[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ / Αφανείς ήρωες Στα χρόνια του Β΄πολέμου, τότε που η νιότη δεν είχε τον χρόνο να ωριμάσει, ο Χαμπής Ταπακούδης, ήταν μόλις δεκαεπτά χρονών. Στην ορμή της ηλικίας του, ανάμεσα σε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ / Αφανείς ήρωες Στα χρόνια του Β΄πολέμου, τότε που η νιότη δεν είχε τον χρόνο να ωριμάσει, ο Χαμπής Ταπακούδης, ήταν μόλις δεκαεπτά χρονών.

Στην ορμή της ηλικίας του, ανάμεσα σε όνειρα και ανάγκες, πήρε μια απόφαση που θα τον σημάδευε για πάντα.

Με μια ξένη ταυτότητα στο χέρι —γιατί ήταν ακόμη ανήλικος— κατατάχθηκε στη βρετανική ταξιαρχία Κυπρίων εθελοντών.

Δεν ήταν μόνο το μεροκάματο, ήταν και η αίσθηση πως η ζωή τον καλούσε να αποδείξει κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Στο Ελ Αλαμέιν έμαθε τι σημαίνει πόλεμος.

Όχι από αφηγήσεις, αλλά μέσα από τον καπνό, τη φωτιά και τις κραυγές που δεν σταματούσαν ούτε μέρα ούτε νύχτα.

Άνθρωποι ζητούσαν νερό με σπασμένη φωνή.

Άλλοι σιωπούσαν για πάντα πριν προλάβουν να σωθούν.

Κι όμως, μέσα σε εκείνη την κόλαση της ερήμου, δεν υπήρχαν διαφορές.

Δεν υπήρχαν Έλληνες και Τούρκοι.

Υπήρχαν μόνο Κύπριοι.

Μοιράζονταν το λίγο νερό, τον φόβο και τις αναμνήσεις από τα χωριά τους.

Κι όταν κάποιος λύγιζε, οι άλλοι του μιλούσαν για τη θάλασσα, για το σπίτι, για να κρατηθεί όρθιος. Ο Χαμπής γύρισε από τον πόλεμο χωρίς ιστορίες.

Δεν του άρεσε να μιλά.

Έφερε όμως μαζί του κάτι βαθύτερο: γνώση.

Ήξερε από όπλα, ήξερε από πειθαρχία, ήξερε να περιμένει.

Έφερε και μια πληγή στο σώμα από σφαίρα στο κορμί ως ενθύμιο.

Και όταν αργότερα ήρθε η ώρα της Κύπρου, δεν αναρωτήθηκε τι θα κερδίσει.

Ρώτησε μόνο πού χρειάζεται.

Στα χρόνια του Αγώνα στάθηκε δίπλα στους άλλους νέους.

Εκπαίδευσε αγωνιστές στα όπλα, ακόμη και παιδιά που μόλις άρχιζαν να καταλαβαίνουν τον κόσμο.

Τους έμαθε να στέκονται όρθιοι, να αγαπούν την ελευθερία και να ξέρουν τι σημαίνει ευθύνη.

Κάποιοι από αυτούς έμελλε να γίνουν ήρωες.

Ο ίδιος όμως έμεινε στη σκιά.

Δεν ζήτησε ποτέ αναγνώριση.

Έκανε ό,τι μπορούσε, σιωπηλά.

Μεγαλώνοντας δίπλα σε έναν τέτοιο πατέρα, ο Κυριακός ένιωθε πως κουβαλούσε μια κληρονομιά.

Ήθελε να μάθει.

Να καταλάβει.

Έσκυψε πάνω από την ιστορία του πολέμου και βρήκε μέσα της μορφές γνώριμες — ανθρώπους από το χωριό του, τη Χλώρακα.

Τότε, το χωριό αριθμούσε περίπου οκτακόσιους κατοίκους.

Κι όμως, τριάντα από αυτούς άφησαν τα σπίτια τους και κατατάχθηκαν εθελοντικά.

Άλλοι έμειναν στην Κύπρο, άλλοι στάλθηκαν μακριά — στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Λιβύη, την Ιταλία.

Κάποιοι πολέμησαν, κάποιοι τραυματίστηκαν.

Όλοι όμως κουβάλησαν μέσα τους την ίδια ελπίδα: πως στο τέλος του πολέμου, η πατρίδα τους θα ήταν ελεύθερη.

Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Μενέλαος Αριστείδης.

Από τους πρώτους που κατατάχθηκαν, πριν ακόμη ξεσπάσει ολοκληρωτικά η θύελλα.

Εκπαιδεύτηκε στην Αίγυπτο και στάλθηκε στην Ελλάδα, όπου πολέμησε με πάθος, δίπλα σε άλλους Έλληνες, ενάντια στον φασισμό.

Δεν λογάριαζε κακουχίες ούτε φόβο.

Τον οδηγούσε μια βαθιά πίστη στο καθήκον.

Όταν η Ελλάδα κατέρρευσε, εκείνος δεν παραδόθηκε.

Μαζί με άλλους κατάφερε να διαφύγει στην Αίγυπτο και συνέχισε τον αγώνα. Η Κύπρος εκείνα τα χρόνια έγινε καταφύγιο για πρόσφυγες και στρατιώτες — ένα μικρό νησί που κουβαλούσε μεγάλο βάρος.

Το καλοκαίρι του 1942, η έρημος της Βόρειας Αφρικής έγινε ξανά θέατρο μάχης.

Οι δυνάμεις του Άξονα προέλαυναν, κι οι Σύμμαχοι οχυρώθηκαν γύρω από το Ελ Αλαμέιν.

Οι συγκρούσεις ήταν σφοδρές, οι απώλειες βαριές.

Η άμμος έκρυβε ιδρώτα και αίμα.

Οι πορείες μέσα στην έρημο δεν συγχωρούσαν λάθη.

Ο ήλιος έκαιγε αλύπητα την ημέρα, το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα τη νύχτα, και ο ορίζοντας έμοιαζε πάντα ίδιος — ένας ατέλειωτος κύκλος άμμου που κατάπινε κάθε ελπίδα προσανατολισμού.

Κάθε βήμα μπορούσε να είναι και το τελευταίο προς τη σωστή κατεύθυνση… ή το πρώτο προς τον χαμό.

Σε δύο τέτοιες αποστολές αναγνώρισης, η διμοιρία του Μενέλαου χάθηκε.

Στην αρχή ήταν η σιωπή.

Καμία επικοινωνία.

Καμία ένδειξη.

Μόνο ο άνεμος που σκέπαζε τα ίχνη τους, σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

Οι μέρες έγιναν εβδομάδες.

Οι ελπίδες έσβηναν μία-μία.

Στις οικογένειες έφτασε η λέξη που παγώνει το αίμα: αγνοούμενοι.

Όχι νεκροί.

Όχι ζωντανοί.

Χαμένοι κάπου ανάμεσα.

Δύο φορές έζησαν τον ίδιο εφιάλτη.

Δύο φορές ένιωσαν πως τους κατάπιε η έρημος.

Κι όμως… Και τις δύο φορές, όταν πια κανείς δεν περίμενε τίποτα, όταν τα πάντα είχαν σχεδόν τελειώσει, εμφανίστηκαν.

Σαν σκιές μέσα από τη θύελλα της άμμου.

Σαν άνθρωποι που γύρισαν από έναν τόπο όπου δεν επιστρέφει κανείς. Ζωντανοί. Εξαντλημένοι.

Με βλέμματα που κουβαλούσαν κάτι που δεν λεγόταν.

Ήταν ένα θαύμα μέσα στην απεραντοσύνη της ερήμου.

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι άντρες γύρισαν στα σπίτια τους.

Δεν έφεραν πλούτη.

Μόνο παράσημα, μνήμες και ένα βαθύ, σιωπηλό καμάρι.

Είχαν υπάρξει μέρος ενός αγώνα τεράστιου, ίσως του μεγαλύτερου που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.

Μα πάνω απ’ όλα, κουβαλούσαν μια ελπίδα που δεν έσβησε ποτέ: πως μια μέρα δεν θα ήταν πια αποκομμένοι.

Πως θα ανήκαν ολοκληρωτικά εκεί όπου ένιωθαν ότι ανήκουν.

Και αυτή η ελπίδα, όσο κι αν δοκιμάστηκε, έμεινε ζωντανή — όπως μένουν ζωντανές οι ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ δυνατά. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences