ΤΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΑ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΟΛΕΥΕΤΑΙ ΣΕ ΕΘΝΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ Υπάρχουν πολιτικές ιστορίες που γράφονται με τη βεβαιότητα του νικητή. Υπάρχουν κι άλλες που γράφονται με τις αντιφάσεις εκείνων...
ΤΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΑ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΟΛΕΥΕΤΑΙ ΣΕ ΕΘΝΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ Υπάρχουν πολιτικές ιστορίες που γράφονται με τη βεβαιότητα του νικητή.
Υπάρχουν κι άλλες που γράφονται με τις αντιφάσεις εκείνων που επιμένουν να υπάρχουν, ακόμη κι όταν η εποχή τους δεν τους υπόσχεται τίποτε περισσότερο από πολιτική απομόνωση, εκλογική συρρίκνωση και την καχυποψία σχεδόν όλων των πλευρών.
Η ιστορία των κομμουνιστών του Ισραήλ ανήκει προφανέστατα στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν ξεκινά το 1948, με την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ.
Οι ρίζες της βρίσκονται στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Παλαιστίνης, που συγκροτήθηκε το 1919, πριν από την επίσημη έναρξη ισχύος της «Βρετανικής Εντολής» (το British Mandate for Palestine, το καθεστώς διοίκησης που ασκούσε η Βρετανία στην περιοχή από το 1920 έως το 1948 ενώ τυπικά, η εντολή της Κοινωνίας των Εθνών τέθηκε σε ισχύ το 1923). Από τότε το πολιτικό εγχείρημα της κομμουνιστικής Αριστεράς στην περιοχή βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα εξαιρετικά δύσκολο ερώτημα: πώς μπορεί να υπάρξει κοινή πολιτική δράση εργαζομένων διαφορετικής εθνικής καταγωγής, όταν η εθνική σύγκρουση καθορίζει ολοένα και περισσότερο την ίδια τους τη ζωή; Το ερώτημα δεν ήταν θεωρητικό.
Ήταν ιστορικό, κοινωνικό και βαθιά πολιτικό.
Και δεν έχει πάψει να είναι επίκαιρο. 1948: Η ίδρυση ενός κράτους και η συνέχιση μιας πολιτικής διαδρομής Με την ίδρυση του Ισραήλ, το 1948, το κόμμα μετονομάστηκε σε Ισραηλινό Κομμουνιστικό Κόμμα, γνωστό με το ακρωνύμιο ΜΑΚΙ.
Στη συγκρότησή του συμμετείχαν τόσο Εβραίοι όσο και Άραβες κομμουνιστές. Ο Μεΐρ Βίλνερ, ηγετικό στέλεχος του κόμματος, ήταν ένας από τους υπογράφοντες τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του Ισραήλ.
Η λεπτομέρεια αυτή έχει ιστορικό ενδιαφέρον, επειδή συμπυκνώνει μια αντίφαση που θα ακολουθούσε την ισραηλινή κομμουνιστική Αριστερά για δεκαετίες: η παρουσία της στη γέννηση του κράτους δεν σήμαινε αποδοχή κάθε πολιτικής που θα ακολουθούσε η ισραηλινή εξουσία, ούτε εγκατάλειψη του αιτήματος για εθνικά και πολιτικά δικαιώματα των Παλαιστινίων.
Το κόμμα αντιτάχθηκε στην επιβολή στρατιωτικής διοίκησης στις αραβικές κοινότητες του Ισραήλ και υποστήριξε το δικαίωμα των Παλαιστινίων στην αυτοδιάθεση.
Στις πρώτες εκλογές του 1949 κέρδισε τέσσερις έδρες στην Κνεσέτ.
Το 1951 έφτασε τις πέντε και το 1955 τις έξι.
Δεν επρόκειτο για μια πολιτική παρουσία που περιοριζόταν σε διακηρύξεις και μικρούς κύκλους διανοουμένων.
Το κόμμα διέθετε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, παρουσία στο συνδικαλιστικό κίνημα και απήχηση σε σημαντικά τμήματα του αραβικού πληθυσμού.
Ωστόσο, η πορεία του δεν ήταν γραμμική.
Οι μεταβολές στη διεθνή πολιτική, η στάση της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στο Ισραήλ, οι διαφωνίες για τον σιωνισμό και οι διαφορετικές προσεγγίσεις στο εθνικό ζήτημα όξυναν τις εσωτερικές αντιθέσεις.
Η ιστορία, όπως συμβαίνει συχνά, δεν άργησε να περάσει από την πολιτική διαφωνία στην οργανωτική ρήξη. 1965: Η διάσπαση Το 1965, οι αντιθέσεις στο ΜΑΚΙ οδήγησαν σε διάσπαση.
Η πτέρυγα που συνδεόταν με τον Μεΐρ Βίλνερ και τον Ταουφίκ Τουμπί συγκρότησε τη Νέα Κομμουνιστική Λίστα, τη ΡΑΚΑΧ, με ισχυρή παρουσία Αράβων και Εβραίων κομμουνιστών. Η ΡΑΚΑΧ διατήρησε στενότερη σχέση με τις θέσεις της Σοβιετικής Ένωσης και ανέπτυξε την πολιτική της δράση γύρω από την αντίθεση στην κατοχή, την υπεράσπιση των Παλαιστινίων και την ισότητα των Αράβων πολιτών του Ισραήλ.
Το παλιό ΜΑΚΙ αποδυναμώθηκε και σταδιακά έπαψε να αποτελεί αυτοτελή πολιτική δύναμη. Η ΡΑΚΑΧ, από την άλλη, συνέχισε τη διαδρομή της και αργότερα υιοθέτησε ξανά το όνομα ΜΑΚΙ, δηλαδή Ισραηλινό Κομμουνιστικό Κόμμα.
Αυτή είναι μια από τις ιστορικές ιδιομορφίες του χώρου: το ίδιο όνομα συνδέεται με διαφορετικές οργανωτικές περιόδους, ενώ η σημερινή κομμουνιστική παράδοση του Ισραήλ προέρχεται κυρίως από τη γραμμή που διαμορφώθηκε μετά τη διάσπαση του 1965. 1977: Η συγκρότηση του Χαντάς Το 1977 δημιουργήθηκε το Χαντάς, το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Ειρήνη και την Ισότητα.
Η συγκρότησή του δεν ήταν απλώς μια αλλαγή ονόματος.
Ήταν η δημιουργία ενός ευρύτερου πολιτικού μετώπου, με κεντρικό οργανωτικό και ιδεολογικό πυρήνα το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ισραήλ, αλλά και με τη συμμετοχή άλλων αριστερών κινήσεων και κοινωνικών δυνάμεων. Στο Χαντάς συναντήθηκαν κομμουνιστές, αριστεροί ακτιβιστές και άνθρωποι που διεκδικούσαν την ειρήνη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την ισότητα των πολιτών, ανεξάρτητα από την εθνική τους καταγωγή.
Η πολιτική του ταυτότητα είχε δύο αλληλένδετες πλευρές.
Η πρώτη αφορούσε την κοινωνική σύγκρουση: τα δικαιώματα των εργαζομένων, την κοινωνική προστασία, την αντίθεση στις ανισότητες και τη διεκδίκηση μιας διαφορετικής οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης.
Η δεύτερη αφορούσε το εθνικό ζήτημα: την αντίθεση στην κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών, την υποστήριξη της παλαιστινιακής αυτοδιάθεσης και την επιδίωξη πολιτικής λύσης που θα αναγνωρίζει την ύπαρξη δύο λαών και τα δικαιώματά τους. Το Χαντάς υπήρξε ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα πολιτικής συνεργασίας Αράβων και Εβραίων στο Ισραήλ.
Όχι επειδή εξαφάνισε τις εθνικές και κοινωνικές αντιθέσεις, αλλά επειδή επιχείρησε να συγκροτήσει κοινό πολιτικό χώρο μέσα σε αυτές.
Η προσπάθεια αυτή δεν υπήρξε ποτέ εύκολη.
Η ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση, οι πολεμικές αναμετρήσεις, οι διαφορετικές εμπειρίες των δύο κοινοτήτων και η αυξανόμενη πόλωση περιόρισαν επανειλημμένα τα περιθώρια μιας ευρύτερης εβραιοαραβικής πολιτικής συνεργασίας.
Αλλά η πολιτική παρουσία του Χαντάς διατηρήθηκε. Κοινή Λίστα: Συνεργασία χωρίς ιδεολογική ομοιομορφία Το 2015 συγκροτήθηκε η Κοινή Λίστα, η οποία ένωσε το Χαντάς με τρεις άλλους πολιτικούς σχηματισμούς: το ΤΑΑΛ, το Μπαλάντ και το Ράαμ.
Η συνεργασία είχε ως βασικό στόχο να ενισχύσει την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των Αράβων πολιτών του Ισραήλ, σε ένα εκλογικό σύστημα όπου το όριο εισόδου στη Βουλή δημιουργεί κίνητρα για κοινές εκλογικές καθόδους. Η Κοινή Λίστα κέρδισε 13 έδρες το 2015 και έφτασε τις 15 το 2020.
Ωστόσο, οι εσωτερικές διαφωνίες δεν εξαφανίστηκαν. Το Ράαμ αποχώρησε από τη συμμαχία ενόψει των εκλογών του 2021 και επέλεξε διαφορετική πολιτική στρατηγική, η οποία περιλάμβανε ακόμη και συμμετοχή σε κυβερνητικό συνασπισμό.
Η διάκριση είναι σημαντική. Το Ράαμ είναι ισλαμιστικό κόμμα και δεν αποτελεί κομμουνιστική δύναμη. Το ΤΑΑΛ και το Μπαλάντ έχουν διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές αφετηρίες από το Χαντάς.
Επομένως, η κοινή εκλογική κάθοδος δεν σημαίνει ότι οι συμμετέχοντες έχουν την ίδια ιδεολογία, τις ίδιες κοινωνικές αναφορές ή την ίδια στρατηγική για την άσκηση πολιτικής εξουσίας.
Η συνεργασία είναι πρωτίστως πολιτική και εκλογική.
Το αν μπορεί να εξελιχθεί σε σταθερή κοινοβουλευτική συμμαχία εξαρτάται από τις πραγματικές συμφωνίες, τις προτεραιότητες και τις αντιθέσεις των κομμάτων που τη συγκροτούν. 2026: Οι κομμουνιστές εξακολουθούν να υπάρχουν Φτάνουμε στο σήμερα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ισραήλ δεν αποτελεί την εκλογική δύναμη που θα μπορούσε να διεκδικήσει μαζική κυβερνητική εξουσία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει εξαφανιστεί από την πολιτική ζωή. Τον Φεβρουάριο του 2026 πραγματοποίησε το 29ο συνέδριό του, επιβεβαιώνοντας την προσήλωσή του στη μαρξιστική-λενινιστική παράδοση, στην υπεράσπιση των εργαζομένων και των κοινωνικά ευάλωτων ομάδων, στην αντίθεση στην κατοχή και στους εποικισμούς, καθώς και στην αντιμετώπιση των εθνικών διακρίσεων σε βάρος των Παλαιστινίων πολιτών του Ισραήλ. Το Χαντάς εξακολουθεί να αποτελεί την κύρια πολιτική του έκφραση στην Κνεσέτ.
Δεν είναι απλώς ένα κόμμα που αναφέρεται στην ιστορία του κομμουνισμού.
Διατηρεί οργανωμένη παρουσία, συμμετέχει στις εκλογές, παρεμβαίνει στις πολιτικές αντιπαραθέσεις και επιδιώκει να συνδέσει το κοινωνικό ζήτημα με το εθνικό.
Στην πρόσφατη πολιτική του δράση περιλαμβάνονται η αντίθεση στον πόλεμο και στην κατοχή, η καταγγελία των διακρίσεων, η διεκδίκηση ισότητας για τους Άραβες πολίτες και η προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα κοινό πολιτικό μέτωπο με άλλες δυνάμεις που αντιτίθενται στην κυβέρνηση της ισραηλινής Δεξιάς.
Στην εκλογική αναμέτρηση του Οκτωβρίου 2026, η Κοινή Λίστα των Χαντάς, ΤΑΑΛ και Μπαλάντ εμφανιζόταν, με βάση τα μέχρι τότε αποτελέσματα, να καταλαμβάνει 12 έδρες στην Κνεσέτ. Το Ράαμ συμμετείχε χωριστά.
Οι αριθμοί αυτοί αφορούν την εκλογική συμμαχία και όχι αποκλειστικά το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Χρειάζεται να είμαστε ακριβείς: οι 12 έδρες δεν είναι «12 κομμουνιστές». Είναι η κοινοβουλευτική δύναμη μιας συμμαχίας με διαφορετικές πολιτικές συνιστώσες, στην οποία το Χαντάς αποτελεί τον κομμουνιστικό πυρήνα.
Η εκλογική της παρουσία μπορεί να δώσει φωνή σε ζητήματα που διαφορετικά θα έμεναν στο περιθώριο της κοινοβουλευτικής συζήτησης.
Δεν μετατρέπει, όμως, αυτομάτως τη συμμαχία σε ενιαίο ιδεολογικό και οργανωτικό φορέα.
Η πολιτική τους αντίφαση Η ιστορία των κομμουνιστών του Ισραήλ δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο με εκλογικά αποτελέσματα.
Ούτε μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά με βάση τις προγραμματικές τους διακηρύξεις.
Το βασικό τους πολιτικό εγχείρημα είναι η σύνδεση της ταξικής πολιτικής με την ισότητα των εθνικών κοινοτήτων, σε μια κοινωνία όπου το εθνικό ζήτημα έχει καθοριστική επίδραση σε κάθε πτυχή της δημόσιας ζωής.
Αυτή η επιλογή τούς δίνει μια ιδιαίτερη θέση στην ισραηλινή πολιτική σκηνή.
Ταυτόχρονα δημιουργεί σοβαρές δυσκολίες.
Η κοινωνική βάση του Χαντάς είναι κατά κύριο λόγο αραβική, παρά τον ρητά αραβοεβραϊκό χαρακτήρα του.
Η εβραϊκή υποστήριξη παραμένει περιορισμένη σε σχέση με την απήχηση του κόμματος στις αραβικές κοινότητες.
Παράλληλα, η πολιτική πόλωση και οι πολεμικές συγκρούσεις περιορίζουν τις δυνατότητες κοινής δράσης εργαζομένων που βιώνουν διαφορετικά την εθνική σύγκρουση.
Υπάρχει, επίσης, το ζήτημα της κοινοβουλευτικής αποτελεσματικότητας.
Η εκπροσώπηση στη Βουλή δίνει τη δυνατότητα δημόσιας παρέμβασης, αλλά δεν εξασφαλίζει από μόνη της τη δυνατότητα εφαρμογής ενός πολιτικού προγράμματος.
Η απόσταση ανάμεσα στην κοινοβουλευτική παρουσία και στην άσκηση κυβερνητικής εξουσίας παραμένει μεγάλη.
Και, φυσικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι καταγγέλλει ένα κόμμα, αλλά και πώς συνδέει τις διακηρύξεις του με την καθημερινή ζωή: τους μισθούς, τη στέγαση, την εργασία, τις δημόσιες υπηρεσίες, την εγκληματικότητα στις αραβικές κοινότητες και τα δικαιώματα των Παλαιστινίων.
Εκεί κρίνεται αν μια πολιτική παράδοση παραμένει ζωντανή κοινωνική δύναμη ή αν περιορίζεται στη διατήρηση μιας ιστορικής ταυτότητας.
Ένας μικρός πολιτικός χώρος, ένα μεγάλο ερώτημα Οι κομμουνιστές του Ισραήλ δεν είναι ούτε μια πανίσχυρη πολιτική δύναμη, ούτε ένα ιστορικό απολίθωμα.
Είναι ένα υπαρκτό και οργανωμένο πολιτικό κίνημα, με ρίζες πριν από την ίδρυση του κράτους, με κοινοβουλευτική παρουσία από το 1949, με διασπάσεις, μετασχηματισμούς, συμμαχίες και διαρκείς αντιπαραθέσεις γύρω από το εθνικό και το κοινωνικό ζήτημα.
Το ενδιαφέρον τους δεν βρίσκεται μόνο στο πόσες έδρες κερδίζουν αλλά και στο γεγονός ότι εξακολουθούν να υπερασπίζονται την ιδέα πως η πολιτική συνεργασία Εβραίων και Αράβων δεν είναι αδύνατη, ακόμη και σε μια κοινωνία που έχει σημαδευτεί από πολέμους, κατοχή, εκτοπισμούς και βαθιά αμοιβαία δυσπιστία.
Το αν η προσπάθεια αυτή μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη κοινωνική απήχηση παραμένει ανοιχτό ερώτημα.
Η ιστορία δεν προσφέρει εγγυήσεις σε κανένα πολιτικό κόμμα.
Προσφέρει κάτι άλλο: τη δυνατότητα να εξετάζουμε τι επιχείρησε να κάνει, σε ποιες συνθήκες το επιχείρησε, ποιες αντιφάσεις αντιμετώπισε και τι εξακολουθεί να διεκδικεί.
Και αυτό, για μια πολιτική δύναμη που επιμένει να μιλά για κοινωνική ισότητα και κοινή δράση μέσα σε μια τόσο βαθιά εθνική σύγκρουση, δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Η ιστορία των κομμουνιστών του Ισραήλ δεν είναι η ιστορία μιας εύκολης νίκης.
Είναι η ιστορία μιας δύσκολης πολιτικής επιμονής — και του ανοιχτού ερωτήματος αν η ταξική αλληλεγγύη μπορεί να αποκτήσει πραγματικό χώρο εκεί όπου η εθνική σύγκρουση μοιάζει να καταλαμβάνει σχεδόν τα πάντα. ¡Venceremos!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους