[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

ΕΛΛΗ ΠΑΠΠΑ Η ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΗ ΣΤΟ ΟΡΑΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ «... Εισέπραξε ευρύτατη τιμή και σεβασμό γι΄αυτό που υπήρξε, δηλαδή, μια μαχήτρια ασυμβίβαστη για ό,τι άγγιζε τις αρχές και την αξιοπρέπειά...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΕΛΛΗ ΠΑΠΠΑ Η ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΗ ΣΤΟ ΟΡΑΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ Εισέπραξε ευρύτατη τιμή και σεβασμό γι΄αυτό που υπήρξε, δηλαδή, μια μαχήτρια ασυμβίβαστη για ό,τι άγγιζε τις αρχές και την αξιοπρέπειά της…» Η ΄Ελλη Παππά, υπήρξε ένας άνθρωπος ξεχωριστός, που παρά την ταραχώδη ζωή της, δεν αλλοτριώθηκε, δεν υπέστειλε τη σημαία του αγώνα, διεκδικώντας για τη γενιά της και τις επόμενες γενιές, το δικαίωμα να ζήσουν σ΄έναν καλύτερο κόσμο.

Η επιλογή της να ενταχθεί και να δραστηριοποιηθεί στην Αριστερά, δεν την εμπόδισε να διαφοροποιηθεί από πολλές προσωπικότητες του χώρου, διατηρώντας πάντα σε εγρήγορση την κριτική της σκέψη, που την χαρακτήριζε, μη δεχόμενη να κλείσει τα μάτια και να χαϊδέψει αυτιά, εγκαταλείποντας και προδίδοντας το χώρο των ιδεών και της φιλοσοφίας, που ακολούθησε με συνέπεια και πολλάκις με κινδύνους, σε όλη της τη ζωή.

Σύμβολο αντίστασης, εξ ίσου στον καπιταλιστικιό αυταρχισμό και την εκμετάλλευση και στις σταλινικές μεθόδους.

Στόχος της «η κάθαρση της μαρξιστικής σκέψης από τις σταλινικές στρεβλώσεις», μια κάθαρση που τη θεωρούσε προσωπικό της χρέος, μη επιτρέποντας στον εαυτό της, να αποσιωπήσει καταστάσεις, που σκίαζαν και αλλοίωναν το χώρο, της ουσιαστικής Αντίστασης των λαών.

Ανήκε στο κομμάτι του προσφυγικού ελληνισμού, που δεν αφέθηκε να αλλοτριωθεί από τον σταλινισμό, παραδίδοντάς του, τη σημαία της Ελευθερίας και της Αυτοδιάθεσής του.

Και μ΄αυτή την έννοια, η ΄Ελλη Παππά, υπήρξε εκπρόσωπος και σύμβολο μιας μεγαλειώδους και όχι πνευματικά ανελεύθερης αντίστασης, που παραδίδει τη μοίρα και τη διαχείριση όσων την αφορούν, χωρίς σκέψη, σε τρίτους.

Αυτή την ελευθερία σκέψης, αναζήτησης της αλήθειας και προσχώρησης στο δίκαιο άνευ όρων, αποπνέει και όλο το δημοσιογραφικό και συγγραφικό της έργο. Η Έλλη Παππά, γεννήθηκε στη Σμύρνη. ΄Ηταν το 5ο παιδί του Ευάγγελου Παππά και της Μαριάνθης, το γένος Παπαδοπούλου.

Αδέλφια της ήσαν: η Ηρώ, ο Γιώργος, η Διδώ και η Δέσποινα.

Αυτοβιογραφούμενη, ανέφερε: «΄Ημουν πέμπτο παιδί, αθέλητο και παραπεταμένο.

Η μάνα μου αρνήθηκε να με θρέψει και με πέταξε.

Επέζησα χάρη στη μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου». Μετά την καταστροφή της Σμύρνης, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά: «Η καταστροφή της Σμύρνης, έφερε την οικογένειά μου στον Πειραιά.

Την υγεία μου την ανέλαβε η θάλασσα του Πειραιά και την αγωγή μου, τα αλητάκια του Πειραιά.

Όλα έδειχναν πως η προλεταριακή μου συνείδηση, ήταν εξασφαλισμένη.

Τότε μπήκαν στη ζωή μου τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας, ο Γιώργος, που έγινε ασυρματιστής και ο “άγγελος της ζωής μου”, η Διδώ (πρόκειται για την σπουδαία Διδώ Σωτηρίου), που ζούσε με την πλούσια αντιδραστική αδελφή του πατέρα μας.

Από τη σκληρή δουλειά του ο Γιώργος, από μια έμφυτη συνείδηση η Διδώ, από κοντά και η μάνα μας, είχαν γίνει και οι τρείς, κομμουνιστές». Κατά την διάρκεια της Μεταξικής δικτατορίας, η Έλλη φοιτούσε στο γυμνάσιο της Κοκκινιάς, κι΄εκεί οργανώθηκε σε αντιδικτατορική ομάδα (αρχικά αποφάσισε να παρατήσει το σχολείο και να αφοσιωθεί στον αγώνα για τα εργατικά δικαιώματα, όμως οι δικοί της, την έπεισαν να συνεχίσει, λέγοντάς της πως το εργατικό κίνημα, χρειάζεται μορφωμένους ανθρώπους.΄Ετσι, από την ηλικία των 14 ετών, φρόντισε να έρθει σε επαφή με την μαρξιστική θεωρία και να διαβάσει, πολιτικού περιεχομένου, βιβλία). Τελειώνοντας το γυμνάσιο, γράφτηκε στη Φιλοσοφική και αργότερα στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών (λόγω της γερμανικής κατοχής και των συνεχών διώξεων που υπέστη, δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές), ενώ φοίτησε και στην Γαλλική Ακαδημία.

Κατά την διάρκεια της κατοχής, έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του ΕΑΜ («Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο»), ενώ αργότερα έγινε μέλος του ΚΚΕ και παράλληλα άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος.

Μέχρι το 1949, εργάστηκε στην παράνομη -τότε- εφημερίδα του «Ριζοσπάστη» και μετά τον εμφύλιο, ξεκίνησε η συνεργασία της με τον Νίκο Πλουμπίδη, στον παράνομο μηχανισμό του κόμματος και τον Ιούνιο του 1950 με τον Νίκο Μπελογιάννη, που μόλις είχε επιστρέψει από τη Σοβιετική ΄Ενωση (τον μετέπειτα σύντροφο της ζωής της). Πολιτικός τους στόχος, η αποκατάσταση της Δημοκρατίας και το “κλείσιμο” των πληγών, που άφησε ο εμφύλιος. ■ ΣΥΛΛΗΨΗ – ΚΑΤΑΔΙΚΗ Λίγες μέρες μετά τη σύλληψη του συντρόφου της, Νίκου Μπελογιάννη, συνελήφθη και η ίδια, τον Νοέμβριο 1950, για την κομμουνιστική της δράση (συνελήφθησαν και οι δύο, σ΄ένα σπίτι που χρησιμοποιούσε το κόμμα, στην οδό Πλαπούτα, κοντά στη Λεωφ. Αλεξάνδρας). Παραπέμφθηκαν σε δίκη (με άλλους συλληφθέντες συντρόφους τους), με την κατηγορία της κατασκοπείας.

Παρέμειναν σε απομόνωση έως την πρώτη δίκη (Νοε. 1951). Μοναδική τους ευτυχία, ήταν πως βρίσκονταν σε παρακείμενα κελιά και μπορούσαν να συζητάνε, να ανταλλάσσουν μηνύματα και να κάνουν σχέδια για το μέλλον. Τον Αύγουστο του 1951, γεννήθηκε στη φυλακή, ο γιός τους Νίκος (του δόθηκε το όνομα του πατέρα του, ως συμβολισμός της συνέχειας της ζωής.

Το παιδί, παρέμεινε στη φυλακή με την μητέρα του, 3 χρόνια και στη συνέχεια, το πήρε η θεία του Διδώ Σωτηρίου και το μεγάλωσε με τον άνδρα της, Πλάτωνα.

Ο μικρός Νίκος, είχε γνωρίσει ελάχιστα τη μητέρα του, που βρισκόταν στη φυλακή και ποτέ τον πατέρα του). Ακολούθησε η δεύτερη δίκη (Φεβρουάριος 1952) και με απόφαση του Στρατοδικείου της 1ης Μαρτίου 1952, ο Νίκος και η ΄Ελλη, καταδικάστηκαν σε θάνατο, καθώς και οι σύντροφοί τους, Νίκος Καλούμενος, Δημ. Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης και Τάκης Λαζαρίδης. Ο Νίκος Μπελογιάννης, εκτελέστηκε στις 30 Μαρτίου 1952, ημέρα Κυριακή, αλλά η ΄Ελλη, δεν τον ακολούθησε στο θάνατο, γιατί ήταν μητέρα 7μηνου παιδιού, γεννημένου στη φυλακή και η ποινή της, μετετράπη σε ισόβια κάθειρξη.

Για την εξαίρεσή της αυτή, μίλησε η ΄Ελλη Παππά, στην εφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» (δημοσιογράφος Γιάννης Διαμαντής), στις 16 Μαρτίου 2003: «Εγώ, αυτή τη στιγμή που σας μιλάω, ζω, γιατί ήταν μωρό το παιδί μου…Απλώς, δεν θέλησαν να έχουν κι΄αυτή τη ρετσινιά -ότι σκότωσαν μάνα με μωρό- και με άφησαν να ζήσω.

Μάλιστα, μου διεμήνυσαν τότε οι ασφαλίτες, μέσω της Διδώς, ότι με άφησαν να ζήσω αλλά θα μου έκαναν τέτοια μαρτύρια, που θα ευχόμουν να είχα σκοτωθεί.

Και πράγματι, έτσι έγινε.

Αλλά επειδή τους ήξερα πια, μπορούσα να τους αντιμετωπίσω.

Δεν ευχήθηκα να μην ζήσω, γιατί είχα και τις εντολές του Νίκου.

Αυτά που την τελευταία στιγμή μου είπε. ΄Ηθελε να ζήσω και για το παιδί και για την εκδίκηση» (και εξήγησε, πως με την λέξη «εκδίκηση», δεν την προέτρεπε να σκοτώσει, αλλά εννοούσε άλλο πράγμα, το οποίο η ίδια το προσπάθησε με όπλα «την πένα και τον Αγώνα». Αργότερα θα διευκρινίσει πως ο Μπελογιάννης, με αυτά τα λόγια του, ζητούσε η εκδίκηση να στραφεί κατά της ηγεσίας του κόμματος και του Νίκου Ζαχαριάδη, διότι πίστευε ότι «πάμε να πεθάνουμε για ένα λάθος….»). ■ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΓΙΟ ΤΗΣ Όταν το παιδί της είχε φτάσει στην ηλικία των 10 ετών (1962), αποφάσισε να του στείλει ένα γράμμα, περιγράφοντας την τελευταία νύχτα του πατέρα του, πριν τον εκτελέσουν (το γράμμα-ιστορικό ντοκουμέντο, περιέχεται στο βιβλίο της Διδώς Σωτηρίου «Η Εντολή»): «…Ὥσπου ξημέρωσε τὸ Σάββατο.

Ὡς τὸ μεσημέρι δὲν εἶχε γίνει τίποτε τὸ ἐξαιρετικό, τὸ μεσημέρι γίνανε ὅλα.

Δὲν ἀφήσανε τὸν δικηγόρο νὰ μᾶς δεῖ.

Καὶ κείνη τὴν μέρα τὸν περιμέναμε μὲ ἰδιαίτερη ἀνυπομονησία, γιατί θάφερνε τὸ χαρτὶ ποῦ ἔπρεπε νὰ φτιάξει ὁ πατέρας σου γιὰ σένα –γιὰ νᾶσαι τακτοποιημένος καὶ ἀπέναντι στὸ ἑλληνικὸ κράτος.

Ἐκείνη περίπου τὴν ὥρα εἴχανε φωνάξει τὸν Μπάτση μέσα.

Γύρισε ἀρκετὰ ταραγμένος, εἶχε δεῖ τὸν Πανόπουλο καὶ τὸν Ρακιτζή, ποῦ τοῦ προτείνανε ἄλλη μία φορὰ νὰ γίνει ἀνοιχτὸς πιὰ χαφιές. Ἀρνήθηκε.

Αὐτὴ ἡ ἐπίσκεψη σήμαινε φανερὰ –ἐκτέλεση. Ἤτανε Σάββατο.

Πιστεύαμε ὅτι πρὶν τὴ Δευτέρα δὲν θὰ γινότανε.

Τὴν προηγούμενη μέρα μᾶς ἀφήσανε, γιὰ πρώτη φορά, νὰ κάνουμε ἐπισκεπτήριο.

Εἶδα τὴ θεία σου καὶ ὁ Νίκος τὴ γιαγιά σου.

Λίγα λεπτά.

Στὴν ἀρχὴ μᾶς εἶχε φανεῖ καλὸ σημάδι.

Μὰ ὕστερα κι ἀπ’ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ρακιτζῆ εἴδαμε ἀλλιῶς καὶ αὐτὸ τὸ ἐπισκεπτήριο.

Τ’ ἀπόγευμα, ὕστερα ἀπ’ τὴ λιγόλεπτη ἔξοδο, μᾶς κάνανε πιὸ αὐστηρὴ ἔρευνα.

Εἶδα ἀπ’τὸ κελὶ τοὺς ἀσφαλίτες νὰ ψάχνουνε ἀκόμη καὶ τὰ παπούτσια τοῦ Ἀργυριάδη.

Ἔκαψα ὅσα γράμματα τοῦ Νίκου φύλαγα.

Ἐκεῖνο τὸ βράδυ δὲ μιλήσαμε πολύ.

Ρώτησα κάποια στιγμὴ τὸ Νίκο τί κάνανε. – “ Ἀναλύουμε, διαλύουμε καὶ συνθέτουμε, …” μοῦ ἀπάντησε γελώντας.

Ἤμουνα πιὰ σίγουρη πῶς θαρχότανε ἐκεῖνο τὸ βράδυ, μὰ δὲν εἶπα τίποτα.

Κι ἐκεῖνος ἦταν σίγουρος πῶς θαρχότανε μὰ ὄχι πρὶν τὴ Δευτέρα.

Καὶ κοιμηθήκαμε.

Ἀκόμα καὶ κείνη τὴ νύχτα κοιμηθήκαμε.

Στὸν ὕπνο μου ἄκουσα κλειδιά.

Ἤτανε ἀκόμη στὴν αὐλὴ μὰ ἄκουσα τὸ βρόντηγμα τῶν κλειδιῶν.

Τινάχτηκα πάνω καὶ φώναξα τὸν Νίκο.

Εἶχε ἀκούσει καὶ κεῖνος. “Ἐ ναί, ἔρχονται…” μοῦ ἀποκρίθηκε.

Τοὺς εἶδα.

Ἀνοίξανε ὅλα τὰ κελιὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ δικό μου. Ὁ Νίκος ζήτησε νὰ μὲ δεῖ.

Δὲ μοῦ ἀνοίξανε.

Μᾶς ἀφήσανε τὸ παραθυράκι μὲ τὰ σίδερα γιὰ ν’ἀποχαιρετιστοῦμε.

Εἶδα τὸ αἷμα νὰ χάνεται ἀπὸ τὸ πρόσωπό του ὅταν κοιταχτήκαμε καὶ ξέραμε πώς δὲν ὑπῆρχε γιὰ μᾶς ἄλλη μέρα. Ὁ Καλούμενος ἦρθε κοντὰ μ’ ἀνοιχτὸ πουκάμισο. “Πάω καὶ γῶ!” μοῦ εἶπε, καὶ προσπαθοῦσε αὐτὴν τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ γίνει παλληκάρι. Ὁ Μπάτσης στάθηκε πιὸ πέρα. “Φρόντισε καὶ γιὰ τὴν κόρη μου…” μὲ παρεκάλεσε. “Ναὶ ἂν ζήσω”, τοῦ εἶπα. Ὁ Νίκος ἔγειρε κοντά μου. “Πρέπει νὰ ζήσεις” μου εἶπε, “πρέπει…”. Τὸ πρόσωπό του ἤτανε γκρίζο, ἔκανε πολλὴ προσπάθεια γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει νὰ κυλήσει οὔτε ἕνα δάκρυ.

Μοῦ’ δῶσε τὸ ρολόϊ, τὸ στυλό, τὸ πορτοφόλι μὲ τὶς φωτογραφίες. “Πᾶμε”, εἶπε ὁ ἐπικεφαλῆς.

Ἕνα φιλὶ μὲς ἀπ’ τὰ σίδερα.

Δὲν ἤξερα ἂν ζοῦσα ἢ ἂν αὐτὸ ἦταν ἡ κόλαση.

Θυμᾶμαι πῶς τοὺς εἶχα ρωτήσει γιατί δὲν μ’ ἀνοίγουνε κι ἐμένα. “Δὲν εἶσαι στὸ χαρτί”, μοῦ εἶχε ἀποκριθεῖ ὁ ἀρχιφύλακας καὶ φαινότανε στενοχωρημένος.

Θυμᾶμαι πῶς φώναξα. “Πάρτε μὲ καὶ μένα” κι ὕστερα σωριάστηκα στὸ στρῶμα.

Ἄργησα πολὺ νὰ συνέλθω γιὰ νὰ κλάψω.

Ξημέρωσε, ἀνοίξανε, βγῆκα στὴν αὐλή.

Ἤθελα νὰ βγῶ.

Ὅπως κάθε πρωί.

Ἤτανε συννεφιὰ καὶ στὴ στέγη τῆς φυλακῆς καθότανε ἕνα περιστέρι.

Ἐκεῖνος δὲν ἤτανε πιά…Γύρισα στὸ κελὶ κι ἔκανα τὸ σχέδιό μου.

Νὰ ζήσω, δὲν μποροῦσα.

Ν’ ἀφήσω ἀνεκπλήρωτη τὴν ἐπιθυμία του, δὲ γινότανε.

Πῶς μποροῦσα νὰ τὰ συνταιριάξω τὰ δυό; Ἔγραψα γράμματα καὶ περίμενα τὴν εὐκαιρία νὰ τὰ στείλω ἔξω.

Θὰ ἔγραφα καὶ ἕνα ἀκόμη, ἕνα γράμμα – δυὸ λόγια στὸν Πλαστήρα.

Θὰ τοῦ πέταγα στὰ μοῦτρα τὴ ζωή μου, γιατί στὴν πραγματικότητα μὲ εἶχε ἐκτελέσει.

Μὲ φυλάγανε πολύ.

Δὲν μπόρεσα νὰ στείλω τὰ γράμματα.

Τὸ πρόσωπο τοῦ Νίκου ἔσκυβε μέσα ἀπ’ τὰ σίδερα.

Δέχτηκα αὐτὴ τὴ ζωή, πού μοῦ ζήτησε νὰ ζήσω.

Βαριά, σκληρὴ – πολλὲς φορὲς μ’ ἔκανε νὰ πῶ “γιατί νὰ μὴν μ’ ἔχουνε ἐκτελέσει…” μὰ κράτησα τὸ λόγο μου – δὲν ἔδωσα μόνη μου τὸ τέλος.

Δέχτηκα, καὶ γιὰ τοὺς δυό μας πιά, τὴ χαρά σου.

Σοὺ ‘πλεξα τὸ πρῶτο σου παντελονάκι. ἤσουνα ἑφτὰ μηνῶν, ἕνα “ὡραῖο” ποίημα ἑφτὰ μηνῶν.

Τώρα κοντεύεις ἕντεκα χρονῶν, κι ἀκόμα εἶμαι μακρυά σου.

Αὐτὴ τὴν ἱστορία τῆς Καλλιθέας σοῦ τὴ γράφω μὲ πολὺ κόπο, γι’ αὐτὸ καὶ τόσο σύντομα.

Ὅμως ἔπρεπε νὰ στὴ πῶ. Γιὰ νὰ μπορέσεις πιὸ πολὺ νὰ γνωρίσεις τὸν πατέρα σου.

Κι αὐτὰ τὰ φοβερὰ καὶ τόσο μεγάλα χρόνια, πού ζήσαμε ἐμεῖς». ■ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ Η ΄Ελλη, αποφυλακίστηκε από τις φυλακές «Αβέρωφ», την πρωτοχρονιά του 1964. ΄Αμεσα εντάχθηκε στην ΕΔΑ και άρχισε να εργάζεται στη σύνταξη της εφημερίδας «Δημοκρατική Αλλαγή». Το 1967, η Χούντα των συνταγματαρχών, την εξόρισε στη Γυάρο, από την οποία επέστρεψε τον Ιούλιο 1967, λόγω σοβαρής ασθένειας.

Τότε, προσφέρθηκε να την φιλοξενήσει, με το γιό της, η Σοβιετική ΄Ενωση, όμως η Παππά αρνήθηκε, επειδή ήταν αντίθετη με την στρατιωτική εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία.

Για άλλη μια φορά, άφησε τον εαυτό της να κινδυνέψει, μη δεχόμενη να προδώσει τις ιδέες της και την καθαρότητα του Αγώνα της . Μέχρι την πτώση της δικτατορίας, η Παππά εργάστηκε στην Εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση, στο περιοδικό «Γυναίκα» και αργότερα, στις εφημερίδες «Μακεδονία» (με ψευδώνυμο) και «Εξπρές». ■ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ Με την Μεταπολίτευση, η Παππά ασχολήθηκε με την επανένωση της Αριστεράς και με το πολιτιστικό κίνημα.

Επαγγελματικά συνεργάστηκε με τις εφημερίδες «Μακεδονία» και «Έθνος», γράφοντας και εκδίδοντας παράλληλα, βιβλία.

Στο τέλος του ‘90, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση στη δημοσιογραφία και εστίασε την ενασχόλησή της, στην έκδοση μελετών, για θέματα που άπτονταν προβλημάτων της εποχής, ενώ από τις κύριες ενασχολήσεις της, ήταν η επίλυση των προβλημάτων της Αριστεράς.

Επανασυνδέθηκε με το ΚΚΕ, μα όπως η ίδια ανέφερε: «Η επανένωση ξεκίνησε με καλούς οιωνούς και είχε οικτρό τέλος.

Αποχώρησα από το ΚΚΕ, πράγμα που και η ηγεσία του, επιθυμούσε». Έχοντας εξ αρχής ως στόχο την κάθαρση της μαρξιστικής σκέψης από τις σταλινικές στρεβλώσεις, δεν δίστασε να πάει κόντρα στον μηχανισμό ενός κόμματος, που με αγνή καρδιά και πίστη, είχε υπηρετήσει, φθάνοντας ως τις πύλες του θανάτου και κρατώντας μέχρι το τέλος στους ώμους, το βάρος και την περηφάνεια, της θυσίας του συντρόφου της.

Το συμπέρασμα της ΄Ελλης Παππά, για όσα έγιναν (όπως το διατύπωσε στον δημοσιογράφο Στέλιο Κούλογλου), ήταν πως «Ο Νικος Ζαχαριάδης (τότε γραμματέας του ΚΚΕ), χρειαζόταν έναν προδότη (επέλεξε τον Πλουμπίδη) και έναν ήρωα (επέλεξε τον Μπελογιάννη)». Μάλιστα, μέσα από μία επιστολή της (2003), που είχε αποδέκτη τον Στ. Κούλογλου (μέσω της οποίας έκανε κριτική στο βιβλίο του «Μην πας ποτέ μόνος στο Ταχυδρομείο»), η Παππά, αποκαλύπτει και τις σκέψεις της για τον κομμουνισμό, όπως η ίδια τον έβλεπε και όπως θέλησε να τον υπηρετήσει: «Και όταν έκλεισα το βιβλίο σου, σκέφτηκα πως έπρεπε να γνωρίσεις τον Νίκο, όπως εγώ τον έζησα -τον ζωντανό και αληθινό – κι΄όχι τον πλαστό των επίσημων “μνημοσύνων”. Πως έπρεπε να γνωρίσεις ότι υπήρξανε κομμουνιστές (και δεν είμαστε οι μόνοι), που έδιναν τη ζωή τους για έναν κομμουνισμό, που ήταν από την ίδια του τη φύση ερωτικός και χαιρόταν όταν έβλεπε να ανθίζει ο έρωτας στις καρδιές των ανθρώπων» . Τα τελευταία χρόνια, η Έλλη Παππα, διέμενε με το γιό της, στην περιοχή του Ζωγράφου. ■ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ Η Έλλη Παππά, υπήρξε πολυγραφότατη και έδωσε έναν ατελεύτητο αγώνα, πανταχού παρούσα, με όπλο την πένα της.

Έγραψε πολλά βιβλία, κυρίως πολιτικού και κοινωνιολογικού περιεχομένου αλλά και βιβλία για παιδιά.

Και όπως η ίδια έλεγε: «Με έσωσε το γράψιμο» στα δύσκολα χρόνια.

Στόχος της πάντα, μέσα από το συγγραφικό της έργο, ήταν να συμβάλει «στην κάθαρση της μαρξιστικής σκέψης από τις σταλινικές στρεβλώσεις». Λόγω των πολιτικών διώξεων που συνεχώς υφίστατο, μεγάλο μέρος του έργου της, έχει χαθεί.

Κείμενα από τα χρόνια που έζησε στη φυλακή, σώθηκαν και φυλάχτηκαν από την Διδώ Σωτηρίου και το γιό της. ΄Ένα μεγάλο μέρος των βιβλίων της, γραμμένων στη φυλακή (η ίδια τα ζωγράφιζε και προχείρως τα βιβλιοδετούσε), προορίζονταν για τον γιό της.

Μια από τις τελευταίες παραινέσεις της, ήταν: «Γράψτε γι΄αυτά (που έγιναν) στους νέους.

Γιατί αλλιώς θα είναι σαν να μην έγιναν». Πλήθος είναι τα χειρόγραφά της από τις φυλακές όπου κρατήθηκε (διηγήματα και θεατρικά έργα), όπως και τα άρθρα που δημοσίευσε, στον παράνομο τύπο του ΚΚΕ.

Οι σπουδές της στην φιλοσοφία, της έδωσαν την δυνατότητα να αναπτύξει την κριτική της σκέψη και την κατέστησαν ικανή, να εντρυφήσει στις διαφορές και γειτνιάσεις της μαρξιστικής ιδεολογίας, με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, συντονίζοντας τον αγώνα και το γράψιμό της, πάνω στην καθαρότητα της κομμουνιστικής ιδεολογίας, της απαλλαγμένης από τους σταλινικούς επηρεασμούς, που αμαύρωναν την ουσία της. Η Παππά, πραγματοποίησε σειρά μελετών, πάνω στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, καθώς και μελέτες για τον μαρξισμό και τον λενινισμό, όπως: «Ο Πλάτωνας στην εποχή μας» (1981, 1988), «Οι αρχαίοι ΄Ελληνες συγγραφείς στο Κεφάλαιο του Μάρξ» (1983, 1984), «Σπουδή στο θέμα της Ελευθερίας-Η έννοια της Ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό» (1985), «Μύθος και ιδεολογία στη Ρωσική Επανάσταση – Οδοιπορικό από τον Ρωσικό αγροτικό λαϊκισμό στον λαϊκισμό του Στάλιν» (1990), «Ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου» (1991), «Κομμούνα του 1871: Επανάσταση του 21ου αιώνα» (1992), «Μακιαβέλλι ή Μαρξ» (2005). Στο λογοτεχνικό της έργο, ανήκει το μυθιστόρημα «Το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου» (Βουδαπέστη 1961) και τα διηγήματα και ποιήματα, με τον τίτλο: «Δουλειά της φυλακής» (1979). ΄Αλλα της έργα είναι, τα: «Βίος και έργα της γάτας της Σοφής» (1984), «Σελίδες από τον τύπο της Αντίστασης» (1985), «Νίκος Κιτσίκης – Ο επιστήμονας, ο άνθρωπος, ο πολιτικός» (1986), «Μικρογραφίες-Βιβλία από τη φυλακή» (μικρά χειροποίητα βιβλιαράκια, που έγραψε και βιβλιοδέτησε η ίδια, κατά την διάρκεια που ήταν φυλακισμένη και προορίζονταν για το γιό της, 2006). Από τα τελευταία βιβλία της, είναι οι «Μαρτυρίες μιας διαδρομής», που βασίζεται στο αρχείο της και εκδόθηκε μετά το θάνατό της, το 2010, από το Μουσείο Μπενάκη και ο «Αποχαιρετισμός στον αιώνα μου» (2006). Η ίδια, εν είδει απολογισμού, αναφέρει στο τελευταίο αυτό βιβλίο της: «Τον έζησα τον 20ο αιώνα.

Με ζωή και με θάνατο.

Πάλεψα μαζί του, όσο μπορούσα.

Με ζωή και με θάνατο.

Στις μεγάλες του ώρες και στις ώρες των διαψεύσεων.

Και εκεί, κοντά στο τέλος του, έζησα τη μεγάλη διάψευση -που δεν έπεσε σαν ξαφνικός κεραυνός.

Από χρόνια ακουγόταν η βουή που όλο πλησίαζε, μα ήταν πολλοί εκείνοι που δεν ήθελαν να την ακούσουν.

Είχα την κακή τύχη να την ακούω και, το χειρότερο, να τη μεταφέρω στο χαρτί.

Τίμημα, ο αποκλεισμός.

Όχι όμως και η απογοήτευση.

Με έσωσε η προσπάθειά μου, όσες κι αν ήταν οι αντιδράσεις, να κοιτάξω τον αιώνα μου κατάματα, χωρίς αυταπάτες, και να καταγράψω όσο μου επέτρεπαν οι δυνάμεις μου, επιλογές, πράξεις και παραλείψεις που οδηγούσαν στην καταστροφή εκείνου του μέλλοντος, στο οποίο είχαμε αποθέσει τις ελπίδες μας…” Το Αρχείο της, η Έλλη Παππά, από το 2002, το εμπιστεύτηκε στο «Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο» (Ε.Λ.Ι.Α.), όπου ταξινομήθηκε και φυλάσσεται.

Στις λιγοστές εμφανίσεις της, τα τελευταία χρόνια (δεν της άρεσε η δημοσιότητα), άφησε να εννοηθεί ότι, πολλά από τα αναπάντητα ερωτήματα της υπόθεσης Μπελογιάννη, κυρίως αυτά που αφορούσαν τη σύλληψή του, «θα τα φώτιζε μετά θάνατον». Εξ ου και άφησε την πολιτική της παρακαταθήκη, στο Μουσείο Μπενάκη, με τον όρο, να ανοιχθεί μετά τον θάνατό της. ■ ΘΑΝΑΤΟΣ – ΚΗΔΕΙΑ Πενήντα επτά χρόνια μετά την εκτέλεση του συντρόφου της, η ‘Ελλη Παππά, άφησε την τελευταία της πνοή στην «Ευρωκλινική», όπου νοσηλευόταν, την Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009. ΄Ηταν 89 ετών.

Η πολιτική της κηδεία και η ταφή, έγιναν από το Γ΄νεκροταφείο (Νίκαια), το Σάββατο 31 Οκτωβρίου.

Πλήθος κόσμου παρέστη στην κηδεία της.

Τον επικήδειο εκφώνησε ο Αλέξης Τσίπρας (τότε πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ), ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε: «Ήσουν, είσαι και θα παραμείνεις η έμπνευσή μας». Στο έργο και την προσωπικότητα της μεγάλης Αγωνίστριας και Πνευματικής οδηγήτριας, αναφέρθηκαν άτομα από το χώρο της Πολιτικής, των Γραμμάτων, της Αντίστασης.

Μεταξύ αυτών και ο τότε πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας, που σε ανακοίνωσή του, ανέφερε: «Θα τη θυμόμαστε για τους αγώνες της, για τη σκέψη της και για την ομορφιά της ψυχής της». Ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Α. Παπανδρέου, μεταξύ άλλων, δήλωσε: «Αποχαιρετούμε μια αγωνίστρια της αντίστασης, εναντίον όσων επιβουλεύονται την ελευθερία και την ανεξαρτησία του λαού, των αγώνων για τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και την ισότητα των ανθρώπων….Ο αποχαιρετισμός μας όμως, δεν σημαίνει αποχωρισμό των όσων δίδαξε με τη ζωή και τη δράση της, από τα χρόνια της κατοχής, έως την αρχή του 21ου αιώνα…Δεν δίστασε ν΄ανοίξει νέους δρόμους, να αναζητά νέες ιδέες και να χαράζει τα δικά της φωτεινά μονοπάτια, παραμένοντας πιστή στις αρχές, στις αξίες και τις ιδέες της…». Ο ψυχίατρος Δημήτρης Πλουμπίδης (γιός του Νίκου Πλουμπίδη και της Ιουλίας Πλουμπίδη-Παπαχρήστου, η οποία υπήρξε συγκρατούμενη με την Έλλη), αναφέρθηκε στις σχέσεις και τη συνεργασία των γονιών του, με την εκλιπούσα «που μοιράστηκα βαρύτατα φορτία, όχι χωρίς δυσκολίες και εντάσεις, με αποκορύφωμα την κατηγορία ενάντια στον Νίκο Πλουμπίδη, σαν χαφιέ, τη δίκη και την εκτέλεσή του» και καταλήγοντας στον αποχαιρετισμό του: «…’Ελλη, έχεις σφραγίσει τη ζωή μου και τις ζωές πολλών άλλων». Ως εκπρόσωπος των μελών της ιστορικής Ομάδας της Κοκκινιάς, χαιρετισμό απηύθυνε ο Μανώλης Σεργεντάκης και εκ μέρους του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ, η Φάνη Πάλλη-Πετραλιά. • Η ΤΑΦΗ Το νεκροταφείο, είχαν κατακλύσει εκατοντάδες άνθρωποι, που συνόδεψαν την Έλλη Παππά, ως την τελευταία της κατοικία, κρατώντας ένα γαρύφαλλο στο χέρι.

Εκπρόσωποι απ΄όλες τις γενιές και τάσεις της Αριστεράς, άτομα από τον πολιτικό χώρο, παλαιοί αντάρτες, αλλά και πολλά νέα παιδιά και παιδιά συντρόφων-αγωνιστών της εκλιπούσας.

Μεταξύ αυτών, ο γιός του Νίκου Πλουμπίδη και η κόρη, του Δημ.

Μπάτση, η Ελένη Μπάτση, που ο πατέρας της εκτελέστηκε μαζί με τον Μπελογιάννη.

Μαζί με την κηδεία της ‘Ελλης, έγινε μετά από 57 χρόνια και η ουσιαστική κηδεία του Νίκου Μπελογιάννη, που εκτελέστηκε τον Μάρτιο του 1952.

Τότε, τάφηκε εσπευσμένα («παραχώθηκε», όπως υπογράμμισε ο Δημ.

Πλουμπίδης) στο Γ’ νεκροταφείο και μετά τα οστά του, φυλάχτηκαν στο οστεοφυλάκιο, μέχρι που η μητέρα του Βασιλική, αγόρασε τάφο, στον οποίο και τοποθέτησε διακριτικά τα οστά του γιού της.

Με την κηδεία της Έλλης, πραγματοποιήθηκε και η επίσημη κηδεία του Ν. Μπελογιάννη.

Στον ίδιο τάφο που ετάφη η σωρός της, ετάφησαν και τα οστά του συντρόφου της και πλέον, αναπαύονται μαζί.

Την ώρα της ταφής, απ΄όλες τις πλευρές έπεφταν στον τάφο των δύο αγωνιστών-συντρόφων, κόκκινα γαρύφαλλα και ο αγέρας γέμισε με τραγούδια της Αντίστασης.

Στις 24 Οκτωβρίου 2020, ένδεκα χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας του, πέθανε και ο γιός του Νίκου και της ΄Ελλης, ο Νίκος. ▓► Η Έλλη Παππά, από μικρό παιδί, βίωσε τους διωγμούς.

Αθέλητα ως παιδί, σαν κυνηγημένη από μια σκοτεινή μοίρα, ενσυνείδητα ως ενήλικη, ως υποχρέωση να αντισταθεί, σε όσους επιβουλεύονταν την ελευθερία και την αυτοδιάθεση των λαών.

Ζώντας σε ζοφερές εποχές και δίσεκτα χρόνια, όχι μόνο δεν λύγισε, αλλά επέλεξε ως σκοπό ζωής, να αναμετρηθεί με τον κίνδυνο της φουρτουνιασμένης θάλασσας, παρά ν΄αράξει άβουλη και απαθής, για όσα συνέβαιναν στον κόσμο, στο ήσυχο λιμάνι μιας καθημερινότητας, που άλεθε και πολτοποιούσε, τις ζωές των ανθρώπων.

Η ενασχόλησή της με την ελληνική φιλοσοφία, που εξ αρχής απέτρεπε και καταργούσε τις παρωπίδες του πνεύματος και την όποια στράτευση, σε ιδέες και δράσεις, χωρίς άσκηση κριτικής σκέψης, υπήρξε το «ψήλωμα», από το οποίο μπορούσε να παρατηρήσει γεγονότα και καταστάσεις και να αναγνωρίσει την αλήθεια των πραγμάτων, που συχνά-πυκνά, κρυβόταν από επιτήδειους, που υπηρετούσαν ανίερα συμφέροντα.

Η ΄Ελλη Παππά, υπήρξε άνθρωπος, φύσει και θέσει Ελεύθερος, στην πράξη και στο λόγο.

Αποκάλυψε και πολέμησε, προπαγανδιστικές τακτικές, που διαστρέβλωναν την πραγματικότητα και επιβουλεύονταν τις ιδέες και την αγνότητα αυτών που τις κουβαλούσαν, ως ιερές παρακαταθήκες και επένδυση ζωής. Στην Έλλη Παππά, όπως με λιτό, ουσιαστικό λόγο, τόνισε, ο τότε διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, αείμνηστος ΄Αγγελος Δεληβοριάς, αποχαιρετώντας την: «… χρωστάμε το δίδαγμα, του πως κρατιέται κανείς ορθός, χωρίς να παραπαίει ή να παραιτείται, πως περισώζει την αξιοπρέπειά του και πως λαξεύει την αυτοσυνειδησία του, παρά τα συνεχή κυνηγητά και τις ανηλεείς διώξεις, τα στρατοδικεία, τις φυλακές και τις εξορίες, τις επώδυνες διαψεύσεις των ελπίδων και τις χρεωκοπίες των ιδεολογιών, στις οποίες είχε επενδύσει τα ιδανικά του». Εκτός των άλλων, η Έλλη Παππά, ήταν το πρόσωπο, που κατάφερε να κερδίσει το σεβασμό και την εκτίμηση, ακόμα και των βασανιστών και δεσμοφυλάκων της, σεβασμό και θαυμασμό, που αποτυπώνεται στη φράση ενός νεαρού δεσμοφύλακα, που της είπε, όταν την κρατούσαν στην Ασφάλεια: «Τί να σου πω; Σκέφτομαι ότι, αν είχαν έρθει ανάποδα τα πράγματα και ήμασταν εμείς στη θέση τη δική σας, θα ήθελα να κρατήσω, όπως κρατάτε εσείς».

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences