ΠΆΜΕ ΠΆΛΙ ΣΤΟ ΠΑΓΚΡΆΤΙ Το πατρικό μου ήταν στην Νικηφορίδη 21-23 ακριβώς απέναντι απ το σινέ Λάουρα. Εκεί που απ το μπαλκόνι μας είχα δει εκατοντάδες ταινίες στην εφηβεία μου. Και μαζί πολλά...
ΠΆΜΕ ΠΆΛΙ ΣΤΟ ΠΑΓΚΡΆΤΙ Το πατρικό μου ήταν στην Νικηφορίδη 21-23 ακριβώς απέναντι απ το σινέ Λάουρα.
Εκεί που απ το μπαλκόνι μας είχα δει εκατοντάδες ταινίες στην εφηβεία μου.
Και μαζί πολλά φιλαράκια μου.
Η συγχωρεμένη η μάνα μου όταν έρχονταν φίλοι για να με πάρουν να κατεβούμε καμία βόλτα στου Λέντζου η σε κάποιο κουτούκι της Καισαριανής, άρχιζε... "Δεν κάθεστε εδώ παιδάκια μου να σας φτιάξω και μια μακαρονάδα, να δείτε και μια ωραία ταινία που έχει απέναντι η Λάουρα". Ήταν η καλύτερη της, για να έχει το κεφάλι της ήσυχο και να μην έχει την αγωνία μήπως μπλέξω και γυρίσω τίποτα μεσάνυχτα.
Οι φίλοι μου συνήθως προτιμούσαν να φάνε τζάμπα μακαρονάδα και να γλυτώσουν και το εισιτήριο κάποιου άλλου παγκρατιώτικου σινεμά, που ίσως να καταλήγαμε... Ο πατέρας μου πάλι ήταν πιο χαλαρός σ αυτά. "Άστα παιδιά να κάνουν ότι τους αρέσει", έλεγε.
Μετά από κάποιες φόρες λοιπόν που είχα ντυθεί, στολιστεί και ετοιμαστεί για έξοδο και τελικά κατέληγα να βλέπω ταινία απ το μπαλκόνι μου, είχα πει στους φίλους να μην ανεβαίνουν και να με περιμένουν στην γωνία κάτω... Όλα αυτά μέχρι τα 23 μου που απολύθηκα απ το ναυτικό και θέλησα να αυτονομηθώ.
Αφού αμέσως έπιασα δουλειά κι είχα δικό μου γεμάτο πορτοφόλι, νοίκιασα μια πανέμορφη ρετιρέ γκαρσονιέρα στον 6ο όροφο, στην Φρύνης.
Ήταν στο τετράγωνο ανάμεσα Δαμάρεως και Φιλολάου.
Είχε μια μεγάλη βεράντα με τέντες, που την είχα κάνει σαν ωραίο κήπο με τα τραπεζοκαθίσματα της, αλλά και αρκετά ευρύχωρη μέσα.
Την είχα διακοσμήσει με ότι καλύτερο υπήρχε τότε σε νεανικό στυλ επίπλου απ το κατάστημα ΈΠΙΠΛΟ, αλλά και με στερεοφωνικό, έγχρωμη τηλεόραση κι ότι καινούργιο από λεύκες ηλεκτρικές συσκευές κλπ.
Ωστόσο είχα φροντίσει να μην απέχει και παρά πολύ απ το πατρικό, ώστε κάποια άπλυτα και τάπερ να πηγαινοέρχονται... Α... όλα κι όλα, αυτονομία μεν αλλά και η μητρική φροντίδα δεν μου έλειπε.
Και με βόλευε κιόλας, για να μην λέω ψέματα, μιας και δούλευα τότε πάρα πολύ.
Το μεγάλο πρόβλημα όμως ήταν το πάργκινγκ, για το πρώτο μεταχειρισμένο σαραβαλάκι που αγόρασα.
Πού να βρεις χώρο στην Φρύνης, στην Δαμάρεως, στην Χρεμωνίδου και στα γύρω στενά, ειδικά το βράδυ που είχαν γυρίσει όλοι.
Μια το άφηνα στον Προφήτη Ηλία, μια το άφηνα στου Δεληολάνη και πιο πάνω.
Σε σημείο που αρκετές φόρες το πρωί στεκόμουν σκεπτικός και προσπαθούσα να θυμηθώ που μπορεί να το είχα αφήσει.
Πόσες φόρες δεν πίστεψα πως μου το είχαν κλέψει η είχα περπατήσει άδικα σε μέρη που δεν ήταν όμως εκεί.
Ειδικά αν είχα πιει κιόλας κανένα ποτηράκι από βραδύς, άντε μετά να θυμηθείς που μπορεί να είναι... Το πρόβλημα εν μέρη λύθηκε για ένα διάστημα, όταν έκανα μια γνωριμία ακριβώς απέναντι σε ένα μαγαζάκι που είχε ένα νεανικό ζευγάρι, με καφέδες, ντόνατς, σφολιάτες κλπ.
Ψώνιζα καθημερινά από εκεί, έγιναν φίλες και η κοπέλα μου με την κοπέλα που το είχε και μου πρότειναν να το ανεβάζω στο πεζοδρόμιο και να το βάζω στο υπόστεγο μπροστά στο μαγαζί τους.
Αυτοί είχαν μοτοσυκλέτα έτσι κι αλλιώς.
Τότε βέβαια δεν υπήρχαν (ευτυχώς) αυτά τα κιγκλιδώματα που έβαλε μετά ο Αβραμόπουλος και βλαστημάς να περάσεις απέναντι η όταν παρκάρεις δεν χωράει να ανοίξει η πόρτα σου να βγεις.
Έτσι κατάφερνα να ανεβάζω το σαραβαλάκι στο πεζοδρόμιο και να γλυτώνω το ψάξιμο.
Κάποιοι στην γειτονιά ίσως νόμιζαν πως το είχαν τα παιδιά του μαγαζιού κι έτσι δεν μου είχε κάνει κανείς παρατήρηση (από ζήλεια) που το έβαζα εκεί.
Είχε όμως και τις χάρες της αυτή η περιοχή.
Ότι ώρα ήθελες κατέβαινες προς το Άλσος κι έβρισκες περίπτερο η παγωτό στις 4 η ώρα τα ξημερώματα.
Έκανες όλες τις δουλειές σου με τα πόδια (τράπεζες, ψώνια, ταχυδρομεία κλπ.). Πήγαινες στον Λέντζο η στο Άλσος για καφέ.
Ακόμα κάποιες φορές κατηφόριζες και στο Ζάππειο και περνώντας το πάρκο έφτανες στο κέντρο, στον ίδιο χρόνο που θα έκανε και το τρόλλευ (ειδικά όταν του έβγαιναν και τα κέρατα απ τα καλώδια)... Όλα ήταν τόσο κοντά και τόσο βολικά.
Κατηφόριζα στα μαγαζιά της Χρεμωνίδου, που αρκετά απ αυτά τα είχαν φίλες και φίλοι μου και με τραβούσαν μέσα για να κεράσουν καφέ και να μου δείξουν την καινούργια κολλεξιόν που έφεραν. Το Παγκράτι ήταν πάντα γεμάτο, πολύβουο, ζωηρό, φωτεινό, έγχρωμο, θορυβώδες, αλλά και τόσο φιλικό και ασφαλές σαν περιβάλλον.
Όταν λοιπόν με ρωτούν ποιά είναι η πατρίδα σου, η πρώτη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό δεν είναι ούτε η Ελλάδα, ούτε η Αθήνα, αλλά το Παγκράτι και μετά όλα τ αλλά... Και παρότι τα τελευταία αρκετά χρόνια μένω πια στην Ηλιούπολη, βρίσκομαι ωστόσο καθημερινά στο Παγκράτι για περίπατο, για καφέ, για ψώνια, για δουλειές, ραντεβού η επίσκεψη στην κόρη μου που μένει εκεί.
Άλλωστε δεν απέχω περισσότερο από 2.5 Km. Στην Πλατεία Πρόσκοπων πίνω συνήθως τον απογευματινό μου καφέ.
Είναι πολύ μεγάλη αγάπη το Παγκράτι και δεν ξεπερνιέται.
Είναι τα παιδικά μου χρόνια, η εφηβεία μου, τα νιάτα μου, οι αναμνήσεις μου, οι πρώτοι έρωτες, τα πρώτα καρδιοχτύπια, οι πρώτες μου επαγγελματικές αναζητήσεις κλπ.
Κάποτε στην δεκαετία 90 είχα και μια μουσική σκηνή στην Πλατεία Πλαστήρα, πίσω απ το Παναθηναικό Στάδιο, την ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ.
Όλα είναι εκεί κι εκεί θα παραμείνουν.
Δεν είμαι άλλωστε ο μοναδικός.
Έχω πολλούς παλιούς φίλους Παγκρατιώτες, που ενώ μένουν ακόμα πιο μακριά, στη Γλυφάδα, στον Πειραιά, στο Χαλάνδρι κι άλλου, έρχονται τακτικά στο Παγκράτι για βόλτα, ψώνια και καφέ.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους