«Μην τολμήσεις να μου μιλήσεις έτσι για τον αδελφό μου μέσα στο σπίτι μου», φώναξε ο Δημήτρης και χτύπησε την παλάμη του στο τραπέζι τόσο δυνατά, που το ποτήρι με το νερό της Ελένης αναπήδησε. Η κόρη...
«Μην τολμήσεις να μου μιλήσεις έτσι για τον αδελφό μου μέσα στο σπίτι μου», φώναξε ο Δημήτρης και χτύπησε την παλάμη του στο τραπέζι τόσο δυνατά, που το ποτήρι με το νερό της Ελένης αναπήδησε.
Η κόρη μας πάγωσε στην καρέκλα της. Ο Πέτρος, δεκαέξι χρονών πια, κοίταξε κάτω το πιάτο του και έσφιξε το πιρούνι του.
Από το μισάνοιχτο παράθυρο έμπαινε η μυρωδιά από το τσιγάρο του Στέλιου, που κάπνιζε στο μπαλκόνι σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος στο σπίτι. «Δεν είναι μόνο δικό σου σπίτι, Δημήτρη», είπα σιγά.
Η φωνή μου έτρεμε, αλλά όχι από φόβο.
Από εκείνη την κούραση που μαζεύεται μήνες και στο τέλος σε πνίγει. «Το πληρώνουμε μαζί.
Το δάνειο, τη ΔΕΗ, τα κοινόχρηστα, όλα.» «Ο Στέλιος είναι ο αδελφός μου.
Η οικογένειά μου έρχεται πρώτη.» Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως κάτι έσπασε μέσα μου.
Όχι επειδή δεν αγαπούσε τον αδελφό του.
Αυτό θα το καταλάβαινα.
Αλλά επειδή, μπροστά στα παιδιά μας, μου έλεγε καθαρά πως εγώ δεν ήμουν οικογένεια.
Μένουμε στο Χαλάνδρι, σε ένα διαμέρισμα που αγοράσαμε πριν από εννέα χρόνια.
Δεν είναι μεγάλο, ούτε πολυτελές.
Είναι όμως το σπίτι που παλέψαμε να κρατήσουμε όταν ανέβαιναν οι δόσεις, όταν ο Δημήτρης έμεινε για μήνες με λιγότερη δουλειά, όταν εγώ έπιασα απογευματινά σε ένα λογιστικό γραφείο για να βγαίνουν τα φροντιστήρια του Πέτρου και οι δραστηριότητες της Ελένης.
Κάθε μήνα, όταν πληρώνω τη δόση, νιώθω και μια μικρή ανακούφιση.
Άλλος ένας μήνας που δεν χάσαμε αυτό που χτίσαμε. Ο Στέλιος ήρθε αρχές Νοεμβρίου.
Είχε χωρίσει άσχημα με τη γυναίκα του, έμενε σε νοίκι κοντά στην Ομόνοια και, όπως είπε, δεν μπορούσε να το κρατήσει μόνος του.
Ένα βράδυ ο Δημήτρης μπήκε σπίτι με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που έχει ήδη αποφασίσει και απλώς σου ανακοινώνει την απόφαση. «Ο Στέλιος θα μείνει λίγο μαζί μας.
Δυο-τρεις εβδομάδες, μέχρι να σταθεί στα πόδια του.» «Και πού ακριβώς θα μείνει;» τον ρώτησα. «Στο παλιό δωμάτιο των παιδιών.
Τώρα έτσι κι αλλιώς το έχουμε για γραφείο και αποθήκη.» Ο Πέτρος και η Ελένη είχαν πια τα δικά τους μικρά δωμάτια, κι εκείνος ο χώρος είχε γίνει το μέρος όπου διάβαζαν, όπου εγώ έκανα τους λογαριασμούς μας, όπου υπήρχε ο υπολογιστής.
Δεν ήταν ξενώνας.
Αλλά είπα ναι.
Για λίγες εβδομάδες, σκέφτηκα.
Άνθρωπος είναι, περνάει δύσκολα.
Την πρώτη εβδομάδα έκανα μέχρι και παστίτσιο. Ο Στέλιος με φίλησε στο μάγουλο και μου είπε: «Μαρίνα, θα στο ανταποδώσω, στο υπόσχομαι.» Μετά άρχισε να γυρίζει στις δύο και στις τρεις το πρωί.
Άνοιγε την πόρτα χωρίς να προσέχει, μιλούσε δυνατά στο κινητό στον διάδρομο, έβαζε καφέ στις επτά ενώ τα παιδιά κοιμούνταν. Κάποιες Παρασκευές έφερνε δύο φίλους του.
Γέλια, μπίρες, τασάκια γεμάτα στο μπαλκόνι.
Μια φορά βρήκα ένα άδειο μπουκάλι κάτω από το τραπεζάκι της Ελένης.
Η κουζίνα ήταν μόνιμα σαν να είχε περάσει θύελλα.
Πιάτα με ξεραμένα λάδια, ψίχουλα, σακούλες από σουβλάκια.
Δεν αγόραζε ούτε γάλα.
Ούτε ψωμί.
Ούτε μία φορά δεν είπε «να βάλω κάτι για το ρεύμα;». Στην αρχή του μιλούσα ήρεμα. «Στέλιο, σε παρακαλώ, μη φέρνεις κόσμο τόσο αργά.
Τα παιδιά ξυπνάνε το πρωί.» Με κοίταζε με ένα μισό χαμόγελο. «Έλα τώρα, Μαρίνα.
Μία φορά έγινε.» Μία φορά έγινε.
Μετά άλλη μία.
Και άλλη μία.
Όταν το είπα στον Δημήτρη, περίμενα να με ακούσει.
Αντί γι’ αυτό, μου είπε: «Περνάει διαζύγιο.
Δεν βλέπεις σε τι κατάσταση είναι;» «Το βλέπω», απάντησα. «Εσύ βλέπεις σε τι κατάσταση είμαστε εμείς;» Πέρασαν σχεδόν τέσσερις μήνες. Η Ελένη είχε αρχίσει να μη βγαίνει μόνη της από το δωμάτιό της όταν ο Στέλιος είχε παρέα. Ο Πέτρος διάβαζε με ακουστικά, ακόμα κι όταν δεν άκουγε μουσική.
Μια μέρα τον άκουσα να λέει στην αδελφή του: «Μη μιλάς, θα νευριάσει η μαμά και θα γίνει πάλι χαμός.» Αυτό με διέλυσε. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους