Δεν πιστεύω πως ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός. Ούτε όμως πιστεύω ότι γεννιέται κακός. Πιστεύω πως μέσα μας συνυπάρχουν και οι δύο πλευρές που συχνά συγκρούονται μεταξύ τους και πως οι...
Δεν πιστεύω πως ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός.
Ούτε όμως πιστεύω ότι γεννιέται κακός.
Πιστεύω πως μέσα μας συνυπάρχουν και οι δύο πλευρές που συχνά συγκρούονται μεταξύ τους και πως οι επιλογές μας καθορίζουν ποια θα επικρατήσει.
Αναρωτιέμαι, όμως, πόσοι από εμάς θα παρέμεναν πραγματικά ενάρετοι, αν μπορούσαν να κάνουν οτιδήποτε επιθυμούν, γνωρίζοντας ότι δεν θα χρειαστεί ποτέ να λογοδοτήσουν.
Το 1886, ο Robert Louis Stevenson έδωσε μορφή σε αυτόν τον εφιάλτη, δημιουργώντας τον «Δόκτορα Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ», ένα από τα σημαντικότερα έργα της λογοτεχνίας τρόμου.
Η ιστορία της δημιουργίας του είναι συναρπαστική.
Ο συγγραφέας ονειρεύτηκε ορισμένες καθοριστικές σκηνές του σε έναν εφιάλτη, από τον οποίο τον ξύπνησε η σύζυγός του επειδή φώναζε στον ύπνο του.
Εκείνος μάλιστα δυσανασχέτησε που τον διέκοψε.
Η ανθρώπινη διττότητα τον απασχολούσε ήδη, αλλά ο κόσμος των ονείρων του πρόσφερε τις εικόνες για να δημιουργήσει αυτή την ανατριχιαστική ιστορία.
Στο βικτωριανό Λονδίνο, ο αξιοσέβαστος γιατρός Τζέκιλ συνδέεται μυστηριωδώς με τον κύριο Χάιντ, μια αποκρουστική παρουσία που προκαλεί ανεξήγητο φόβο σε όσους τη συναντούν.
Ο δικηγόρος Άττερσον προσπαθεί να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από αυτή την παράξενη σχέση, καθώς τα αναπάντητα ερωτήματα πληθαίνουν και τα γεγονότα αποκτούν ολοένα πιο δυσοίωνες διαστάσεις. Ο Stevenson ξετυλίγει το μυστήριο με υποδειγματική μαεστρία, χωρίς να βιάζεται να αποκαλύψει όσα κρύβονται πίσω από τα ανησυχητικά γεγονότα.
Κάθε νέα πληροφορία γεννά περισσότερες υποψίες, ενώ η αβεβαιότητα γίνεται ολοένα πιο βασανιστική, αφήνοντας τη φαντασία να δημιουργεί εικόνες πολύ πιο τρομακτικές από εκείνες που θα μπορούσε να περιγράψει ο ίδιος.
Σε αυτή την αίσθηση ανησυχίας συμβάλλει καθοριστικά και το Λονδίνο, που μοιάζει να συμμετέχει στο μυστήριο.
Η πυκνή ομίχλη, τα έρημα σοκάκια, οι κλειδωμένες πόρτες και τα μισοσκότεινα σπίτια συνθέτουν μια σχεδόν ασφυκτική ατμόσφαιρα, σαν ολόκληρη η πόλη να κρύβει ένα φρικτό μυστικό που απειλεί ανά πάσα στιγμή να αποκαλυφθεί.
Πίσω από αυτή την ατμόσφαιρα, ωστόσο, ξετυλίγεται μια βαθιά ανθρώπινη τραγωδία. Ο Τζέκιλ είναι ένας άνθρωπος διχασμένος ανάμεσα στην εικόνα που παρουσιάζει στον κόσμο και στις επιθυμίες που δεν τολμά να παραδεχτεί.
Θέλει να διατηρήσει την αξιοπρέπεια, την κοινωνική του θέση και τον σεβασμό των άλλων, χωρίς όμως να στερηθεί την ελευθερία να παραδοθεί στις πιο σκοτεινές του παρορμήσεις.
Αντί να αποδεχτεί τις αντιφάσεις του και να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του, πιστεύει πως μπορεί να διαχωρίσει τις δύο πλευρές του εαυτού του, συνεχίζοντας να απολαμβάνει τα προνόμια και των δύο.
Πόσο τραγική, όμως, είναι αυτή η αυταπάτη.
Να πιστεύεις ότι μπορείς να απομονώσεις την κακία σου, να της δώσεις μια διαφορετική υπόσταση και να συνεχίσεις να ζεις ανεπηρέαστος από όσα εκείνη διαπράττει. Ο Stevenson αποτυπώνει με τρομακτική ακρίβεια τη σταδιακή απώλεια του αυτοελέγχου, την εξάρτηση από μια απαγορευμένη ελευθερία και την απόγνωση που γεννά η συνειδητοποίηση ότι ορισμένες αποφάσεις δεν μπορούν πλέον να αναστραφούν.
Με θλίβει αυτή η πορεία προς την αυτοκαταστροφή, η τραγική ειρωνεία ενός ανθρώπου που επιδιώκει να γίνει απόλυτος κυρίαρχος της ύπαρξής του, αλλά καταλήγει αιχμάλωτος των ίδιων του των επιθυμιών.
Ακόμη πιο οδυνηρή είναι η επίγνωση του Τζέκιλ ότι έχει οδηγήσει τον εαυτό του σε ένα σημείο από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή.
Ο πραγματικός τρόμος δεν είναι ότι ο Χάιντ νίκησε τον Τζέκιλ.
Είναι ότι ο Τζέκιλ, πιστεύοντας πως θα μπορούσε να ζει χωρίς συνέπειες, δημιούργησε ο ίδιος τις συνθήκες της καταστροφής του.
Δεν ήταν ένα αθώο θύμα, αλλά ένας άνθρωπος που επέλεξε συνειδητά να απελευθερώσει το κακό μέσα του.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους