[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

🎭5 Ανατρεπτικές Αλήθειες για την Τέχνη, το Θέατρο και την Εικόνα: Η Σημειολογική Ματιά του Δημήτρη Τσατσούλη || Yannis Karabitsos After Image 1. Εισαγωγή: Η Πρόκληση της Ανάγνωσης των Σημάτων της...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

🎭5 Ανατρεπτικές Αλήθειες για την Τέχνη, το Θέατρο και την Εικόνα: Η Σημειολογική Ματιά του Δημήτρη Τσατσούλη || Yannis Karabitsos After Image 1. Εισαγωγή: Η Πρόκληση της Ανάγνωσης των Σημάτων της Τέχνης Πόσο συχνά βλέπουμε μια θεατρική παράσταση ή μια φωτογραφία και υποθέτουμε ότι καταλαβαίνουμε αμέσως τι «θέλει να πει ο ποιητής»; Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε συνηθίσει να καταναλώνουμε την τέχνη μέσα από ένα πρίσμα αυτονόητων παραδοχών: θεωρούμε το γυμνό σώμα μια απλή σκηνική πρόκληση, τη φωτογραφία έναν πιστό καθρέφτη της πραγματικότητας και το αρχαίο δράμα μια οικεία, οργανική μας πολιτισμική κληρονομιά.

Ωστόσο, η σημειολογία της τέχνης, όπως την ασκεί και την αναλύει στο πολυσχιδές έργο του ο ακαδημαϊκός και κριτικός Δημήτρης Τσατσούλης, έρχεται να αποδομήσει με χειρουργική ακρίβεια αυτές τις βεβαιότητες.

Μελετώντας τους κρυφούς κώδικες της σκηνής, της εικόνας και του λόγου, ο Τσατσούλης αποκαλύπτει ότι τα έργα τέχνης δεν αποτελούν στατικούς φορείς προφανών νοημάτων, αλλά δυναμικά πεδία σημειωτικών συγκρούσεων.

Σε αυτό το άρθρο, παρουσιάζουμε τις 5 πιο εκπληκτικές και αντι-διαισθητικές αποκαλύψεις που αναδύονται μέσα από τις μελέτες του: από το παράδοξο του γυμνού σώματος στη σκηνή και την ακύρωση της πραγματικότητας από την υπερρεαλιστική φωτογραφία, μέχρι τη βαθιά ετερότητα του αρχαίου δράματος, τη «μοντέρνα» επιτελεστικότητα της μεσαιωνικής φάρσας και το εντυπωσιακό ιστορικό παράδοξο του Ρακίνα στην ελληνική κρατική σκηνή. 2. Takeaway 1: Το γυμνό σώμα στη σκηνή δεν «μιλάει» – Είναι ένα κενό σημείο που ακυρώνει τη θεατρική ψευδαίσθηση Η παρουσία του γυμνού σώματος στη θεατρική σκηνή εκλαμβάνεται συχνά από το κοινό ως μια κίνηση μέγιστης εκφραστικότητας ή υποκριτικού θάρρους.

Η σημειολογική ανάλυση του Δημήτρη Τσατσούλη στη μελέτη του «ΓΥΜΝΟ: Όριο και Υπέρβαση της Θεατρικής Σήμανσης» αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα: το επί σκηνής γυμνό αδυνατεί να παραγάγει θεατρικό νόημα με τον παραδοσιακό τρόπο.

Όντας στην απόλυτη φυσικότητά του –δηλαδή «ωμό», κατά την ανθρωπολογική ορολογία του Claude Lévi-Strauss– το γυμνό σώμα αρνείται να μετατραπεί σε «ψημένο» πολιτισμικό και σημειωτικό προϊόν μέσω της υποκριτικής τέχνης.

Το γυμνό σώμα είναι το ίδιο το αντικείμενο αναφοράς.

Γι' αυτό το λόγο, δεν λειτουργεί ως σώμα-σημείο (δεν εκπροσωπεί τον ρόλο), αλλά μετατρέπεται σε σώμα-σήμα – έναν «σήμα-τάφο» του δραματικού προσώπου, προβάλλοντας εκκωφαντικά την πραγματική, φαινομενολογική υπόσταση του ηθοποιού. «Το γυμνό σώμα, όντας μέσα στην απόλυτη φυσικότητά του ικανό να κυριολεκτεί, δεν μπορεί να μιλήσει καθόλου.» Όταν ο ηθοποιός απογυμνώνεται, ο θεατής μεταβαίνει σε μια κατάσταση μεταιχμιακότητας (liminality). Η προσοχή του μετατοπίζεται βίαια από το σημειωτικό σώμα του ρόλου στο φαινομενολογικό σώμα του ηθοποιού, καταργώντας τη θεατρική ψευδαίσθηση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παράσταση της Λυσιστράτης από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, όπου η συμπερίληψη μιας ευτραφούς ηθοποιού ανάμεσα στα ολόγυμνα μέλη του Χορού προκάλεσε σχόλια περί ανάγκης «προστασίας» της από τη σκηνοθετική ματιά.

Αυτό απέδειξε ότι το κοινό εστίασε στο πραγματικό, φυσικό σώμα της ηθοποιού και όχι στο δραματικό πρόσωπο, το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να διαθέτει οποιονδήποτε σωματότυπο.

Πώς μπορεί, λοιπόν, το γυμνό από αγνός φυσικός δείκτης ή σήμα να μετατραπεί σε σημείο και να αποκτήσει θεατρική σημασία; • Όταν «ενδύεται» εξω-σωματικά εγγραφές: Το γυμνό αποκτά σημαίνοντα ρόλο όταν πάνω του εγγράφεται η κίνηση, ο ρυθμός, η μουσική και το φως (όπως στη χορογραφία του Κωνσταντίνου Ρήγου στο Δάφνις και Χλόη με το Χοροθέατρο «Οκτάνα»), ή όταν δέχεται το τελετουργικό βάψιμο και τα αρώματα (όπως στην παράσταση των Υπηρετριών του Ζενέ σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου). • Όταν δραματοποιείται η ίδια η απουσία σημασίας: Στη Σαλώμη του Όσκαρ Ουάιλντ (σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου), η βίαιη απογύμνωση του Ιωάννη μετατρέπει το σώμα του σε κενό επιθυμίας και σύμβολο απόλυτης ένδειας.

Αντίστοιχα, στον Λευκό Γάμο του Ταντέους Ρουζέβιτς (σκηνοθεσία Έρσης Βασιλικιώτη), η ηρωίδα Μπιάνκα δείχνει το ολόγυμνο σώμα της στον άντρα της δηλώνοντας «Είμαι ο αδελφός σου», ακυρώνοντας το βιολογικό φύλο και μετατρέποντας το γυμνό σε κενό-τάφο των ανεκπλήρωτων επιθυμιών. 3. Takeaway 2: Η υπερρεαλιστική φωτογραφία δεν καθρεφτίζει την πραγματικότητα – Την καταργεί και την αντικαθιστά Στην ευρεία συνείδηση, η φωτογραφία θεωρείται ένα μέσο που καταγράφει παθητικά και αναπαράγει τον εξωτερικό κόσμο.

Ωστόσο, όπως αναδεικνύεται μέσα από τη βιβλιοκρισία της Ελένας Κουτριάνου για τη μελέτη του Δημήτρη Τσατσούλη «Η γλώσσα της εικόνας» (με επίκεντρο το έργο του Βέλγου φωτογράφου Raoul Ubac), η υπερρεαλιστική φωτογραφία της δεκαετίας του 1930 επιτελεί μια ριζική αισθητική και σημειολογική ανατροπή.

Η υπερρεαλιστική «φωτο-γραφή» δεν αποτελεί απλή εικονογράφηση της πραγματικότητας.

Αντίθετα: • Εισάγει τον «ποιητικό αντι-χώρο»: Υποκαθιστά την πραγματικότητα και την καταλύει, εισάγοντας στο οπτικό πεδίο την εσωτερική όραση, τη φαντασία και τους μηχανισμούς του ασυνειδήτου. • Ενεργοποιεί τη «διπλή συνείδηση» του φωτογράφου: Ο δημιουργός λειτουργεί ταυτόχρονα ως σκηνοθέτης του θέματος πριν από τη λήψη (προεργασία) και ως μορφολογικός μετασχηματιστής της εικόνας στον σκοτεινό θάλαμο (μετεπεξεργασία). • Προβάλλει τους μηχανισμούς παραγωγής της: Η επανάσταση του Ubac έγκειται στο ότι δεν κρύβει τις τεχνικές του, αλλά τις εξαναγκάζει σε πρώτη γραμμή.

Τεχνικές παρεμβάσεις πάνω στο υλικό όπως το κάψιμο, τα απολιθώματα (μικρο-αναγλυφοποιήσεις) και η εκφώτιση (όπως στα έργα Νεφελώδης, Μανεκέν, Κάστρο) προσδίδουν ανάγλυφη υφή και την εντύπωση μιας «τρίτης διάστασης». Ο θεατής δεν παρατηρεί παθητικά το θέμα, αλλά προσκρούει πάνω στους ίδιους τους τεχνικούς μηχανισμούς παραγωγής της εικόνας.

Παράλληλα, μέσα από τη σημειολογική ανάλυση του Τσατσούλη, η φωτογραφία λειτουργεί πλήρως υπό την τριαδική λογική του Charles Sanders Peirce, συνενώνοντας τις ιδιότητες του δείκτη, της εικόνας και του συμβόλου.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καταρρέει η κλασική διάκριση του Roland Barthes ανάμεσα στο αναλογικό (εικονικό) μήνυμα και το κωδικοποιημένο πολιτισμικό μήνυμα.

Στην υπερρεαλιστική φωτογραφία, τα δύο αυτά επίπεδα συγχωνεύονται απαρέγκλιτα: το αναλογικό μήνυμα δεν μπορεί να αναγνωσθεί αμεσολάβητα, καθώς η ίδια η τεχνική επεξεργασία επανεγγράφει την πραγματικότητα, καθιστώντας την αισθητική γραφή αναπόσπαστο τμήμα του νοήματος. 4. Takeaway 3: Το Αρχαίο Ελληνικό Δράμα μάς είναι βαθιά «ανοίκειο» – Η παγίδα του εθνοκεντρικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος Όπως υπογραμμίζουν οι θεατρολόγοι Λίνα Ρόζη και Καίτη Διαμαντάκου-Αγάθου, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Δ. Τσατσούλη «Δυτικό ηγεμονικό παράδειγμα και Διαπολιτισμικό θέατρο», η αντίληψή μας για το αρχαίο ελληνικό θέατρο είναι συχνά παραμορφωμένη από ιδεολογικές αγκυλώσεις.

Η κεντρική θέση του Τσατσούλη είναι ότι το αρχαίο ελληνικό δράμα αποτελεί δημιούργημα μιας κοινωνίας που άκμασε πριν από 2.500 χρόνια, χωρίς οργανική και αδιάλειπτη συνέχεια.

Η πραγματική πολιτισμική του δυναμική δεν κρύβεται σε μια καθησυχαστική, ψευδή οικειότητα, αλλά στη μεγάλη και παραγνωρισμένη ετερότητά του – στη βαθιά ανοίκεια διάστασή του.

Αυτή η ετερότητα έχει παραμορφωθεί ιστορικά από δύο συμπληρωματικές μορφές ηγεμονισμού: 1. Τον Δυτικό Ηγεμονισμό: Η Δύση οικειοποιήθηκε το αρχαίο δράμα, μετατρέποντάς το σε ένα ακαδημαϊκό, ιεροποιημένο μνημείο του ευρωπαϊκού κανόνα και επιβάλλοντας τις δικές της αστικές σκηνικές συμβάσεις. 2. Τον Ελληνικό Εθνοκεντρισμό (Επιθετικό Ιθαγενισμό / Αυτο-οριενταλισμό): Στην Ελλάδα αναπτύχθηκε μια αντίληψη «ιδιοκτησιακού καθεστώτος», που διεκδικεί την αποκλειστική και «αυθεντική» γνώση της ερμηνείας του αρχαίου δράματος, εγκλωβίζοντας τις παραστάσεις σε στερεότυπες, μουσειακές αρχαιοπρέπειες.

Ως υπόδειγμα διαπολιτισμικής χειραφέτησης από αυτά τα ηγεμονικά σχήματα προβάλλεται η Αντιγόνη του Ιάπωνα σκηνοθέτη Miyagi Satoshi. Ο Satoshi δεν αντιμετωπίζει το κείμενο ούτε ως δυτικό μουσειακό μνημείο ούτε ως ελληνικό εθνικό τιμαλφές.

Αντίθετα, εγκαθιδρύει έναν άμεσο, αμεσολάβητο διάλογο ανάμεσα στο τραγικό κείμενο και τις παραδοσιακές τεχνικές του ασιατικού θεάτρου (όπως οι συμβάσεις του θεάτρου Νο και Καμπούκι). Με αυτόν τον τρόπο, αποδεσμεύει την εγγενή ετερότητα του αρχαίου δράματος, καθιστώντας το ζωντανό πολιτισμικό αγαθό στο πλαίσιο της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης. 5. Takeaway 4: Η Μεσαιωνική Φάρσα ήταν πολύ πιο «μοντέρνα» και ανατρεπτική από όσο νομίζουμε Βασισμένος στην ανάλυση του σκηνοθέτη και θεατρολόγου Βασίλη Νούλλα για το βιβλίο του Τσατσούλη «Μεσαιωνική φάρσα: Ρακίνας, Καστελούτσι», ο μεσαιωνικός αυτός θεατρικός αιώνας αποκαλύπτεται εξαιρετικά ζωντανός, προκαλώντας τις βεβαιότητές μας και προαναγγέλλοντας τις αναζητήσεις της σύγχρονης Performance Art. • Η καθαρτήρια κοινωνική εκτροπή: Η μεσαιωνική φάρσα δεν παιζόταν απομονωμένα, αλλά εμβόλιμα μέσα στα σοβαρά θρησκευτικά «Μυστήρια» (όπως η Φάρσα του Μυλωνά, που ήταν ενσωματωμένη στο Μυστήριο του Αγίου Μαρτέν). Σε στιγμές μέγιστης θρησκευτικής συγκίνησης και φόρτισης, η δράση διακοπτόταν βίαια για να παιχτεί η φάρσα, προσφέροντας στο ποίμνιο μια θεσμοθετημένη, καθαρτήρια κοινωνική εκτροπή. • Ο καρναβαλικός αιώνας και ο Μιχαήλ Μπαχτίν: Στηριζόμενος στη θεωρία του Μιχαήλ Μπαχτίν για τον καρναβαλισμό και το έργο του Ραμπελέ, ο Τσατσούλης αναδεικνύει πώς η περίσσεια του «κάτω» σώματος (του προκτικού, του γενετήσιου, του βρώμικου) συνδιαλέγεται στη φάρσα με την υποψία του θανάτου.

Το σωματικό γέλιο συνδέεται άμεσα με τον αιώνιο κύκλο της ευγονίας και του θανάτου. • Η ξύλινη εξέδρα (treto) ως πρόδρομος της Performance: Οι φάρσες παίζονταν πάνω σε μικρές ξύλινες εξέδρες (treto). Αυτός ο σκηνικός χώρος ήταν εντελώς αντι-ψευδαισθητικός: οι ηθοποιοί δεν είχαν καμαρίνια, παρέμεναν διαρκώς ορατοί πάνω στην εξέδρα και μεταμορφώνονταν μπροστά στα μάτια των θεατών.

Καταργώντας την οπτική απάτη, η εξέδρα ενέτασσε τη δράση άμεσα στον κοινωνικό περίγυρο, προαναγγέλλοντας τις αρχές της σύγχρονης επιτελεστικότητας. • Οι φαιδρές ομιλίες (sermons joyeux): Παρωδώντας τα εκκλησιαστικά κηρύγματα, οι ομιλητές «αγιοποιούσαν» καθημερινά τρόφιμα.

Αναγορεύοντας σε αγίους τη ρέγγα (Saint Hareng με το μαρτύριό της στη σχάρα) ή το χοιρομέρι (Saint Jambon), αποδομούσαν την εκκλησιαστική σοβαροφάνεια μέσα από την αποθέωση της υλικότητας. 6. Takeaway 5: Το Ιστορικό Παράδοξο του Ρακίνα – Ο Γάλλος Κλασικός που εξοστρακίστηκε από την Ελληνική Κρατική Σκηνή Μία από τις πιο εντυπωσιακές ιστορικές και κριτικές αποκαλύψεις του Δημήτρη Τσατσούλη αφορά την πρόσληψη του κορυφαίου Γάλλου τραγικού Jean Racine (Ρακίνα) στην Ελλάδα.

Ενώ ο Ρακίνας θεωρείται παγκοσμίως ένας από τους στυλοβάτες του ευρωπαϊκού κλασικισμού, η εξονυχιστική ιστορική έρευνα του Τσατσούλη φέρνει στο φως ένα απίστευτο παράδοξο: κανένα έργο του Ρακίνα δεν είχε παρουσιαστεί στο Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας (ή σε άλλο κρατικό και δημοτικό θέατρο) μέχρι και τις αρχές του 21ου αιώνα! Αυτό το ιστορικό κενό εξηγείται από μια εντυπωσιακή μετατόπιση στην ιδεολογική πρόσληψη του δραματουργού: • Στον 19ο αιώνα: Ο Ρακίνας αντιμετωπίστηκε εξαιρετικά θετικά ως «μεσολαβητής» που συνέδεε τους Νεοέλληνες με το αρχαιοελληνικό τους παρελθόν, μέσα από τις δικές του γαλλικές διασκευές των αττικών μύθων. • Στον 20ό αιώνα: Μόλις οι Έλληνες σκηνοθέτες και μεταφραστές απέκτησαν άμεση πρόσβαση στα πρωτότυπα αρχαιοελληνικά κείμενα, ο Ρακίνας μετατράπηκε σε «αποδιοπομπαίο τράγο». Απορρίφθηκε ως νόθος, σχολαστικός και παραμορφωτικός διαμεσολαβητής, με αποτέλεσμα τον πλήρη εξοστρακισμό του από τις ελληνικές κρατικές σκηνές καθ' όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, μέχρι τη θεαματική «ανακάλυψή» του στις αρχές του 21ου αιώνα. 7. Συμπεράσματα & Τελικός Στοχασμός Η διαδρομή μέσα από το θεωρητικό και κριτικό έργο του Δημήτρη Τσατσούλη επιβεβαιώνει ότι η τέχνη –είτε πρόκειται για τη φαινομενολογική σωματικότητα του ηθοποιού, είτε για την τεχνική κατασκευή της υπερρεαλιστικής εικόνας, είτε για τη διαπολιτισμική διασκευή ενός αρχαίου μύθου– δεν είναι ποτέ στατική, προφανής ή ουδέτερη.

Η σημειολογική ματιά μας αποσπά από την παθητική κατανάλωση έτοιμων αισθητικών προϊόντων.

Αναδεικνύει ότι η πρόσληψη της τέχνης είναι μια ενεργή, «δημιουργική» και βαθιά ανατρεπτική διαδικασία, που απαιτεί από τον θεατή να αποκωδικοποιήσει τους λανθάνοντες μηχανισμούς παραγωγής του νοήματος.

Όταν, λοιπόν, βρεθείτε στην επόμενη θεατρική παράσταση ή εικαστική έκθεση, αναρωτηθείτε: Είστε πραγματικά έτοιμοι να εγκαταλείψετε τις ασφαλείς, καθησυχαστικές ψευδαισθήσεις σας και να αναμετρηθείτε με την πραγματική, ανοίκεια και ανατρεπτική διάσταση της τέχνης;

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences