[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Υπήρχε κάποτε, ένας κήπος που κανείς δεν μπορούσε, να δει από τον δρόμο. Τον έκρυβε, ένας ψηλός πέτρινος τοίχος. Πάνω στον τοίχο, υπήρχαν επτά πόρτες, η μία δίπλα στην άλλη. Δεν είχαν κλειδαριές...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Υπήρχε κάποτε, ένας κήπος που κανείς δεν μπορούσε, να δει από τον δρόμο.

Τον έκρυβε, ένας ψηλός πέτρινος τοίχος.

Πάνω στον τοίχο, υπήρχαν επτά πόρτες, η μία δίπλα στην άλλη.

Δεν είχαν κλειδαριές.

Μόνο λέξεις.

Η πρώτη έγραφε: Αλήθεια.

Η δεύτερη: Ταπείνωση.

Η τρίτη: Συγχώρεση.

Η τέταρτη: Εμπιστοσύνη.

Η πέμπτη: Αγάπη.

Η έκτη: Παράδοση.

Και η τελευταία, η πιο μικρή απ’ όλες: Ειρήνη.

Κάθε άνθρωπος, μπορούσε να ανοίξει την πρώτη πόρτα.

Μα καμία, από τις επόμενες δεν άνοιγε, αν δεν είχε περάσει, από την προηγούμενη.

Μια μέρα, έφτασε στον κήπο, ένας άνθρωπος κουρασμένος από την ζωή.

Στην πλάτη του, κουβαλούσε ένα βαρύ σακί.

Ο κηπουρός, που φρόντιζε τον κήπο, τον περίμενε στην είσοδο.

Τι έχεις μέσα; τον ρώτησε.

Όλα όσα μου έκαναν οι άνθρωποι.

Και γιατί τα κουβαλάς; Για να μην ξεχάσω.

Ο κηπουρός, δεν απάντησε.

Του έδειξε, την πρώτη πόρτα. ΑΛΗΘΕΙΑ.

Άνοιξέ την.

Ο άνθρωπος άνοιξε.

Πίσω της δεν υπήρχε κανένας άλλος.

Μόνο ένας καθρέφτης.

Κοίταξε τον εαυτό του.

Και για πρώτη φορά, είδε καθαρά, όχι μόνο όσα, του είχαν κάνει οι άλλοι, αλλά και όσα, είχε κάνει ο ίδιος.

Τα λόγια που είπε, πάνω στον θυμό του.

Τις φορές, που πλήγωσε ανθρώπους, επειδή είχε πληγωθεί.

Τις φορές, που ζήτησε αγάπη, αλλά δεν ήξερε να την δώσει.

Έσκυψε το κεφάλι.

Ο κηπουρός του είπε: Αν δεν μπορείς, να δεις την αλήθεια για τον εαυτό σου, δεν μπορείς να ελευθερωθείς, από την αλήθεια των άλλων.

Τότε άνοιξε η δεύτερη πόρτα. ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ.

Πέρασε μέσα.

Εκεί δεν υπήρχαν καθρέφτες.

Υπήρχε μόνο ένα πηγάδι.

Έσκυψε να πιει νερό και είδε το πρόσωπό του, να καθρεφτίζεται στην επιφάνεια.

Γιατί με έφερες εδώ; ρώτησε.

Για να μάθεις, πως δεν είσαι, μόνο το θύμα της ιστορίας σου, είπε ο κηπουρός.

Ο άνθρωπος έμεινε σιωπηλός.

Και τότε, για πρώτη φορά, είπε: Κι εγώ έκανα λάθη.

Μόλις το είπε, άνοιξε η τρίτη πόρτα. ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ. Μπήκε.

Εκεί υπήρχαν, εκατοντάδες ξερά κλαδιά.

Κάθε κλαδί είχε πάνω του ένα όνομα.

Άνθρωποι, που τον είχαν πληγώσει.

Άνθρωποι, που τον είχαν προδώσει.

Άνθρωποι, που τον είχαν εγκαταλείψει.

Έπιασε ένα κλαδί.

Πρέπει να τους συγχωρήσω όλους; Όχι επειδή δεν σε πλήγωσαν, είπε ο κηπουρός.

Τότε γιατί; Για να πάψεις, να τους επιτρέπεις, να κατοικούν μέσα σου.

Ο άνθρωπος άφησε το κλαδί.

Ύστερα ένα δεύτερο.

Ύστερα ένα τρίτο.

Και κάθε φορά που άφηνε ένα όνομα, ένα ξερό κλαδί έβγαζε ένα μικρό πράσινο φύλλο.

Τότε άνοιξε η τέταρτη πόρτα. ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ.

Πίσω της, υπήρχε ένας στενός δρόμος, που χανόταν μέσα στην ομίχλη.

Δεν βλέπω πού πηγαίνει, είπε.

Ούτε χρειάζεται.

Και πώς θα περπατήσω; Με πίστη.

Ο άνθρωπος, έκανε ένα βήμα.

Ύστερα άλλο ένα.

Δεν έβλεπε το τέλος του δρόμου.

Μα συνέχισε.

Και τότε άνοιξε η πέμπτη πόρτα. ΑΓΑΠΗ.

Πίσω της υπήρχε, ο πιο όμορφος κήπος απ’ όλους.

Μα ανάμεσα στα λουλούδια υπήρχαν αγκάθια.

Δεν καταλαβαίνω, είπε.

Νόμιζες πως η αγάπη, είναι ένας τόπος χωρίς πόνο, απάντησε ο κηπουρός.

Δεν είναι; Όχι.

Είναι ο τόπος, όπου αποφασίζεις, πως ο πόνος, δεν θα σε κάνει σκληρό.

Ο άνθρωπος, άγγιξε ένα λουλούδι. Τρυπήθηκε.

Μα δεν το πέταξε.

Το κράτησε.

Και τότε άνοιξε, η έκτη πόρτα. ΠΑΡΑΔΟΣΗ.

Πίσω της, υπήρχε ένα άδειο δωμάτιο.

Ο άνθρωπος, κοίταξε γύρω του.

Τι πρέπει να αφήσω εδώ; Ο κηπουρός, κοίταξε το σακί στην πλάτη του.

Ο άνθρωπος κατάλαβε.

Το κατέβασε.

Το άνοιξε.

Μέσα ήταν όλα όσα είχε κουβαλήσει για χρόνια: θυμός, παράπονο, ενοχή, φόβος, ανάγκη να δικαιωθεί.

Τα άφησε όλα στο πάτωμα.

Και ξαφνικά, ένιωσε την πλάτη του ελαφριά.

Μπροστά του, υπήρχε πλέον μόνο μία πόρτα.

Η τελευταία. ΕΙΡΗΝΗ.

Την άνοιξε.

Και βγήκε στην άλλη πλευρά του κήπου.

Εκεί δεν υπήρχαν λουλούδια.

Ούτε δέντρα.

Μόνο ένα παγκάκι, κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Κάθισε.

Για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, δεν ένιωθε την ανάγκη, να αποδείξει τίποτα.

Δεν περίμενε συγγνώμη.

Δεν περίμενε δικαίωση.

Δεν περίμενε να αλλάξει κανείς.

Απλώς ανάσαινε.

Κοίταξε πίσω.

Και τότε κατάλαβε, πως οι επτά πόρτες δεν ήταν επτά διαφορετικοί δρόμοι.

Ήταν ένας, και μοναδικός δρόμος. Η Αλήθεια, τον έκανε να δει. Η Ταπείνωση, τον έκανε να παραδεχτεί. Η Συγχώρεση, τον έκανε να αφήσει. Η Εμπιστοσύνη, τον έκανε να προχωρήσει. Η Αγάπη τον έκανε, να μη σκληρύνει. Η Παράδοση τον έκανε, να αδειάσει τα χέρια του.

Και τότε, η Ειρήνη βρήκε χώρο να μπει.

Ο άνθρωπο γύρισε στον κηπουρό.

Ποιος είσαι; Ο κηπουρός χαμογέλασε.

Αυτός που έψαχνες σε όλες τις πόρτες.

Και γιατί δεν μου το είπες από την αρχή; Γιατί τότε θα γνώριζες μόνο το όνομά Μου.

Έπρεπε να περπατήσεις, για να γνωρίσεις την παρουσία Μου.

Ο άνθρωπος, κοίταξε τον κήπο.

Και τότε κατάλαβε, κάτι ακόμη.

Ο κηπουρός δεν είχε έρθει, να του δείξει έναν δρόμο προς τον Θεό.

Είχε έρθει, να του δείξει πως ολόκληρος ο δρόμος, ήταν ένας τρόπος, να επιστρέψει η καρδιά του στον Θεό.

Και ίσως αυτό, να είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της ζωής: Δεν ανοίγουν όλες οι πόρτες, επειδή είμαστε έτοιμοι να περάσουμε.

Μερικές ανοίγουν, μόνο αφού αφήσουμε πίσω μας, αυτό που δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί.

Και στο τέλος, όταν η καρδιά αδειάσει, από όσα την βαραίνουν, ανακαλύπτουμε, πως η τελευταία πόρτα, δεν ήταν ποτέ κλειδωμένη. Ήταν απλώς μέσα μας. Πηγη: Αιμιλιανος

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences