Υπάρχει μια καινούργια μόδα στον κόσμο των μεγάλων επιχειρήσεων. Αγοράζεις μια εταιρεία, υπόσχεσαι επενδύσεις, ανάπτυξη και λαμπρό μέλλον και, λίγους μήνες αργότερα, αρχίζεις τις απολύσεις. Φυσικά...
Υπάρχει μια καινούργια μόδα στον κόσμο των μεγάλων επιχειρήσεων. Αγοράζεις μια εταιρεία, υπόσχεσαι επενδύσεις, ανάπτυξη και λαμπρό μέλλον και, λίγους μήνες αργότερα, αρχίζεις τις απολύσεις.
Φυσικά, όλα γίνονται στο όνομα της προόδου.
Η λέξη «απολύσεις» χαλάει το αφήγημα.
Προτιμότερες οι «αναδιαρθρώσεις», ο «εκσυγχρονισμός» και οι περίφημες «δύσκολες επιλογές». Κάπως έτσι φτάσαμε στην περίπτωση της ιστορικής βρετανικής Telegraph.
Ο γερμανικός κολοσσός Axel Springer την αγόρασε έναντι 575 εκατομμυρίων λιρών, υποσχόμενος επενδύσεις και διεθνή ανάπτυξη.
Τέσσερις μήνες αργότερα, έως και 100 εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την απώλεια της δουλειάς τους.
Η νέα διοίκηση οραματίζεται έναν διεθνή οργανισμό ενημέρωσης με την τεχνητή νοημοσύνη στον πυρήνα του.
Ωραία ακούγεται.
Μόνο που, όταν ένα επιχειρηματικό σχέδιο αρχίζει με ανθρώπους που χάνουν τη δουλειά τους, δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε ποιος ακριβώς θα απολαύσει αυτή την πρόοδο.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα της τεχνητής νοημοσύνης.
Το εργαλείο είναι πραγματικά εντυπωσιακό.
Το χρησιμοποιώ κι εγώ, όπως εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι.
Μπορεί να αναλύσει τεράστιες ποσότητες πληροφοριών, να επιταχύνει διαδικασίες, να διευκολύνει την έρευνα, να εξοικονομήσει πολύτιμο χρόνο.
Οι δυνατότητές του είναι τεράστιες.
Αλλά υπάρχει μια λεπτομέρεια που συστηματικά αποφεύγουμε.
Ποιος θα εισπράξει το οικονομικό όφελος από την αύξηση της παραγωγικότητας; Ο εργαζόμενος, που θα δουλεύει λιγότερες ώρες με καλύτερες αποδοχές; Ή ο μέτοχος, που θα μπορεί να παράγει περισσότερο περιεχόμενο με λιγότερους μισθούς; Φοβάμαι πως ξέρουμε ήδη την απάντηση… Και στη δημοσιογραφία το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.
Ένας αλγόριθμος μπορεί να συντάξει ένα άρθρο σε δευτερόλεπτα.
Μπορεί επίσης να κατασκευάσει μια απολύτως πειστική ανακρίβεια.
Να αναπαράγει μια ψευδή πληροφορία, να εμφανίσει ανύπαρκτες πηγές, να ανακυκλώσει την προπαγάνδα ως τεκμηριωμένη είδηση.
Ποιος θα ελέγχει το αποτέλεσμα όταν οι συντάξεις των εφημερίδων θα έχουν αποψιλωθεί; Ποιος θα σηκώνει το τηλέφωνο για να διασταυρώσει μια καταγγελία; Ποιος θα ενοχλεί έναν υπουργό, θα ερευνά ένα σκάνδαλο, θα αναζητά τον μάρτυρα που κανείς δεν θέλει να μιλήσει; Η δημοσιογραφία χρειάζεται ανθρώπους που αμφισβητούν.
Η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί πάνω σε πληροφορίες που έχει επεξεργαστεί και σε οδηγίες που της δίνονται.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό.
Η συγκέντρωση τόσο μεγάλης τεχνολογικής ισχύος στα χέρια ελάχιστων εταιρειών δημιουργεί μια πρωτοφανή εξάρτηση.
Όποιος ελέγχει τους αλγόριθμους μπορεί να επηρεάζει ποιες πληροφορίες προβάλλονται, ποιες υποβαθμίζονται και τι τελικά φτάνει στον πολίτη.
Και τι θα συμβεί όταν αυτή η λογική επεκταθεί μαζικά στην εκπαίδευση, στις τράπεζες, στις ασφαλιστικές εταιρείες, στη δημόσια διοίκηση; Θα βαφτίζουμε κάθε χαμένη θέση εργασίας «τεχνολογική εξέλιξη» και θα χειροκροτούμε; Η ιστορία μάς έχει διδάξει ότι η τεχνολογία μεταβάλλει την εργασία και δημιουργεί νέες ειδικότητες.
Μας έχει διδάξει, όμως, και κάτι άλλο: τα οφέλη της προόδου σπανίως μοιράζονται δίκαια χωρίς κοινωνική πίεση, κανόνες και πολιτικές αποφάσεις.
Χρειαζόμαστε λοιπόν διαφάνεια, ανθρώπινο έλεγχο, προστασία των εργαζομένων και ουσιαστική λογοδοσία των εταιρειών που αναπτύσσουν και χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη.
Διαφορετικά, σε λίγα χρόνια μπορεί να διαθέτουμε μηχανές ικανές να απαντούν σχεδόν σε κάθε ερώτηση.
Εκτός από την πιο απλή: σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι θα περισσεύουν ως εργαζόμενοι, ποιος θα έχει χρήματα για να αγοράζει όσα παράγουν οι μηχανές;
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους