Θεατρικό Σημείωμα της Δήμητρα Σωκράτους για την παράσταση «Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός», των Ρέππα-Παπαθανασίου. Σκηνοθεσία Μαρίνου Ξενοφώντος. Θέατρο Ανεμώνα Ευφυέστατη, ευρηματική, βαθιά...
Θεατρικό Σημείωμα της Δήμητρα Σωκράτους για την παράσταση «Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός», των Ρέππα-Παπαθανασίου. Σκηνοθεσία Μαρίνου Ξενοφώντος. Θέατρο Ανεμώνα Ευφυέστατη, ευρηματική, βαθιά συγκινητική, ανθρώπινη και ταυτόχρονα σπαρταριστή, η θεατρική παράσταση «Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός», που ανεβάζει αυτό το διάστημα το Θέατρο Ανεμώνα στη Λευκωσία, σε σκηνοθεσία του Μαρίνου Ξενοφώντος και μια εξαίρετη ομάδα ταλαντούχων ηθοποιών και άλλων δημιουργικών συντελεστών.
Το θεατρικό έργο γράφτηκε από το πολυγραφέστατο και πολυβραβευμένο συγγραφικό δίδυμο των Μιχάλη Ρέππα-Θανάση Παπαθανασίου, και αποτέλεσε μια από τις από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου (2002), που ανεβάζεται σε σκηνές πολύ συχνά, μέχρι και σήμερα. Ο Ρέππας και ο Παπαθανασίου, ξεχωρίζουν για τον ιδιαίτερα χαρακτηριστικό, σατιρικό τρόπο γραφής τους, καθώς εμπνέονται και συνδυάζουν το καυστικό χιούμορ με την κοινωνικοπολιτική κριτική, αναδεικνύοντας πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα από έναν αιχμηρό, μα συνάμα τρυφερό και οικείο φακό.
Παρουσιάζουν ανθρώπους της καθημερινότητας και τις σχέσεις τους, ρίχνοντας φως στα βιώματα, στις πραγματικότητές τους, στις ανάγκες και στις προκλήσεις τους, μέσα από αντιφάσεις και υπερβολές.
Το έργο «Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός», ξεδιπλώνεται στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής του ’40, με τις τόσες ταλαιπωρίες, θηριωδίες, προδοσίες, τους φόβους για την επιβίωσή τους και τις γιγάντιες προκλήσεις των ανθρώπων της εποχής.
Δυο ζευγάρια, ο κύριος Μίμης με τη Χριστίνα (στους ρόλους ο Γιάννης Κόκκινος και η Ειρήνη Κωνσταντίνου), και ο κύριος Βαγγέλης με τη Λέλα (στους ρόλους ο Κρίστοφερ Γκρέκο και η Έλενα Χειλέτη), μετά τους βομβαρδισμούς και την καταστροφή των περιουσιών τους, ζούνε-συγκατοικούνε στους χώρους ενός ζαχαροπλαστείου και στον πρώτο όροφο.
Μαζί αντιμετωπίζουνε τις καθημερινές δυσκολίες, την πείνα, τη φτώχεια, την ακρίβεια, τον τρόμο των συλλήψεων από τους Γερμανούς και τον φόβο του θανάτου λόγω των βομβαρδισμών, γεγονός που τους οδηγεί συχνά σε ένα υπόγειο μικρό καταφύγιο, εντός του ζαχαροπλαστείου. Ο Βαγγέλης, παρουσιάζεται ως δωσίλογος, συνεργάτης των Γερμανών κατακτητών, και αυτός ουσιαστικά καταφέρνει να εξασφαλίσει τη διαμονή στο επιταγμένο ζαχαροπλαστείο, μα και τα καθημερινά προς το ζειν τους.
Η γυναίκα του, η Λέλα, προερχόμενη από εύπορη οικογένεια, τον παντρεύτηκε για να νοικοκυρευτεί, προτού τη φάνε τα χρόνια.
Καλή της φίλη, η Χριστίνα, μια γυναίκα γλυκιά, με καλές προθέσεις, μα κάπως αφελής. Ο Μίμης, τραυματίας πολέμου, με αναπηρία στο ένα πόδι, αναγκάζεται να δέχεται τις «αγαθοεργίες» του Βαγγέλη, ώστε να επιβιώσει μαζί με τη Χριστίνα τις κακουχίες της Κατοχής.
Γειτόνισσα των δυο ζευγαριών, η κυρία Βικτώρια, που από τη μια παιδεύεται με την ανατροφή των εγγονιών της, και από την άλλη μπλέκεται στις υποθέσεις των δυο ζευγαριών.
Κοινή λαχτάρα των δυο ζευγαριών, το να αποκτήσουν ένα δικό τους μωρό, πράγμα το οποίο φαίνεται ακατόρθωτο, αφού το ένα ζευγάρι (Μίμης-Χριστίνα), παντρεμένο για 12 χρόνια, δεν κατάφερε να τεκνοποιήσει, ενώ το άλλο ζευγάρι (Βαγγέλης-Λέλα), μετά από εξετάσεις, επιβεβαιώνεται ότι αντιμετωπίζει ιατρικό θέμα γονιμότητας.
Παρόλ’αυτά, οι δυο γυναίκες, εξακολουθούν να αποθέτουν την πίστη τους στην Παναγία, ένα ιερό πρόσωπο της Ορθοδοξίας, για να τους χαρίσει την ευλογία ενός μωρού.
Οι καθημερινές ισορροπίες ολονών ανατρέπονται, όταν εμφανίζεται ξαφνικά, από το πουθενά, στη ζωή τους, ένας νεαρός Εβραίος, ο Ιακώβ (στον ρόλο ο Άγγελος Χατζημιχαήλ), ο οποίος με «θαυματουργό» τρόπο κατάφερε να διαφύγει κρυφά από τις θηριωδίες του στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Άουσβιτς, όπου κρατείτο μαζί με άλλα μέλη της οικογένειάς του, και να φτάσει με τρένο ξανά πίσω στην Ελλάδα.
Το επιταγμένο ζαχαροπλαστείο όπου διαμένουν τα δυο ζευγάρια, ανήκε στον πατέρα του Ιακώβ, και ήταν ο χώρος όπου μεγάλωσε.
Εξού κι ο ίδιος γνωρίζει για την ύπαρξη ενός δεύτερου καταφυγίου, πίσω από μια ντουλάπα, σημείο που μετατρέπεται στη μόνιμη κρυψώνα του, κατά τον χρόνο που συμβιώνει με τον κύριο Μίμη και τη Χριστίνα, μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.
Με το που ο δωσίλογος Βαγγέλης, πιέζει τον Μίμη να φιλοξενήσει έναν ηλικιωμένο Γερμανό, με σοβαρά θέματα υγείας, ευθύς πλάθεται η ιδέα της ψεύτικης εγκυμοσύνης της Χριστίνας, για να αποφευχθεί πάση θυσία αυτή η παράδοξη συγκατοίκηση με έναν νεαρό Εβραίο κι έναν γέρο Γερμανό.
Κι από εκεί αρχίζουν όλα... Οι κωμικοτραγικές καταιγιστικές ανατροπές, τα ευτράπελα κι οι αλλεπάλληλες αποκαλύψεις, κινούν την παράσταση ανάμεσα στο δράμα και στην κωμωδία, με απόλυτη ισορροπία -σκηνοθετικό επίτευγμα του Ξενοφώντος.
Από τη μια, η ελαφρότητα των καθημερινών συνομιλιών των δυο γυναικών, μαζί με την κυρία Βικτωρία, την πολυλογού γειτόνισσά τους.
Από την άλλη, τα συναισθηματικά ξεσπάσματα του Ιακώβ και το μετατραυματικό του στρες, ως «πολυτραυματίας» και επιβιώσαντας της θηριωδίας του Άουσβιτς, δίδονται με ρεαλισμό, σεβαστικά και τρυφερά προς τον ήρωα, χωρίς να περιορίζουν ή να ευτελίζουν το μέγεθος της προσωπικής του τραγωδίας, μα αντίθετα, φωτίζοντας όλες τις πτυχές της, μέσα από τους μονολόγους και τις προσωπικές αυτοαποκαλύψεις του.
Από τη μια, η αγωνία των γυναικών να κάνουν ένα παιδί, και από την άλλη, τα μωρά που έρχονται τελικά, με τρόπο αντισυμβατικό, ανορθόδοξο, μα σίγουρα πανηγυρικό! Το σκηνοθετικό εγχείρημα του Μαρίνου Ξενοφώντος (με βοηθό σκηνοθέτη τον Νικόλα Πέτρου), γειωμένο και σεμνό, πραγματώνεται μαεστρικά, με γνώση κι εμπειρία, με καλή αισθητική και σεβασμό, ισορροπώντας άψογα ανάμεσα στις δραματικές και στις κωμικές πλευρές του έργου.
Ένα έργο απαιτητικό, με πολλές προκλήσεις, σε πολλά επίπεδα, αφού η πλοκή κινείται διαρκώς και ταχύτατα, ανάμεσα σε ανατροπές και ευτράπελα, σε αλλεπάλληλες αποκαλύψεις.
Η σκηνοθεσία πάτησε πολύ καλά στο ερμηνευτικό δυναμικό των ηθοποιών, επιτυγχάνοντας να σατιρίσει από τη μια τις κοινωνικές νόρμες της τότε εποχής, στις οικογενειακές, φιλικές και κοινωνικές σχέσεις, και από την άλλη να αναδείξει τα στερεότυπα, τις προκαταλήψεις και τις κοινωνικοπολιτισμικές παθογένειες, οδηγώντας μας ως κοινό σε βαθύτερους σημερινούς προβληματισμούς.
Ο νεαρός Εβραίος Ιακώβ, σκιαγραφείται ως ένα πραγματικά τραγικό πρόσωπο, που βίωσε στο άνθος της ηλικίας του την απίστευτη κτηνωδία της Ναζιστικής περιόδου της Γερμανίας, με την τραυματική απώλεια του πατέρα και του αδελφού του να καταγράφονται για πάντα στη μνήμη του.
Ένα πρόσωπο που έχει χάσει όλη του την οικογένεια και το γνώριμό του περιβάλλον.
Ενώ καλείται να διαχειριστεί από τη μια το πένθος του και να ενηλικιωθεί, ζώντας μόνος πια στον κόσμο, ταυτόχρονα καλείται να ανδρωθεί, ώστε να «βοηθήσει» την κυρία Χριστίνα, που στάθηκε αρχικά σαν μάνα πλάι του, να κάνει το δικό της παιδί.
Καταστάσεις ηθικά παράδοξες, αντιφατικές ή και συγκρουσιακές, που όμως μέσα από την πένα των Ρέππα-Παπαθανασίου, παρουσιάζονται ως αποδεκτές, απολύτως δικαιολογημένες κι εναρμονισμένες με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της τότε εποχής και των καταστάσεων που αντιμετωπίζουν οι χαρακτήρες του έργου. Ο Άγγελος Χατζημιχαήλ ενσαρκώνει μοναδικά τον Ιακώβ, κουβαλώντας και ξετυλίγοντας τολμηρά εμπρός στους θεατές τόσο το σκοτεινό, τραυματικό σύμπαν του νεαρού Εβραίου, μα και παραπέρα, την αμηχανία, την αθωότητα και τη γλυκύτητα του νεαρού, που καλείται να έρθει για πρώτη φορά σε επαφή, με μια γυναίκα.
Οι ηθοποιοί Γιάννης Κόκκινος και Ειρήνη Κωνσταντίνου, Κρίστοφερ Γκρέκο και Έλενα Χειλέτη, ενσάρκωσαν τους χαρακτηριστικούς τύπους των δυο ζευγαριών μικροαστών, με άνεση κι αφοσίωση, με σεβασμό, χωρίς να ευτελίζουν τις ιδιαίτερες πτυχές των χαρακτήρων τους, με πολύ ωραία χημεία κι αλληλεπίδραση μεταξύ τους, αποδίδοντας τους διαλόγους του κειμένου με ζωηρότητα, με εγρήγορση, σε γλώσσα άμεση και οικεία.
Η ηθοποιός Γιάννα Λευκάτη, στον ρόλο της πανέξυπνης, συμφεροντολόγας, πολυλογούς γειτόνισσας Βικτωρίας, αξιοποιεί όλα τα εκφραστικά της μέσα για ν’ αποδώσει τον πολύπλευρο χαρακτήρα της και τις αμφιλεγόμενες του πολιτικές διαθέσεις, με ταμπεραμέντο, για να καταλήξει στο τέλος της παράστασης, να καταδίδει στους Ελασίτες «απελευθερωτές», τον κύριο Βαγγέλη, ως δωσίλογο-συνεργάτη των Γερμανών, οδηγώντας όχι απλά σε ένα νέο ευτράπελο γεγονός, μα και αποκαλύπτοντας αιχμηρές αλήθειες του εθνικού διχασμού.
Υποδυόμενος τον Ελασίτη στρατιώτη (μέλος, δηλαδή, της μεγαλύτερης αντιστασιακής οργάνωσης στην Ελλάδα κατά την Κατοχή), ο ηθοποιός Νικόλας Αρκαδίου, ανέβασε πολύ την ενέργεια της παράστασης πριν το τέλος της, με το χαρακτηριστικό γλωσσικό του ιδίωμα, τις ατάκες και τη γοητευτική αφέλεια του χαρακτήρα του, ο οποίος εμφανίζεται υποθετικά στο έργο, την ημέρα της αποχώρησης των Γερμανών και της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης.
Η πολύ καλή συνοχή, η ροή και ο ρυθμός, ξεχώρισαν στην παράσταση, κρατώντας όχι απλά αμείωτο το ενδιαφέρον και την προσοχή του κοινού για περίπου δυο ώρες, μα καθηλώνοντάς μας στο «γλυκόπικρο» της ανθρώπινης ζωής, κινώντας μας από συγκίνηση σε συγκίνηση, από αγωνία σε αγωνία, κι από γέλιο σε γέλιο.
Η ενσωμάτωση προβολών με αυθεντικό οπτικογραφημένο αρχειακό υλικό από τη Ναζιστική περίοδο της Γερμανίας (σκηνές από το Άουσβιτς και την Ελλάδα), εμπλούτισε πραγματικά την παράσταση, με σημαντική προσθετική αξία στην αισθητική, πολυαισθητηριακή και γνωστική πρόσληψη του έργου από το κοινό, συμβάλλοντας καταλυτικά στην επέκταση του βιώματος και του συναισθήματός μας (οπτικοακουστική έρευνα-επιλογή υλικού: Μαρίνος Ξενοφώντος, Video art – Video projections: Γιάννης Σαββίδης). Η μουσική επένδυση του Μαρίνου Ξενοφώντος, με επιλογές πολύ γνωστών, αγαπημένων τραγουδιών της εποχής, και με ηχητικά αρχεία (υπόκρουση, ανακοινώσεις, σειρήνες, κ.τ.λ.) ενδυνάμωσε την ατμόσφαιρα του έργου, αναδεικνύοντας το κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο της εποχής, και δίδοντας έμφαση στο συναίσθημα.
Ο σχεδιασμός του φωτισμού από τον Βασίλη Πετεινάρη (χειρισμός φωτισμού και ήχου: Μαρίλια Κωνσταντίνου) ακολούθησε τις ανάγκες του έργου και τις εναλλαγές των σκηνών.
Το σκηνικό του Άντη Παρτζίλη απέδωσε και κάλυψε επαρκώς τον δραματικό χώρο του ζαχαροπλαστείου, με προσοχή σε κάθε λεπτομέρεια και σε κάθε αντικείμενο, με απόλυτο σεβασμό στο πνεύμα της εποχής του 1940, παρουσιάζοντας παράλληλα τους χώρους που οδηγούν στο υπόγειο καταφύγιο, στην κρυψώνα του Ιακώβ, στη σκάλα, στην κύρια είσοδο, εξυπηρετώντας λειτουργικά τις μετακινήσεις και τις κινήσεις των ηθοποιών (Ζωγραφική εκτέλεση σκηνικού: Άντης Παρτζίλης). Με όμοιο τρόπο, τα κοστούμια εποχής, δια χειρός του Άντη Παρτζίλη, σεβάστηκαν το ύφος και το στυλ της εποχής, εξυπηρετώντας με άνεση τους ηθοποιούς στους ρόλους τους.
Τα φορέματα έκλεψαν τις εντυπώσεις, ενώ και η θέα της χαρακτηριστικής ριγωτής στολής των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, που φορούσε ο Εβραίος Ιακώβ, με το χαρακτηριστικό κίτρινο αστέρι, προκάλεσε πραγματικά ανατριχίλα.
Όλοι ανεξαιρέτως οι συντελεστές της παράστασης (μαζί και ο Χρήστος Αβρααμίδης στις φωτογραφίες και ο Θέο Πέτρου στην αφίσα-γραφικά), υπηρέτησαν το έργο, τις ανάγκες του και τα πολλά μηνύματά του, με όρεξη, πειθαρχία, έμπνευση, συλλογική και συνεργατική διάθεση.
Το επί σκηνής αποτέλεσμα, δικαιώνει όλους και όλες για τους κόπους τους.
Ένα έργο στο οποίο αναδεικνύονται πολύ εύστοχα η αλληλοκατανόηση, η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά και η αγάπη ως υπέρτατες αρετές και αξίες της οικογένειας, της φιλίας και της κοινωνίας, που μπορούν να κρατάνε ζωντανή την ελπίδα και να φέρουν τελικά την πολυπόθητη ευτυχία και την επιθυμητή αλλαγή στη ζωή.
Αξίες, που υπερβαίνουν στα όρια των εθνοτήτων και εθνικοτήτων, τα φύλα, τις θρησκείες και τις κοινωνικοπολιτικές πεποιθήσεις.
Μια παράσταση, η οποία χτίζεται μέσα από τις ελπίδες δυο γυναικών για ένα νεογέννητο μωρό, εν μέσω κόσμων που καταρρέουν.
Γυναίκες, οι οποίες καταφέρνουν να υπερβούν με κάθε κόστος τα τραγικά κοινωνικοπολιτικά και υπαρξιακά γεγονότα που τους συμβαίνουν, και να κρατήσουν τις ψυχές τους αθώες και αλώβητες, παρά τα δηλητήρια των καιρών και των ανθρώπων γύρω τους.
Οι παραστάσεις του έργου «Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός», από το Θέατρο Ανεμώνα, συμπέφτουν χρονικά με την επερχόμενη εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, όπου θυμόμαστε πρώτα πρώτα τις σκοτεινές ημέρες της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα, κατά δεύτερον τους δεκάδες χιλιάδες Κύπριους που κατά τη διάρκεια της Βρεττανικής Αποικιοκρατίας βρέθηκαν να πολεμούν στο μέτωπο του πολέμου, ενταγμένοι στα ειδικά σώματα του βρετανικού στρατού, και κατά τρίτον, τις τρομακτικές θηριωδίες και κτηνωδίες που εξελίχθηκαν μέσα κι έξω από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως στην Ευρώπη, συγκλονίζοντας μέχρι και σήμερα το παγκόσμιο.
Μια παράσταση, λοιπόν, άρτια, ισορροπημένη, με οικουμενικά φωτεινά μηνύματα, η οποία θα μπορούσε με ελάχιστες μικροαλλαγές, να παρουσιαστεί σε μαθητές Β’ και Γ’ Λυκείου, δίδοντάς τους την ευκαιρία να μυηθούν από τη μια, στη σκοτεινή εποχή της Γερμανικής Κατοχής και των γιγάντιων προκλήσεών της για τους ανθρώπους, και από την άλλη, να προβληματιστούν για κοινωνικοπολιτισμικά ζητήματα της τότε μα και της σύγχρονης εποχής, αναγνωρίζοντας τις υπέρτατες αξίες της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς και της αγάπης.
Ήδη διασκευές του έργου έχουν παρουσιαστεί ορισμένες φορές στο πλαίσιο των Παγκύπριων Σχολικών Αγώνων Θεάτρου που οργανώνει ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου (Θ.Ο.Κ.).
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους