«Μην τρομάξεις, σε παρακαλώ. Πρέπει να σου πω κάτι σοβαρό.» Ο Στέλιος στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας χλωμός, με τα κλειδιά ακόμα στο χέρι. Ήταν σχεδόν έντεκα το βράδυ. Εγώ έβαζα φακές στο τάπερ για...
«Μην τρομάξεις, σε παρακαλώ. Πρέπει να σου πω κάτι σοβαρό.» Ο Στέλιος στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας χλωμός, με τα κλειδιά ακόμα στο χέρι.
Ήταν σχεδόν έντεκα το βράδυ.
Εγώ έβαζα φακές στο τάπερ για την επόμενη μέρα και τουρτούριζα από εκείνο το περίεργο προαίσθημα που σε πιάνει πριν σκάσει το κακό.
Τον κοίταξα και πριν προλάβω να μιλήσω, το ξεστόμισε. «Έχω έναν γιο.
Είναι δέκα χρονών.
Και… η μητέρα του πέθανε χθες.» Νόμιζα πως δεν άκουσα καλά.
Γύρισα αργά, με το κουτάλι στο χέρι. «Τι είπες;» Κατέβασε τα μάτια. «Τον λένε Μάριο.» Δεν θυμάμαι πώς άφησα το τάπερ κάτω.
Θυμάμαι μόνο τον θόρυβο όταν έπεσε το καπάκι στο πάτωμα και το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι. «Δέκα χρονών; Δέκα; Δηλαδή σε όλο τον γάμο μας, σε κάθε καφέ με φίλους, σε κάθε Κυριακή στο χωριό, σε κάθε φορά που μου έλεγες ότι εγώ είμαι η οικογένειά σου… εσύ ήξερες ότι έχεις παιδί;» Ο Στέλιος έγνεψε χωρίς να με κοιτάξει.
Αυτό με αποτέλειωσε πιο πολύ κι από τις λέξεις.
Είμαστε παντρεμένοι οκτώ χρόνια.
Έχουμε περάσει ανεργία, λογαριασμούς απλήρωτους, μια αποτυχημένη εξωσωματική που μας άφησε και χρέη και σιωπές.
Κι εγώ πίστευα ότι, όσο κι αν πονέσαμε, τουλάχιστον λέγαμε την αλήθεια ο ένας στον άλλον.
Να που ήμουν χαζή. «Ποια ήταν;» τον ρώτησα. «Και μη μου πεις “παλιά ιστορία” γιατί θα τρελαθώ.» «Η Ειρήνη.
Ήμασταν μαζί λίγο πριν γνωριστούμε.
Χωρίσαμε άσχημα.
Όταν έμεινε έγκυος, μου είπε ότι δεν θέλει τίποτα από μένα.
Μετά… μετά χάθηκα.
Έστελνα λεφτά κάποιες φορές στην αρχή.
Μετά λιγότερο.
Μετά…» «Μετά βόλεψε να το θάψεις.» Δεν απάντησε.
Μόνο έτριψε το μέτωπό του σαν να είχε πονοκέφαλο.
Εκείνη τη στιγμή ήθελα να του ουρλιάξω, να σπάσω πιάτα, να φύγω από το σπίτι με τις παντόφλες.
Αντί γι’ αυτό, έκανα την πιο γελοία ερώτηση. «Και τώρα;» Σήκωσε τα μάτια και πρώτη φορά είδα φόβο αληθινό. «Τώρα δεν έχει κανέναν. Η Ειρήνη πέθανε από ανεύρυσμα. Ξαφνικά.
Η αδερφή της είναι στη Ρόδο και δεν μπορεί να τον κρατήσει.
Με πήραν από το νοσοκομείο.
Πρέπει να πάω να τον πάρω αύριο.» Αύριο.
Σαν να μιλούσε για σακούλες από το σούπερ μάρκετ.
Σαν να μη γκρεμιζόταν το ταβάνι πάνω μου.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.
Άκουγα το ψυγείο να βουίζει και τον Στέλιο να γυρνάει στον καναπέ του σαλονιού.
Σκεφτόμουν τα πάντα.
Ότι με κορόιδευε οχτώ χρόνια.
Ότι εγώ έκλαιγα για το παιδί που δεν ήρθε ποτέ, ενώ υπήρχε ήδη ένα παιδί δικό του κάπου στην Αθήνα και μεγάλωνε χωρίς πατέρα.
Και μαζί μ’ αυτό, όσο κι αν ντρεπόμουν να το παραδεχτώ, σκεφτόμουν κι ένα αγοράκι που είχε χάσει τη μάνα του μέσα σε μια μέρα.
Το επόμενο απόγευμα, όταν άνοιξε η πόρτα, ο Μάριος μπήκε μέσα με ένα μικρό μπλε σακίδιο και μια σακούλα από φαρμακείο.
Αυτό μόνο.
Δέκα χρονών παιδί και όλη του η ζωή σε δύο πράγματα.
Δεν με κοίταξε σχεδόν καθόλου.
Στάθηκε στο χολ και έσφιγγε το λουράκι της τσάντας τόσο δυνατά που άσπρισαν τα δάχτυλά του. Ο Στέλιος είπε χαμηλόφωνα, λες και φοβόταν τον ίδιο του τον ήχο: «Μάριε, αυτή είναι η… η Μαρία.» Η Μαρία.
Όχι “η γυναίκα μου”. Όχι τίποτα.
Ένας ξένος τίτλος για ξένους ανθρώπους.
Έσκυψα λίγο και του είπα: «Θες να φας κάτι; Έχω μακαρόνια.» Με κοίταξε τότε.
Είχε τα μάτια της μάνας του, όπως έμαθα αργότερα από φωτογραφίες που βρήκα στο κινητό του Στέλιου και παραλίγο να τον σκοτώσω. «Η μαμά μου έφτιαχνε με κιμά,» μου είπε ξερά. «Δεν έχω κιμά σήμερα,» ψέλλισα. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους