[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Η γιαγιά μου η Σοφία… Μια ζωή με το βλέμμα στραμμένο στον Πόντο Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν από τη ζωή χωρίς ποτέ να φύγουν από την πατρίδα τους. Κι άλλοι που φεύγουν από την πατρίδα τους, αλλά την...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η γιαγιά μου η Σοφία… Μια ζωή με το βλέμμα στραμμένο στον Πόντο Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν από τη ζωή χωρίς ποτέ να φύγουν από την πατρίδα τους.

Κι άλλοι που φεύγουν από την πατρίδα τους, αλλά την κουβαλούν μέσα τους ως την τελευταία τους ανάσα.

Τέτοιος άνθρωπος ήταν η γιαγιά μου, η Σοφία.

Μια γυναίκα που η Ιστορία πέρασε από πάνω της αμείλικτη, αφήνοντας βαθιές πληγές στην ψυχή της.

Έζησε τον ξεριζωμό, γνώρισε την απώλεια στην πιο σκληρή της μορφή.

Στα χρόνια της Ανταλλαγής έχασε τον άντρα της και τα παιδιά της.

Είδε τον κόσμο της να γκρεμίζεται, τις αγαπημένες μορφές να χάνονται, το σπίτι της να γίνεται ανάμνηση και την πατρίδα της έναν τόπο απαγορευμένο.

Κι όμως, επέζησε.

Ήρθε στην Ελλάδα κουβαλώντας μια αποσκευή που δεν φαινόταν: τον πόνο όσων έχασε και τη μνήμη όσων άφησε πίσω.

Στη φτωχή γη της προσφυγιάς, στον Κλείτο της Κοζάνης, παντρεύτηκε τον χήρο παππού μου και τόλμησε να ξαναρχίσει τη ζωή της.

Έφερε στον κόσμο παιδιά, γέμισε ξανά ένα σπίτι με φωνές, έμαθε να χαμογελά, να φροντίζει, να αγαπά.

Μα η ψυχή της είχε μείνει μοιρασμένη στα δύο.

Το ένα της μισό ζούσε εδώ, ανάμεσα στα παιδιά και στα εγγόνια της.

Το άλλο περιπλανιόταν αδιάκοπα στα μονοπάτια του Πόντου, στις πλαγιές των βουνών, στις αυλές των σπιτιών, στους δρόμους όπου κάποτε ακούγονταν οι φωνές των αγαπημένων της.

Δεν ξέρω αν ο χρόνος απάλυνε ποτέ τον πόνο της.

Ξέρω μονάχα πως δεν κατάφερε να σβήσει την πατρίδα από μέσα της.

Έζησε ενενήντα επτά χρόνια.

Μια ολόκληρη ζωή.

Κι όμως, ως το τέλος, πίστευε πως κάποια μέρα θα γύριζε πίσω.

Δεν το έλεγε σαν ευχή ανέφικτη, ούτε σαν παραμύθι που παρηγορεί τους γέροντες.

Το πίστευε βαθιά, με εκείνη την ακατάλυτη βεβαιότητα των ανθρώπων που αρνούνται να παραδεχτούν πως μπορεί να χαθεί για πάντα ο τόπος όπου γεννήθηκαν.

Ίσως, όταν έκλεινε τα μάτια της, να έβλεπε ακόμη το πατρικό της σπίτι.

Ίσως να άκουγε τις φωνές των παιδιών που της στέρησε η μοίρα.

Ίσως να περπατούσε νοερά στα χώματα που δεν αξιώθηκε να ξαναπατήσει.

Και σκέφτομαι καμιά φορά πως η γιαγιά μου δεν γέρασε ποτέ πραγματικά.

Γιατί μέσα στο γερασμένο της σώμα εξακολουθούσε να ζει εκείνη η νέα γυναίκα που κάποτε ξεριζώθηκε βίαια από τον κόσμο της και πέρασε τη θάλασσα με την ελπίδα πως ο αποχωρισμός θα ήταν προσωρινός.

Η γιαγιά μου πέθανε χωρίς να επιστρέψει στον Πόντο.

Μα θέλω να πιστεύω πως, την ώρα που έφευγε, η ψυχή της πήρε επιτέλους τον δρόμο που αναζητούσε μια ολόκληρη ζωή.

Πως πέρασε πάνω από θάλασσες και βουνά και στάθηκε ξανά στο κατώφλι εκείνου του σπιτιού.

Πως άνοιξε την πόρτα και βρήκε εκεί όσους είχε χάσει.

Και πως, ύστερα από τόσα χρόνια προσμονής, μπόρεσε επιτέλους να ψιθυρίσει: «Επέστρεψα…» Γιατί η προσφυγιά δεν είναι μονάχα ο τόπος όπου σε έριξε η Ιστορία.

Είναι κι εκείνος ο άλλος τόπος, που εξακολουθεί να σε περιμένει μέσα σου, ακόμη κι όταν όλοι οι δρόμοι της επιστροφής έχουν κλείσει.

Στη μνήμη της γιαγιάς μου, της Σοφίας, και όλων εκείνων των γυναικών του Πόντου που έχασαν μια πατρίδα, έθαψαν αγαπημένους, ξανάχτισαν οικογένειες, αλλά δεν έπαψαν ποτέ να περιμένουν τον γυρισμό. Γιώτα Ι.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences