«ΡΟΥΦΑΕΙ ΤΟΝ ΚΑΠΝΟ ΜΕ ΒΛΕΜΜΑ ΘΑΜΠΟ, το ίδιο που γυάλιζε στο χιονόνερο, στυλωμένο απέναντι, στο Τρέστενικ. Από το λευκό βουνό το αέρι κατέβαζε αποβραδίς μυρωδιές καταιγίδας. Στο βάθος σκοτεινοί βράχοι...
«ΡΟΥΦΑΕΙ ΤΟΝ ΚΑΠΝΟ ΜΕ ΒΛΕΜΜΑ ΘΑΜΠΟ, το ίδιο που γυάλιζε στο χιονόνερο, στυλωμένο απέναντι, στο Τρέστενικ.
Από το λευκό βουνό το αέρι κατέβαζε αποβραδίς μυρωδιές καταιγίδας.
Στο βάθος σκοτεινοί βράχοι στέκονταν σαν σκοποί.
Υγρές ριπές νότιζαν το πρόσωπο.
Όταν άρχισαν τα πολυβόλα και τα κανόνια αξημέρωτα, η σκέψη έπαψε να κλωθογυρίζει.
Οβίδες χρωμάτιζαν τον κόσμο πριν σκάψουν πιο βαθιά τα εικονικά χαρακώματα που είχανε μπροστά.
Η αστοχία του εχθρού αναπτέρωνε το φρόνημα.
Ο υφαντουργός φέρνει στον νου την αυγή που ήρθε η διαταγή αντεπίθεσης, με ανελέητη χιονοθύελλα.
Πίσω από ένα δίχτυ τα μάτια μόλις διέκριναν θεωρίες δέντρων.
Κάτω από κάποιο γεφύρι ρόχθιζαν αφρισμένα νερά.
Αρχίσαμε να τρέχουμε για να περάσουμε τη χαράδρα και να ριχτούμε στις γραμμές των Ιταλών.
Μέσα από καταιγιστικά πυρά και οβίδες ακούγονταν το “αέρα” αλλά και τα βογκητά όσων έπεφταν.
Αίμα και καπνός στο χιόνι, η παγωνιά δεν εμπόδιζε τον καυτό ιδρώτα να τρέχει στα πρόσωπα ενόσω προχωρούσαμε μέσα στο χιονοστρόβιλο και γνωρίζαμε νέα τοπία: Μπίγλιστα, Δεβόλης, Χότσιστα, αυχένας του Μοράβα.
Με κοφτή αναπνοή αναρρίχηση, στενά περάσματα και γιδόστρατες όπου ακόμη και τα μουλάρια γλιστρούσαν και τσακίζονταν.
Ο ένας πίσω από τον άλλο.
Σκύβαμε στις κουκούλες, με καρφωμένο το σαγόνι στο στήθος.
Τα πέλματα είχανε γίνει αναίσθητα και ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά στο χιόνι.
Ο ήχος από το πλατσούρισμα νανούριζε, μα ένα παραπάτημα και να η πραγματικότητα, οι αρβύλες είχαν γίνει ξεφτίδια.
Όταν γλιστρούσαμε, αρπαζόμαστε από χαμόκλαδα.
Στην κατηφόρα σερνόμαστε ανάσκελα.
Μετά πάλι όρθιοι.
Δεν ένιωθες πια ότι προχωρούσες, σε έσερνε μηχανισμός αόρατος, λήθαργος.
Ξέρεις τι είναι λήθαργος; Ύστερα άρχισε να διηγείται πώς κατέβηκαν σε μια λαγκαδιά κι από εκεί σε μια ράχη με κοφτά, γιγάντια λευκά βράχια για να φτάσουν στην Κορυτσά. «Ο αέρας σφεντόνιζε στα πρόσωπα σαν ρύζι το κοκορόχιονο.
Δεν αισθανόμαστε τα δάχτυλα, τα γένια είχανε γίνει σύρματα.
Γαλέτα, σταφίδα, κονιάκ, να τρίψεις τα χέρια και να κλείσεις τα μάτια, όσο να σπάσει το αποκάρωμα της αγρύπνιας από την πρώτη ομοβροντία του πυροβολικού, σωτήρια ειδοποίηση για να σπρώξουμε το χιόνι που μας είχε θάψει.
Οι χλαίνες κοκαλωμένες πάνω μας έπαιρναν το σχήμα του ακίνητου κορμιού, οι αρβύλες είχανε γίνει ξυλοπάπουτσα.
Τα μεσάνυχτα οι ομαδάρχες άρχισαν να σκουντάνε. “Σηκωθείτε. Ορμάμε”. Πεταχτήκαμε ξυλιασμένοι, τινάξαμε το χιόνι από τις χλαίνες, οι ανάσες άχνιζαν. “Ησυχία” φώναζαν οι διμοιρίτες.
Υποψιασμένοι οι Ιταλοί, προστατευμένοι από υψώματα που σχημάτιζαν γύρω αλυσίδα, άρχισαν να ρίχνουν φωτοβολίδες, φλογοκοκκίνισε το φαράγγι. “Πρηνηδόν”, φώναζαν οι λοχίες ενώ άστραφταν βεγγαλικά.
Από τις παρυφές ενός καστανόδασους πιάσαμε ανηφόρα.
Στη ρίζα του πρώτου λόφου δεχτήκαμε πυκνά πυρά.
Χωρίς το δικό μας πυροβολικό να μας καλύπτει, χιλιάδες μεταλλικά χτυπήματα έσπερναν θάνατο κι ακρωτηριασμό.
Σκορπίσαμε απ’ τις ριπές των πολυβόλων, τα βλήματα των όλμων.
Πέτρες και χιόνι στροβιλίζονταν με τον καπνό.
Ανασυνταχθήκαμε, ήταν τρομερή η λαχτάρα μας για την κορφή. “Αέρα” αντηχούσαν οι κραυγές της πρώτης διμοιρίας που είχε κιόλας ανέβει.
Πριν χαράξει με σπαθιές η αυγή, το ύψωμα είχε πέσει». Και μετά; Μετά, με μια αργή φάλαγγα τροχοφόρων μπροστά πήραν ξανά το δρόμο.
Πλάι χτιστά οδοφράγματα, ξεχαρβαλωμένα αυτοκίνητα, όπλα, πυροσωλήνες, όλμοι, κάσες με πυρομαχικά, ρολά συρματοπλέγματα, κουβέρτες, ζωντανά. Οι Αλβανοί χάζευαν, οι πλιατσικολόγοι ξεθάρρεψαν κι άρχισαν να γυροφέρνουν.
Στους τοίχους φασιστικά συνθήματα, εικόνες του Ντούτσε και ανακοινώσεις της διοίκησης.
Στο αεροδρόμιο μερικά καμένα αεροπλάνα.
Στο δασύ οροπέδιο μέσα από το δειλινό λιβάνι πρόβαλε η Κορυτσά.
Τρούλοι, μιναρέδες, ανώγια με φως και πολλά παράθυρα.
Η γαλανόλευκη κυμάτιζε.
Τα γραμμόφωνα ξέχυναν εμβατήρια.
Τα σπίτια άνοιγαν, ρακή και κάστανα.
Τα κλαρίνα έπιασαν να γιορτάζουν.
Μοιράσανε τσιγάρα ποπολάρι πριν πνιγμένοι στις αγκαλιές του κόσμου περάσουνε την πόρτα του Αϊ Γιώργη που είχε χτυπηθεί από βόμβα.
Άναψε κερί και προσευχήθηκε για όλους.
Και ασυναίσθητα θυμήθηκε το πανηγύρι στον Αϊ Γιώργη του νησιού του που η εξορία τούς στερούσε». Κώστας Χατζηαντωνίου, «Ο κύκλος του χώματος», Καστανιώτης 2017.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους