλογές και τα λάθη του Καποδίστρια, τα οικονομικά και κοινωνικά κίνητρα της Επανάστασης.
Όμως, όταν η ιστορική έρευνα περιορίζεται στην αναζήτηση κάθε σκοτεινής πλευράς, ενώ υποβαθμίζει συστηματικά τις φωτεινές, τότε δικαιολογημένα τίθεται το ερώτημα αν πρόκειται για ολοκληρωμένη ιστορική προσέγγιση ή για επιλεκτική ανάγνωση.
Δεν υπήρξαν άγιοι όλοι οι αγωνιστές του 1821.
Δεν ήταν αλάνθαστος ο Καποδίστριας.
Δεν ήταν δημοκρατικό το καθεστώς του Μεταξά και το Βυζάντιο δεν ήταν ένας κόσμος χωρίς αντιθέσεις και συγκρούσεις.
Αυτά είναι αυτονόητα για όποιον μελετά σοβαρά την ιστορία.
Υπήρξαν όμως και άνθρωποι που θυσιάστηκαν για την ελευθερία, ηγέτες που επιχείρησαν να συγκροτήσουν κράτος, στρατιώτες που υπερασπίστηκαν την πατρίδα τους, κοινωνίες που διατήρησαν τη γλώσσα, την πίστη και την ιστορική τους συνέχεια μέσα από αιώνες δοκιμασιών.Αυτή την ολόκληρη πραγματικότητα οφείλει να εξετάζει ο ιστορικός.
Όχι μόνο τις αδυναμίες, όχι μόνο τις σκοπιμότητες, όχι μόνο τις αντιφάσεις και ασφαλώς όχι με κριτήρια που κατασκευάστηκαν αιώνες αργότερα, σαν να έπρεπε οι άνθρωποι του παρελθόντος να έχουν ζήσει και να έχουν αποφασίσει με βάση τις σημερινές μας ιδεολογικές προτιμήσεις.
Το πρόβλημα, άλλωστε, δεν είναι απλώς ιστοριογραφικό.
Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτισμικό.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η αποδόμηση παρουσιάζεται περίπου ως απόδειξη ευφυΐας, η πρόκληση ως επιστημονική τόλμη και η περιφρόνηση της συλλογικής μνήμης ως ένδειξη πνευματικής χειραφέτησης.Μόνο που η αμφισβήτηση χωρίς γνώση δεν είναι κριτική σκέψη αλλά αυθαιρεσία.Οπώς επίσης και η ανατροπή χωρίς τεκμηρίωση δεν είναι επιστημονική πρόοδος παρά ένας απλώς διαφορετικός δογματισμός, με σύγχρονο περιτύλιγμα.
Η ιστορία δεν ανήκει ούτε στους εθνικούς αγιογράφους ούτε στους επαγγελματίες αποδομητές.
Ανήκει στις πηγές, στα τεκμήρια και στην έντιμη ερμηνεία τους.Γι' αυτό και η φράση του αείμνηστου ιστορικού Νίκου Σβορώνου στην αρχή είναι μια υπενθύμιση επιστημονικής ευθύνης,δεν επιλέγουμε τα γεγονότα για να δικαιώσουμε τη θεωρία μας αλλά αντίθετα αφήνουμε τα γεγονότα να μας οδηγήσουν στην αλήθεια.Αυτό που θα πρέπει να καταλάβουμε στο τέλος είναι ότι η μεγαλύτερη αποτυχία ενός ιστορικού δεν είναι να αναθεωρήσει μια παλιά ερμηνεία αλλά να γίνει τόσο προσκολλημένος στη δική του ιδεολογική αφετηρία, ώστε να πάψει να βλέπει όσα δεν τον βολεύουν.
Έτσι ο «εθνικός μας ιστορικός» μπορεί να συνεχίσει τις αποδομήσεις του.
Η ιστορία, όμως, δεν είναι το τσιφλίκι του ούτε τηλεοπτικό σκηνικό για εντυπωσιακές ανατροπές.
Γιατί άλλο να φωτίζεις τις σκοτεινές σελίδες της στορίας και άλλο να προσπαθείς να σβήσεις ολόκληρο το βιβλίο. ✍ Στυλ. Καβάζης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους