«Δεν θα μπεις πάλι εδώ και θα κάνεις το σπίτι ξενώνα, Ιωάννα. Δεν γίνεται άλλο.» Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που άκουσα πριν καν αφήσω κάτω τη μικρή βαλίτσα. Ο γιος μου κρατούσε το μανίκι μου. Η μικρή...
«Δεν θα μπεις πάλι εδώ και θα κάνεις το σπίτι ξενώνα, Ιωάννα.
Δεν γίνεται άλλο.» Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που άκουσα πριν καν αφήσω κάτω τη μικρή βαλίτσα.
Ο γιος μου κρατούσε το μανίκι μου.
Η μικρή είχε αποκοιμηθεί στον ώμο μου μέσα στο ταξί.
Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα, έξω έβρεχε ψιλά, κι εγώ στεκόμουν στην πόρτα του πατρικού μου στα Πατήσια σαν να ήμουν δεκαεπτά χρονών και με είχαν πιάσει να λέω ψέματα.
Ο πατέρας μου δεν απάντησε αμέσως.
Πήρε μόνο τη βαλίτσα από το χέρι μου και είπε χαμηλά: «Τα παιδιά μέσα πρώτα.
Τα υπόλοιπα μετά.» Η Δέσποινα, η γυναίκα του, έκανε στην άκρη, αλλά το πρόσωπό της είχε σκληρύνει.
Δεν την αδικούσα εντελώς.
Την τελευταία δεκαετία είχα γυρίσει πίσω άλλες δυο φορές.
Μία μετά τον γάμο μου με τον Σταμάτη, όταν μάθαμε ότι χρωστούσε παντού και εξαφανιζόταν μέρες.
Και μία μετά τον Ανδρέα, που έπινε, φώναζε και έσπαγε πράγματα χωρίς να με χτυπάει ποτέ, λες και αυτό έπρεπε να με παρηγορεί.
Τώρα ήταν ο Μιχάλης.
Ο «ήσυχος», ο «σοβαρός», ο άνθρωπος που έλεγα πως επιτέλους θα μας νοικοκυρέψει.
Μέχρι που ένα απόγευμα, μπροστά στα παιδιά, μου είπε: «Δεν αντέχω άλλο τα δράματά σου.
Πάρε τα πράγματά σου και φύγε.» Δεν ούρλιαξα.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Μάζεψα ρούχα, βιβλιάρια, τα φάρμακα της μικρής, και έφυγα σαν να ήταν προγραμματισμένο.
Εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε όλοι στριμωγμένοι στο μικρό δωμάτιο που είχε μείνει σαν αποθήκη.
Η μικρή ξύπνησε δύο φορές και ζητούσε νερό.
Ο γιος μου δεν μίλαγε καθόλου.
Μόνο κοίταζε το ταβάνι.
Το πρωί, η Δέσποινα χτυπούσε δυνατά τα ντουλάπια στην κουζίνα. «Εγώ δεν λέω να πεταχτούν τα παιδιά στον δρόμο», είπε χωρίς να με κοιτάει. «Αλλά εδώ δεν είμαστε ξενοδοχείο.
Ούτε φιλανθρωπικό ίδρυμα.» Ο πατέρας μου άφησε την εφημερίδα στο τραπέζι. «Είναι κόρη μου.» «Και; Αυτό σβήνει τα πάντα; Τα νοίκια, τους λογαριασμούς, το σούπερ μάρκετ; Εγώ δουλεύω ακόμα για να βγαίνει το σπίτι.
Εσύ με τη σύνταξη ίσα που φτάνεις.
Ποιος θα τα πληρώσει όλα αυτά;» Ήθελα να ανοίξει η γη. Να μην ακούω.
Να μην υπάρχω για πέντε λεπτά. «Θα βρω δουλειά», ψιθύρισα. Η Δέσποινα γύρισε απότομα. «Πότε; Αφού κάθε φορά λες το ίδιο.
Και κάθε φορά καταλήγουμε πάλι εδώ.» Εκεί πόνεσα πραγματικά.
Γιατί ήταν σκληρό, αλλά δεν ήταν ψέμα.
Ο πατέρας μου σηκώθηκε τόσο απότομα που έτριξε η καρέκλα. «Φτάνει.
Δεν θα την ξεφτιλίζεις μπροστά στα παιδιά.» Ο γιος μου τότε έβαλε τα κλάματα.
Όχι δυνατά.
Εκείνο το πνιχτό κλάμα που σε κόβει στα δυο. «Μαμά, θα φύγουμε πάλι;» Κανείς δεν μίλησε για λίγα δευτερόλεπτα.
Ακούγονταν μόνο τα αμάξια από την Πατησίων και το κουτάλι της Δέσποινας που χτύπησε κατά λάθος στην κούπα.
Εκεί κατάλαβα ότι το θέμα δεν ήμουν μόνο εγώ.
Ήταν αυτά τα δύο παιδιά που είχαν μάθει να μαζεύουν βιαστικά τα πράγματά τους λες και αυτό ήταν φυσιολογικό.
Τις επόμενες μέρες έγινε ένα σπίτι γεμάτο νεύρα. Η Δέσποινα μετρούσε τα πάντα.
Πόσα γάλατα άνοιξαν, πόσα πλυντήρια μπήκαν, πόσο ρεύμα καίγαμε με το κλιματιστικό.
Ο πατέρας μου έκανε πως δεν βλέπει, αλλά κάθε βράδυ κάπνιζε στο μπαλκόνι παρότι ο γιατρός τού το είχε κόψει. Μια Κυριακή, αφού τα παιδιά κοιμήθηκαν, κάτσαμε και οι τρεις στο σαλόνι.
Δεν είχε τηλεόραση.
Δεν είχε τίποτα να μας σώσει. Η Δέσποινα μίλησε πρώτη. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους