«Από τον επόμενο μήνα θα μου δίνεις τετρακόσια για το νοίκι και τα μισά από ΔΕΗ, νερό, σούπερ μάρκετ. Να ξέρουμε τι μας γίνεται, Μαρία». Τον κοίταξα κρατώντας τον γιο μας στην αγκαλιά, ακόμη με το...
«Από τον επόμενο μήνα θα μου δίνεις τετρακόσια για το νοίκι και τα μισά από ΔΕΗ, νερό, σούπερ μάρκετ.
Να ξέρουμε τι μας γίνεται, Μαρία». Τον κοίταξα κρατώντας τον γιο μας στην αγκαλιά, ακόμη με το βραχιολάκι του μαιευτηρίου περασμένο στο χέρι μου.
Νόμιζα πως δεν άκουσα καλά.
Είχα γυρίσει σπίτι πριν από δυο ώρες.
Πονούσα από τη γέννα, τα ράμματα με τραβούσαν, το στήθος μου είχε πετρώσει από το γάλα, και το μόνο που ήθελα ήταν να κάτσω λίγο στον καναπέ και να κλάψω ήσυχα από εξάντληση.
Κι εκείνος στεκόταν απέναντί μου με το κινητό στο χέρι, σαν να μου ανακοίνωνε όρους συνεργασίας. «Στέλιο, τι λες;» του ψιθύρισα. «Μόλις ήρθαμε σπίτι με το παιδί μας». «Και;» είπε ξερά. «Τώρα έχουμε περισσότερα έξοδα.
Πρέπει να υπάρχει τάξη.
Δεν γίνεται να τα πληρώνω όλα εγώ». Δεν ήταν ότι δεν δούλευα.
Δούλευα μέχρι τον όγδοο μήνα σε ένα λογιστικό γραφείο στον Κολωνό, μέχρι που ο γιατρός μού είπε να σταματήσω γιατί είχα συσπάσεις.
Είχα βγει σε άδεια μητρότητας και ήξερα ότι τα χρήματά μου θα μειώνονταν.
Τα είχαμε συζητήσει αυτά.
Ή έτσι πίστευα.
Τις πρώτες μέρες προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν κουρασμένος, αγχωμένος, χαμένος όπως κι εγώ.
Έλεγα, θα στρώσει.
Όταν όμως έβγαλε ένα τετράδιο κουζίνας και άρχισε να γράφει πάνω πάνω «Κοινά Έξοδα», κάτι μέσα μου έσπασε λίγο. «Πήρα πάνες, 18,40», έλεγε. «Στέλιο...» «Πήρες μαντιλάκια από το φαρμακείο, 6,80. Να τα περνάμε όλα.
Είναι δίκαιο». Δίκαιο.
Αυτή η λέξη με κυνηγάει ακόμη.
Τα βράδια θήλαζα με τα μάτια μισόκλειστα κι εκείνος καθόταν στην άκρη του τραπεζιού με κομπιουτεράκι.
Αν το παιδί έκλαιγε πολύ και του έλεγα «μπορείς να τον κρατήσεις λίγο να κάνω ένα ντους;», μου απαντούσε «σε δέκα λεπτά, να τελειώσω πρώτα». Μια μέρα γύρισε από τη δουλειά και μου είπε σχεδόν ενοχλημένος: «Δεν μπήκαν τα διακόσια που είπαμε για αυτόν τον μήνα». Τον κοίταξα σαν ξένο. «Ποια διακόσια; Παίρνω τα μισά χρήματα τώρα.
Τα περισσότερα πάνε σε πράγματα για το μωρό.
Και, συγγνώμη, μιλάς σοβαρά;» Σήκωσε τους ώμους. «Εγώ, Μαρία, έτσι ξέρω.
Όποιος μένει σε σπίτι, συμμετέχει.
Δεν είμαι τράπεζα». Εκεί θόλωσα.
Όχι από θυμό μόνο.
Από ταπείνωση.
Από εκείνο το παγωμένο συναίσθημα ότι δεν ήμουν γυναίκα του πια, ούτε μητέρα του παιδιού του.
Ήμουν συγκάτοικος με οφειλές.
Του είπα ήρεμα, όσο μπορούσα. «Δεν σου ζητάω να με συντηρείς.
Σου ζητάω να φερθείς σαν οικογένεια.
Γέννησα πριν λίγες μέρες.
Δεν μπορώ να ακούω συνέχεια για ποσά και αποδείξεις». Γέλασε νευρικά. «Α, τώρα έγινα κακός επειδή θέλω οργάνωση; Αν δεν σου αρέσει, πες το καθαρά». Αυτό το «αν δεν σου αρέσει» έμεινε στον αέρα σαν απειλή.
Το είπα στη μάνα μου στο τηλέφωνο και σιώπησε για λίγο.
Μετά άκουσα μόνο μια ανάσα βαριά. «Κορίτσι μου, κάτι δεν πάει καλά εκεί μέσα», μου είπε.
Δεν ήθελα να το παραδεχτώ.
Για εβδομάδες προσπαθούσα.
Του άφηνα σημειώματα, του έφτιαχνα καφέ, του έλεγα να φάμε μαζί όταν κοιμόταν το μωρό.
Μια νύχτα, μάλιστα, του έπιασα το χέρι και του είπα χαμηλά: 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους