«Οι κυνηγοί είναι δολοφόνοι». Όταν το σύνθημα μεταμφιέζεται σε επιχείρημα. Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο να υπερασπίζεσαι μια ηθική θέση και στο να προσπαθείς να την επιβάλεις διαστρεβλώνοντας τις...
«Οι κυνηγοί είναι δολοφόνοι». Όταν το σύνθημα μεταμφιέζεται σε επιχείρημα. Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο να υπερασπίζεσαι μια ηθική θέση και στο να προσπαθείς να την επιβάλεις διαστρεβλώνοντας τις έννοιες.
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην κριτική και στην προσβολή, ανάμεσα στην επιχειρηματολογία και στον ηθικό εκφοβισμό.
Και υπάρχει, πάνω απ' όλα, διαφορά ανάμεσα στο να διαφωνείς με μια πράξη και στο να βαφτίζεις εγκληματία όποιον την επιλέγει.
Στον δημόσιο διάλογο γύρω από το κυνήγι, αυτή η διαφορά συχνά εξαφανίζεται.
Ορισμένοι, αντί να υπερασπιστούν την αντίθεσή τους με επιχειρήματα, καταφεύγουν στην εύκολη, συνθηματική ταμπέλα. «Δολοφόνος». Πρόκειται για μια λέξη βαριά.
Και ακριβώς επειδή είναι βαριά, η κατάχρησή της δεν αποδεικνύει ηθική ανωτερότητα.
Δηλοί στην καλύτερη περίπτωση αδυναμία διάκρισης εννοιών και στη χειρότερη, συνειδητή επιλογή συναισθηματικής χειραγώγησης.
Ας ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, ορισμένα πράγματα.
Όταν μιλάμε για έναν δολοφόνο, μιλάμε για κάποιον που έχει στερήσει τη ζωή από έναν συνάνθρωπο του, κάτι που δικαίως προκαλεί αποτροπιασμό και ηθική κατακραυγή.
Αντιθέτως, το νόμιμο κυνήγι είναι μια δραστηριότητα που ασκείται με κανόνες, με άδεια, με σεβασμό σε πληθυσμιακές ισορροπίες, σε συγκεκριμένες περιόδους και με καθορισμένα είδη.
Συνεπώς, η χρήση του όρου δολοφονία στο πλαίσιο του κυνηγιού είναι όχι μόνο λανθασμένη, αλλά και παραπλανητική.
Η συζήτηση για το κυνήγι είναι θεμιτή.
Υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ και κατά, οικολογικά, ηθικά, διαχειριστικά.
Αλλά όσο η κουβέντα γίνεται με κραυγές και χαρακτηρισμούς που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, δεν οδηγεί πουθενά.
Αν η θέση σου κατά του κυνηγίου είναι ισχυρή, γιατί χρειάζεσαι την υπερβολή για να την υποστηρίξεις; Όταν όλα είναι «δολοφονία», τότε τίποτα δεν είναι.
Ας μην υποτιμούμε λέξεις που έχουν βαρύνει από πόνο, ιστορία και νόημα, μόνο και μόνο για να κερδίσουμε μια λογομαχία.
Όταν τα πάντα αποκαλούνται «έγκλημα», «δολοφονία», «βιασμός», «καταστροφή», τότε η γλώσσα παύει να έχει διαβαθμίσεις.
Αν όλοι είναι «δολοφόνοι», τότε πώς θα ξεχωρίσουμε εκείνους που όντως έχουν αφαιρέσει μια ανθρώπινη ζωή; Όταν αποδίδουμε ανθρώπινες έννοιες χωρίς διακρίσεις σε κάθε πλάσμα ή γεγονός, τότε χάνουμε όχι μόνο τη λογική σειρά των πραγμάτων, αλλά και την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε νηφάλια.
Θα μπορούσε κανείς να απαντήσει σε έναν υπερβολικό χαρακτηρισμό με έναν εξίσου προσβλητικό χαρακτηρισμό.
Θα ήταν εύκολο.
Θα ήταν, όμως, και άχρηστο.
Όσο για το γραφικότατο που δια της πολιτικής ορθότητος επικαλείται κανείς με τη φράση «το νόμιμο δεν είναι ηθικό» για να χαρακτηρίσει τους κυνηγούς «δολοφόνους», οφείλει να κάνει κάτι περισσότερο από το να επαναλάβει ένα λαϊκό απόφθεγμα.
Να εξηγήσει με ποια ηθικά κριτήρια καταλήγει σε αυτόν τον χαρακτηρισμό, ποια αρχή παραβιάζεται, πώς θεμελιώνεται η κρίση του και με ποιο επιχείρημα η δική του αντίληψη περί ηθικής αποκτά καθολική ισχύ, ώστε να δεσμεύει και όσους δεν την αποδέχονται; Διαφορετικά, η επίκληση της φράσης είναι ένας τρόπος να παρακάμπτεται η ανάγκη για επιχείρημα.
Εν κατακλείδι, το να αποκαλείς κάποιον δολοφόνο επειδή κυνηγά, είναι μια ρητορική ακρότητα που υποτιμά τόσο την γλώσσα όσο και την ηθική σοβαρότητα του διαλόγου.
Δεν συμβάλλει στην προστασία των ζώων, δεν πείθει κανέναν και δεν λύνει κανένα πρόβλημα.
Αντιθέτως, θολώνει τα νερά, προσβάλλει άδικα ανθρώπους και εκτρέπει την κουβέντα από τα πραγματικά ζητήματα.
Η φύση, το περιβάλλον και η σχέση με τα ζώα είναι πολύ σοβαρά θέματα για να τα αντιμετωπίζονται με κραυγές και αδόκιμες ορολογίες από ηθικολόγους.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους