[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Συμβάλλοντας στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου των μαθητών μας Με σκοπό να διευρύνει το λεξιλόγιο των μαθητών, ο Χρυσόστομος Π. Ρουσής (πρώην διευθυντής σχολείων Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Συμβάλλοντας στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου των μαθητών μας Με σκοπό να διευρύνει το λεξιλόγιο των μαθητών, ο Χρυσόστομος Π. Ρουσής (πρώην διευθυντής σχολείων Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης) συγκεντρώνει και παρουσιάζει μια λίστα με 300 χρήσιμες λέξεις αντλημένες από τις εφημερίδες «Ο Φιλελεύθερος» και «Το Βήμα». Οι λέξεις αυτές – ουσιαστικά, επίθετα, ρήματα, επιρρήματα – παρουσιάζονται κατά αλφαβητική σειρά. τις κατανοούμε όταν τις ακούμε ή τις διαβάζουμε, αλλά δεν τις χρησιμοποιούμε στον καθημερινό προφορικό και γραπτό μας λόγο.

Για την καλύτερη κατανόηση και σωστή χρήση τους, οι λέξεις - μαζί με την ερμηνεία τους από το Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας και την ΤΝ — παρουσιάζονται μέσα σε επιλεγμένες προτάσεις, συνοδευόμενες από τις αντίστοιχες αγγλικές: αναζωπύρωση (resurgence) 1. το ξαναφούντωμα τής φωτιάς: Οι αναζωπυρώσεις δυσχεραίνουν το έργο της πυροσβεστικής. 2. η αναβίωση: «Η αναζωπύρωση τού εθνικισμού/ ρατσισμού στην Ευρώπη είναι επικίνδυνη». ΑΝΤ. εξασθένηση. αναλγησία (heartleeness, ruthlessness) απονιά, ασπλαχνία, σκληρότητα: Στο θέμα της ακρίβειας, οι πολίτες κατηγορούν την κυβέρνηση για αναλγησία.

ΑΝΤ. ευσπλαχνία. αναχαίτιση (deterrence) (μτφ.) συγκράτηση: η αναχαίτιση της ακρίβειας/της ανεργίας/του κινδύνου/της ξενοφοβίας.

ΑΝΤ. προώθηση, ενθάρρυνση. απαξίωση (depreciation) υποβάθμιση της αξίας προσώπου ή θεσμού: «Το σαθρό πολιτικό σύστημα επέφερε την απαξίωση των πολιτών προς τους πολιτικούς». ΑΝΤ. καταξίωση, αναγνώριση. αποδοκιμασία (disapproval) 1. εκδήλωση δυσαρέσκειας με φωνές, χειρονομίες: η αποδοκιμασία του διαιτητή. 2. απόρριψη, επίκριση: Ο κόσμος εξέφρασε αποδοκιμασία για τους πολιτικούς που ενεπλάκησαν στο σκάνδαλο με τα διαβατήρια.

ΑΝΤ. επιδοκιμασία. αποδόμηση (deconstruction) απορρύθμιση, αποδιοργάνωση. (αποδομώ = διαλύω): «Οι άστοχες μεταρρυθμίσεις οδήγησαν στην αποδόμηση τού δημόσιου σχολείου». ΑΝΤ. δόμηση, σύνθεση. αποκλιμάκωση (de-escalation) μείωση της έντασης: Προς αποκλιμάκωση/εκτόνωση οδεύει η κατάσταση στο Αιγαίο και γενικότερα στην ανατολική Μεσόγειο.

ΑΝΤ. κλιμάκωση, αύξηση της έντασης. αποστασιοποίηση (indifference) το να κρατάμε ουδέτερη στάση: «Οι μίζες και η διαπλοκή οδηγούν τους νέους στην αποστασιοποίηση και απαξίωση τής πολιτικής». ΑΝΤ. συσπείρωση. αριβίστας (social, climber) καιροσκόπος, τυχοδιώκτης, κοινωνικός αναρριχησίας: Κύπριοι αριβίστες και επαγγελματίες της πολιτικής.

ΑΝΤ. τίμιος, αξιοκρατικός. αρμοδιότητα (judicial power) νόμιμη εξουσία, δικαιοδοσία: Δεν έχω αρμοδιότητα για/σε κάτι (ή να κάνω κάτι). Τo θέμα εμπίπτει στην αρμοδιότητα τής υπουργού Παιδείας.

ΑΝΤ. αναρμοδιότητα. αρωγός (helper) βοηθός, συμπαραστάτης, αυτός που προσφέρει βοήθεια: Είμαι πολύτιμος αρωγός στις σπουδές των εγγονών μου. - Ας σταθούμε αρωγοί στην ανάγκη για αξιοκρατία, ώστε τα εγγόνια μας να ζήσουν και να δημιουργήσουν στην Κύπρο, και όχι στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Παρεμπιπτόντως, νοσταλγώ την «αξιοκρατία» που έζησα το 1955, όταν ήμουν «άριστος» μαθητής του Ελληνικού Γυμνασίου Πάφου. ΑΝΤ. εχθρός, εμποδιστικός.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences