Κάθε χρόνο σαν σήμερα διαβάζω πάλι τις φωτοτυπίες που έχω από τα χειρόγραφά του Μπαρμαγιώργη για τη δικτατορία του Μεταξά, για τα γεγονότα του 1940, για την αντίσταση, και για αυτά που προηγήθηκαν...
Κάθε χρόνο σαν σήμερα διαβάζω πάλι τις φωτοτυπίες που έχω από τα χειρόγραφά του Μπαρμαγιώργη για τη δικτατορία του Μεταξά, για τα γεγονότα του 1940, για την αντίσταση, και για αυτά που προηγήθηκαν. «Τώρα στα γεράματα και στα 60 μου χρόνια εδώ στο Γιάνοβ της Τσεχοσλοβακίας σαν πολιτικός πρόσφυγας εδώ και δέκα χρόνια θεώρησα καλό και αποφάσισα να γράψω τη βιογραφία μου.
Δεν θα πω ψέματα, θα πω αυτά που έζησα και είδα με τα μάτια μου.
Γιατί ο ψεύτης στην καταγραφή της ιστορίας είναι εγκληματίας.
Αν παρατηρηθούν ανορθογραφίες πάνω σε όλα αυτά ας με συγχωρέσουν οι μεταγενέστεροι απόγονοι μου.» Γιώργος Κ. (Janov 1960) Γεννημένος το 1900 σε ένα μικρό χωριό των Γρεβενών.
Αγωνιστής και υψηλόβαθμο στέλεχος του ΕΛΑΣ.
Σε ηλικία 19 ετών, με την επιστράτευση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, στέλνεται στη Σμύρνη.
Εκεί δέχεται στη μάχη 2 σφαίρες (μια στο χέρι και μια στο πόδι) και θεωρώντας πως είναι νεκρός τον αφήνουν κοντά στους νερόμυλους κατά την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού όταν έπεσε το μέτωπο αφού οι Άγγλοι και οι Γάλλοι κατέλαβαν το Βόσπορο και την Προύσα και δεν είχαν ανάγκη τον αντιπερισπασμό που έκανε ο ελληνικός στρατός στα παράλια. "Είδα τον Τούρκο να με σημαδεύει και μετά σκοτάδι, ξύπνησα μέσα στο αίμα και τις λάσπες και δεν μπορούσα να δω καθαρά" έγραψε.
Σέρνεται βαριά τραυματισμένος ως τη βρύση για να πιει νερό με το αίμα όπως γράφει να έχει ποτίσει τα αρβύλα και τα μάτια του θολά από το αίμα.
Καταφέρνει να φτάσει σε ένα υπαίθριο χειρουργείο που είχαν στήσει κοντά σε ένα ρυάκι όπου του επουλώνουν τα τραύματα και τον μεταφέρουν στο Στρατιωτικό νοσοκομείο στη Σμύρνη για τη γενική υποχώρηση των στρατευμάτων.
Στέλνεται πίσω στην Αθήνα ως τραυματιοφορέας και μαζί με τους άλλους τραυματίες πολέμου μιλάνε για το φιάσκο της Μικρασιατικής εκστρατείας και για τα εγκλήματα του βασιλιά και για το πως παράτησαν τα γυναικόπαιδα της Σμύρνης που τους ακολουθούσαν στην υποχώρηση και τους παρέδιδαν στους Γάλλους που αυτοί με τη σειρά τους, τους παρέδιδαν πίσω στους Τούρκους.
Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ως κομουνιστής και αντιβασιλικός.
Καταφέρνει να αποδράσει και καταζητείται.
Συλλαμβάνεται πάλι επι Μεταξά και στέλνεται στην εξορία.
Με την εισβολή των Ιταλών οι πολιτικοί κρατούμενοι ζητούν να τους στείλουν να πολεμήσουν στο αλβανικό μέτωπο.
Αντ’ αυτού με την έναρξη της γερμανικής κατοχής οι κομουνιστές κρατούμενοι και εξόριστοι παραδίδονται από το μεταξικό καθεστώς στη Γκεστάπο.
Καταφέρνει για ακόμα μια φορά να αποδράσει κατά τη μεταγωγή του, και οργανώνεται στην αντίσταση.
Γράφει χαρακτηριστικά: «Με έχουν δείρει κάθε λογής αστυφύλακες. Οι Οθωμανοί χωροφύλακες όταν ήμαν δεκαεπτά ετών που το χωριό μου ήταν στα σύνορα με τη Θεσσαλία για να προδώσω τους αρματολούς.
Με δείρανε οι Βούλγαροι κομιτατζήδες για να προδώσω τας θέσεις ημών, με δείρανε οι Βασιλικοί χωροφύλακες επειδή έλεγα τον βασιλέα εγκληματία πολέμου, με έδειραν οι μαυροχιτώνες του Μεταξά, οι ταγματασφαλίτες των προδοτών, η ιταλική χωροφυλακή, η Γκεστάπο των γερμαναράδων.
Το ξύλο το άντεξα.
Την αδικίαν δεν αντέχω.» Το 1960, πολιτικός πρόσφυγας πλέον στην Τσεχοσλοβακία, μετά τον εμφύλιο, αρχίζει να γράφει τα απομνημονεύματά του, ξεκινώντας από τα γεγονότα στην εκστρατεία, τη μικρασιατική καταστροφή, τη δικτατορία του Μεταξά, την εξορία του στην Ακροναυπλία, τον πόλεμο του 1940, την αντίσταση και την οργάνωση του ΕΑΜ ΕΛΑΣ, τον εμφύλιο, την επικήρυξη του, την κλοπή της περιουσίας και τις διώξεις της οικογένειας του από το μετεμφυλιακό καθεστώς, τη φυγή με τον μεγάλο γιο του στο Janov (δυτικά της Πράγας στα σύνορα με την Πολωνία) και μετέπειτα στην Τασκένδη, την επιστροφή του στην Ελλάδα, στα υπόλοιπα 7 παιδιά του, που είχαν ενηλικιωθεί πια, και τα εγγόνια που δεν γνώρισε. Ο Γιώργος Κ. ήταν ο προπάππους μου.
Έφυγε να πολεμήσει στη μικρασιατική εκστρατεία βασιλόφρονας και επέστρεψε κομουνιστής.
Δεν τον γνώρισα ποτέ, έχω το όνομα του γιατί πέθανε λίγο πριν γεννηθώ, αλλά ο θρύλος του ζει ακόμα στην περιοχή από όπου κατάγομαι.
Στη φωτογραφία είναι μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του παππού μου, τον αγαπημένο θείο μου Βάιο που μου έμαθε σκάκι αν και δεν κατάφερα ποτέ να του πάρω παρτίδα. Το Βάιο τον πήρε μαζί του γιατί ήταν ο μόνος ενήλικος γιος του και δεν ήθελε να υποστεί αντίποινα από τους ταγματασφαλίτες.
Ο προπαππούς μου σε αντίθεση με τους ταγματασφαλίτες της περιοχής και τους δοσιλογους δεν πήρε σύνταξη εθνικής αντίστασης για τη δράση του ενάντια στους ναζί και για τον αγώνα της Απελευθέρωσης.
Ούτε καν σύνταξη αναπηρίας από τον τραυματισμό του στη μάχη της Μικρασιατικής Εκστρατείας. «Αναγνωριστηκε» τελικά ο αγώνας του από το ελληνικό κράτος και του εκδόθηκε σύνταξη εθνικής αντίστασης το 1981, λίγα χρόνια μετά το θάνατό του. Τιμή και δόξα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους