Όταν άνοιξα την πόρτα εκείνο το πρωί και είδα τη μικρή Δάφνη να στέκεται στο πλατύσκαλο με τις πυτζάμες κάτω από το μπουφάν της, πάγωσα. Κρατούσε ένα ροζ σακίδιο και ένα χαρτί τσαλακωμένο στο χέρι...
Όταν άνοιξα την πόρτα εκείνο το πρωί και είδα τη μικρή Δάφνη να στέκεται στο πλατύσκαλο με τις πυτζάμες κάτω από το μπουφάν της, πάγωσα.
Κρατούσε ένα ροζ σακίδιο και ένα χαρτί τσαλακωμένο στο χέρι. «Γιαγιά, η μαμά είπε να μείνω λίγο μαζί σου», μου είπε και χασμουρήθηκε, σαν να ήταν κάτι απλό.
Άρπαξα το χαρτί.
Δυο γραμμές μόνο. «Μαμά, δεν αντέχω άλλο.
Κράτα τη Δάφνη λίγες μέρες.
Θα σε πάρω. Άννα». Λίγες μέρες.
Αυτές οι δυο λέξεις μου έκαναν το αίμα να παγώσει.
Την πήρα αμέσως τηλέφωνο. Κλειστό. Ξανά. Ξανά. Κλειστό. Ο Στέλιος βγήκε από το μπάνιο σκουπίζοντας το πρόσωπό του και μόλις κατάλαβε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει. «Πάλι τα ίδια; Πάλι δράματα; Εγώ στα έλεγα ότι την είχες καλομάθει». «Σώπα, παιδί κοιμάται σχεδόν όρθιο!» του φώναξα. Η Δάφνη με κοίταζε με εκείνα τα μεγάλα μάτια, χωρίς να μιλάει.
Την πήρα αγκαλιά και ένιωσα ότι έτρεμε.
Όχι από κρύο.
Από κάτι άλλο, πιο βαθύ.
Από ανασφάλεια ίσως.
Από φόβο που ένα παιδί δεν ξέρει να περιγράψει.
Εκείνη τη μέρα δεν πήγα στη δουλειά.
Δούλευα καθαρίστρια σε δυο σπίτια στην Κυψέλη και πήρα τηλέφωνο με ντροπή να πω ότι είχα έκτακτο οικογενειακό θέμα.
Μέχρι το μεσημέρι είχα ήδη πάρει νοσοκομεία, αστυνομία, δυο φίλες της Άννας, τον παιδικό σταθμό όπου δούλευε παλιά, ακόμα και τον ιδιοκτήτη του μικρού διαμερίσματος που νοίκιαζε στο Παγκράτι.
Κανείς δεν ήξερε τίποτα.
Ο ιδιοκτήτης μόνο μου πέταξε μια φράση που ακόμα μου τρυπάει το κεφάλι. «Τον τελευταίο μήνα ήταν σαν χαμένη.
Δεν μιλούσε.
Το νοίκι το είχε καθυστερήσει δυο φορές». Το βράδυ, ο Στέλιος άνοιξε την τηλεόραση λες και δεν καιγόταν ο κόσμος. «Θα γυρίσει όταν της τελειώσουν τα λεφτά», είπε ψυχρά.
Τον κοίταξα και δεν τον γνώρισα. «Μιλάς για την κόρη σου». «Μιλάω για μια γυναίκα τριάντα τεσσάρων χρονών που άφησε το παιδί της στην πόρτα μας και χάθηκε». Εκεί ξεκίνησε ο πόλεμος μας.
Όχι με φωνές μόνο.
Με βλέμματα, με σιωπές, με πόρτες που έκλειναν δυνατά.
Εκείνος έλεγε ότι η Άννα ήταν ανεύθυνη.
Εγώ έλεγα ότι κάτι σοβαρό της συνέβαινε.
Εκείνος επέμενε πως αν της είχα βάλει όρια από μικρή, δεν θα έφτανε εδώ.
Κι εγώ του πέταξα κατάμουτρα αυτό που κρατούσα χρόνια. «Όρια; Εσύ δεν της μιλούσες ποτέ χωρίς να την κρίνεις». Σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα. «Και εσύ την έκρυβες πάντα κάτω από την ποδιά σου!» Η Δάφνη ήταν στο δίπλα δωμάτιο.
Και παρ’ όλα αυτά, δεν σταματήσαμε.
Αυτό με πονάει ακόμα.
Τις επόμενες μέρες έψαχνα την Άννα σαν τρελή.
Πήγα από το σπίτι της.
Μέσα επικρατούσε εκείνη η ακαταστασία που δεν είναι απλώς ακαταστασία.
Κούπες άπλυτες, ρούχα στον καναπέ, λογαριασμοί ανοιγμένοι, ένα ψυγείο σχεδόν άδειο.
Στο κομοδίνο βρήκα κουτιά από χάπια. Αντικαταθλιπτικά.
Έκατσα στο κρεβάτι της και μου κόπηκαν τα πόδια.
Δεν ήξερα τίποτα.
Η κόρη μου έπαιρνε χάπια και εγώ δεν ήξερα τίποτα.
Άνοιξα το συρτάρι και βρήκα ένα τετράδιο.
Δεν ήταν ημερολόγιο ακριβώς.
Ήταν σκόρπιες φράσεις, γραμμένες πρόχειρα. «Δεν θέλω να σηκωθώ.» «Όλοι νομίζουν ότι βαριέμαι, αλλά εγώ βουλιάζω.» «Η μαμά θα ανησυχήσει, ο μπαμπάς θα πει ότι υπερβάλλω, οπότε σωπαίνω.» Εκεί έσπασα. Κυριολεκτικά.
Έβαλα το τετράδιο στην αγκαλιά μου και άρχισα να κλαίω με ήχο, άσχημα, σαν παιδί.
Η γειτόνισσα από απέναντι με άκουσε και ήρθε στην πόρτα. «Κυρία Ελένη; Να φέρω λίγο νερό;» Ντράπηκα, αλλά δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω.
Όταν το είπα του Στέλιου, αντί να λυγίσει, αγρίεψε περισσότερο. «Και γιατί δεν μας είπε;» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους