[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Τι έχουν φάει σήμερα;» τη ρώτησα και ακόμα ακούω τη φωνή μου, κοφτή, ξένη, σχεδόν τρομαγμένη. Η μάνα μου δεν γύρισε καν να με κοιτάξει. Έπλενε ένα πιάτο στον νεροχύτη, αργά, λες και είχε όλο τον...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Τι έχουν φάει σήμερα;» τη ρώτησα και ακόμα ακούω τη φωνή μου, κοφτή, ξένη, σχεδόν τρομαγμένη.

Η μάνα μου δεν γύρισε καν να με κοιτάξει.

Έπλενε ένα πιάτο στον νεροχύτη, αργά, λες και είχε όλο τον χρόνο του κόσμου. «Μακαρόνια έφαγαν το μεσημέρι», είπε.

Άνοιξα το ψυγείο.

Μισό λεμόνι.

Μια μουστάρδα.

Ένα τάπερ με δυο κουταλιές φασολάκια.

Τίποτε άλλο.

Και τότε ο μικρός μου ο Στέλιος, πέντε χρονών, με τράβηξε από το μανίκι και μου είπε χαμηλόφωνα: «Μαμά, αύριο θα έχει ψωμί με ζάχαρη;» Εκείνη τη στιγμή κάτι έσπασε μέσα μου.

Δούλευα σε φούρνο από τις έξι το πρωί μέχρι το μεσημέρι και μετά έτρεχα σε σπίτια για καθαριότητες, γιατί μετά το διαζύγιο έμεινα μόνη με δυο παιδιά.

Ο πατέρας τους, ο Περικλής, έδινε όποτε θυμόταν και όποτε τον πίεζε ο λογιστής του.

Οπότε είχα κάνει μια συμφωνία με τη μάνα μου.

Κάθε μήνα της έδινα ένα σταθερό ποσό για να κρατάει τη Σοφία και τον Στέλιο όσο δούλευα.

Για φαγητό, γάλα, φρούτα, τα βασικά.

Δεν της τα άφηνα έτσι στον αέρα.

Της τα έδινα στο χέρι. «Να μην σου λείψει τίποτα για τα παιδιά», της έλεγα.

Κι εκείνη πάντα θιγόταν λίγο. «Σαν τι με πέρασες, Ελένη; Γιαγιά τους είμαι.» Κι εγώ το κατάπινα.

Γιατί ήθελα να πιστεύω ότι, ό,τι κι αν είχαμε περάσει σαν μάνα και κόρη, τουλάχιστον στα παιδιά μου θα ήταν σωστή.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που κάτι με τσίγκλαγε. Η Σοφία είχε αρχίσει να μου λέει ότι πεινούσε νωρίς το απόγευμα. Ο Στέλιος έπεφτε με τα μούτρα όταν ερχόμασταν σπίτι και έβλεπε φαΐ.

Μια μέρα βρήκα στην τσέπη της ζακέτας της μάνας μου απόδειξη από φαρμακείο, μεγάλη.

Άλλη μέρα την άκουσα να λέει στη θεία μου τη Χρυσούλα στο τηλέφωνο: «Ε, κάτι ξεχρέωσα κι εγώ, γιατί με είχανε πνίξει». Πάγωσα, αλλά πάλι δεν μίλησα.

Ίσως φοβόμουν την απάντηση.

Μέχρι που είδα το ψυγείο. «Πού είναι τα πράγματα που σου φέρνω; Πού είναι τα λεφτά, μάνα;» Γύρισε τότε και με κοίταξε απότομα. «Μη μου κάνεις ανάκριση μέσα στο σπίτι μου.» «Ανάκριση; Τα παιδιά μου ζητάνε ψωμί με ζάχαρη.

Αυτό είναι ανάκριση;» Η Σοφία καθόταν στην καρέκλα και μας κοιτούσε με ανοιχτά μάτια.

Ο μικρός είχε κολλήσει πάνω μου.

Κι εγώ ένιωθα ότι αν δεν μάθαινα εκείνη τη στιγμή την αλήθεια, θα έσκαγα. «Τα πήρα για κάτι ανάγκες μου», είπε τελικά. «Είχα χρέη.

Και εξετάσεις.

Νομίζεις ότι είμαι σίδερο; Ο γιατρός μού έγραψε φάρμακα.

Από πού να τα πληρώσω;» Την κοιτούσα και δεν την αναγνώριζα. «Με τα λεφτά των παιδιών, ρε μάνα;» «Και τι ήθελες να κάνω; Να πεθάνω;» Το είπε τόσο ωμά, που για ένα δευτερόλεπτο έμεινα άφωνη.

Μετά άρχισα να τρέμω. «Ήθελα να μου το πεις.

Να μου πεις “Ελένη, δεν βγαίνω”. Όχι να ταΐζεις τα παιδιά μου ψωμί και να μου λες ψέματα.» Εκεί πετάχτηκε η θεία μου, που είχε έρθει χωρίς να την πάρω χαμπάρι από το μπαλκόνι. «Μη φωνάζεις στη μάνα σου. Σε μεγάλωσε με στερήσεις.» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences