[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Διαβάζοντας την υπόθεση της Pizza Fan, κόλλησα σε κάτι που προσωπικά βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρον από τα εκατομμύρια που φέρονται να απέκρυψαν. Στο πώς μπορεί να λειτουργούσε επιχειρησιακά όλο αυτό το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Διαβάζοντας την υπόθεση της Pizza Fan, κόλλησα σε κάτι που προσωπικά βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρον από τα εκατομμύρια που φέρονται να απέκρυψαν.

Στο πώς μπορεί να λειτουργούσε επιχειρησιακά όλο αυτό το πράγμα.

Γιατί αν ισχύουν όσα περιγράφονται στη δικογραφία, δεν μιλάμε για τον κλασικό επιχειρηματία που δεν κόβει μερικές αποδείξεις για να βάλει πέντε φράγκα παραπάνω στην τσέπη.

Μιλάμε για έναν μηχανισμό που φέρεται να είχε σχεδιαστεί, οργανωθεί και ενσωματωθεί στην καθημερινή λειτουργία ενός τεράστιου δικτύου καταστημάτων.

Ας δούμε λίγο τη λογική του, γιατί έχει πραγματικό επιχειρηματικό ενδιαφέρον.

Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιευτεί, το κεντρικό σύστημα παραγγελιοληψίας διατηρούσε τις πραγματικές παραγγελίες, ενώ ένας ειδικός αλγόριθμος επέτρεπε σε επιλεγμένες συναλλαγές με μετρητά να ολοκληρώνονται ως «κέρασμα», χωρίς να εκδίδεται φορολογική απόδειξη.

Δηλαδή ο πελάτης παράγγελνε, το κατάστημα ετοίμαζε την παραγγελία, ο διανομέας την παρέδιδε, ο πελάτης πλήρωνε, αλλά για την εφορία η συγκεκριμένη πώληση δεν υπήρξε ποτέ.

Μέχρι εδώ, καταλαβαίνουμε τη φοροδιαφυγή.

Το ενδιαφέρον ξεκινάει μετά.

Γιατί όταν λειτουργείς ένα δίκτυο franchise, δεν μπορείς να αφήσεις τον κάθε υπάλληλο ή τοπικό επιχειρηματία να πατάει ένα κουμπί «κέρασμα» και να εξαφανίζει πωλήσεις ανεξέλεγκτα.

Αύριο το πρωί θα έχεις τον μισό πραγματικό τζίρο στην τσέπη των υπαλλήλων σου και δεν θα ξέρεις τι σου γίνεται.

Για να λειτουργήσει αυτό σε τέτοια κλίμακα, πρέπει κάποιος να γνωρίζει ακριβώς πόσες παραγγελίες πραγματοποιήθηκαν, πόσα χρήματα εισπράχθηκαν, πόσα εμφανίστηκαν επίσημα και ποιος οφείλει τι σε ποιον.

Με απλά λόγια, χρειάζεσαι δύο οικονομικές πραγματικότητες.

Μία επίσημη και μία εσωτερική.

Η επίσημη περιλαμβάνει αποδείξεις, δηλωμένο τζίρο, ΦΠΑ, φορολογικά αποτελέσματα και λογιστικές υποχρεώσεις.

Η δεύτερη παρακολουθεί τις πραγματικές πωλήσεις, τις πραγματικές εισπράξεις και τα ποσά που δεν εμφανίζονται πουθενά φορολογικά.

Κάπου ανάμεσα πρέπει να υπάρχει και διαδικασία εσωτερικού διακανονισμού.

Ποιος κράτησε τα χρήματα, πόσα δικαιούται και πόσα πρέπει να παραδώσει.

Και εδώ δεν κάνουμε απλώς υποθέσεις στον αέρα.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η αστυνομική έρευνα περιγράφει κεντρική παρακολούθηση των πραγματικών παραγγελιών, υπολογισμό των αποκρυπτόμενων ποσών και συναντήσεις στις οποίες φέρονται να παραδίδονταν μετρητά.

Πάμε τώρα στο franchise, γιατί εκεί γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Ένα franchise κατάστημα συνήθως αποτελεί ξεχωριστή επιχείρηση, με δικό του ΑΦΜ, λειτουργικά έξοδα, προσωπικό και οικονομικές υποχρεώσεις.

Αν όμως ο franchisor ελέγχει την παραγγελιοληψία, το λογισμικό, μεγάλο μέρος της εμπορικής λειτουργίας και ενδεχομένως την τροφοδοσία, τότε έχει τεράστια δυνατότητα παρακολούθησης της δραστηριότητας των καταστημάτων.

Αν υποθέσουμε ότι και οι τοπικοί επιχειρηματίες συμμετείχαν συνειδητά, όπως φέρονται να υποστηρίζουν οι αρχές για σημαντικό αριθμό καταστημάτων, αρχίζει να σχηματίζεται ένα μοντέλο αμοιβαίου οικονομικού συμφέροντος.

Ο franchisee ωφελείται από την απόκρυψη πωλήσεων, η κεντρική διοίκηση φέρεται να εισπράττει ποσοστό επί των αδήλωτων εσόδων και όλοι έχουν λόγο να διατηρείται η λειτουργία του μηχανισμού.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε franchisee γνώριζε ή συμμετείχε.

Η οικονομική εξάρτηση, οι πιέσεις και ο φόβος απώλειας της επιχείρησης μπορούν επίσης να εξηγήσουν γιατί κάποιος δεν αντιδρά.

Και μετά έρχεται το αγαπημένο μου κομμάτι.

Τα logistics.

Μια πίτσα που πουλήθηκε χωρίς απόδειξη εξακολουθεί να χρειάζεται αλεύρι, τυρί, σάλτσα, αλλαντικά, κουτί, ενέργεια και εργατοώρες.

Αυτά δεν εξαφανίζονται επειδή πατήσαμε «κέρασμα». Οπότε πώς διαχειρίζεσαι τις αποκλίσεις μεταξύ των πραγματικών αναλώσεων και των δηλωμένων πωλήσεων; Εδώ μπαίνουμε πλέον στη θεωρία.

Αν υπάρχει κεντρικά ελεγχόμενη εφοδιαστική αλυσίδα, η διοίκηση μπορεί να γνωρίζει τις πραγματικές ανάγκες κάθε καταστήματος από τον όγκο των παραγγελιών του.

Αν παράλληλα γνωρίζει και το ποσοστό των πωλήσεων που δεν εμφανίζονται φορολογικά, έχει ουσιαστικά τη δυνατότητα να παρακολουθεί ολόκληρη την επιχειρησιακή εικόνα, ακόμη κι αν η λογιστική παρουσιάζει μια διαφορετική πραγματικότητα.

Δεν χρειάζεται απαραίτητα να συμμετέχουν οι προμηθευτές, ούτε να είναι όλες οι αγορές μαύρες.

Η απόκρυψη πωλήσεων δημιουργεί έτσι κι αλλιώς αποκλίσεις στο food cost.

Το ερώτημα είναι πώς αυτές αντιμετωπίζονταν, πώς ελέγχονταν οι αναλώσεις και αν υπήρχε κάποια μορφή κεντρικής διαχείρισης που περιόριζε την έκθεση των καταστημάτων.

Αυτό δεν έχει αποδειχθεί και είναι ένα από τα στοιχεία που θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον να προκύψουν από την έρευνα.

Και κάπου εδώ αρχίζω να σκέφτομαι και την τιμολογιακή πολιτική. Η Pizza Fan έχει συνδέσει την εμπορική της εικόνα με ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές και προσφορές.

Προφανώς οι χαμηλές τιμές μπορούν να προκύπτουν απολύτως νόμιμα από οικονομίες κλίμακας, κεντρικές προμήθειες, παραγωγικότητα και περιορισμένα περιθώρια κέρδους.

Αλλά ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας.

Τι συμβαίνει αν ένα δίκτυο διαθέτει, πέρα από τα κανονικά του οικονομικά πλεονεκτήματα, και μια συστηματική πηγή πρόσθετου περιθωρίου μέσω φοροδιαφυγής; Μπορεί να αντέξει χαμηλότερες τιμές από τον ανταγωνισμό; Μπορεί να χρηματοδοτήσει περισσότερες προσφορές; Μπορεί να επενδύσει περισσότερο στο marketing και να πιέσει τους υπόλοιπους παίκτες της αγοράς; Φυσικά και μπορεί.

Πουλάς φθηνά, αυξάνεις τον όγκο των παραγγελιών, αποκτάς μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη, μειώνεις το κόστος ανά μονάδα και ενισχύεις την εμπορική σου παρουσία.

Αν ταυτόχρονα αποκρύπτεις μέρος των εισπράξεων, το παράνομο φορολογικό πλεονέκτημα μπορεί να λειτουργεί ως πρόσθετη χρηματοδότηση αυτής της στρατηγικής.

Ο μεγάλος πραγματικός όγκος εξηγεί τις υψηλές ανάγκες σε πρώτες ύλες επιχειρησιακά, χωρίς βέβαια να εξαφανίζει τις λογιστικές αποκλίσεις μεταξύ αγορών και δηλωμένων πωλήσεων.

Και έτσι δημιουργείται ένα πολύ ενδιαφέρον ενδεχόμενο: η φοροδιαφυγή να μην είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας κερδοφόρας επιχείρησης που θέλει να πληρώσει λιγότερους φόρους, αλλά να αποτελεί μέρος του ίδιου του οικονομικού μοντέλου που της επιτρέπει να αναπτύσσεται και να ανταγωνίζεται.

Δεν ισχυρίζομαι ότι έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο για την Pizza Fan.

Είναι μια επιχειρησιακή θεωρία που αξίζει να εξεταστεί όσο δημοσιοποιούνται περισσότερα στοιχεία.

Και μετά υπάρχει και μια ακόμη, σχεδόν κωμικοτραγική διάσταση.

Αν το σύστημα λειτουργούσε όπως περιγράφεται, τότε πιθανότατα χρειαζόταν εξαιρετικά αυστηρή εσωτερική λογοδοσία.

Παρακολούθηση παραγγελιών, πραγματικών εισπράξεων, αποκλίσεων, ποσοστών και διακανονισμών.

Δηλαδή εργαλεία που χρησιμοποιούμε καθημερινά για να λειτουργούμε νόμιμα μια επιχείρηση, ενδεχομένως είχαν επιστρατευτεί για να οργανώσουν την απόκρυψη εσόδων.

Στήνεις ολόκληρη υποδομή για να ξέρεις με ακρίβεια πόσα χρήματα δεν θα δηλώσεις.

Και το καλύτερο; Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, καταστήματα που δεν απέκρυπταν αρκετές πωλήσεις φέρονται να αντιμετώπιζαν ακόμη και περιορισμό των παραγγελιών που λάμβαναν από το κεντρικό σύστημα.

Αν αυτό επιβεβαιωθεί, μιλάμε για κάτι πραγματικά εξωφρενικό.

Η συμμόρφωση με έναν μηχανισμό φοροδιαφυγής να αντιμετωπίζεται σαν δείκτης επιχειρησιακής απόδοσης.

Να μην αξιολογείται δηλαδή ένα κατάστημα μόνο από το πόσο πουλάει, αλλά ενδεχομένως και από το πόσο αποτελεσματικά αποκρύπτει μέρος των πωλήσεών του.

Και τώρα ας επιστρέψουμε στην πραγματικότητα των υπόλοιπων επιχειρήσεων.

Εμείς προσπαθούμε να συμφωνήσουμε POS, τραπεζικές εισπράξεις, τιμολόγια, αποθήκες, ΦΠΑ, παραστατικά διακίνησης, μισθοδοσίες και κάθε πιθανή υποχρέωση.

Υπολογίζουμε το τελευταίο ευρώ για να καταλάβουμε αν μια δραστηριότητα είναι βιώσιμη, αν μπορούμε να πληρώσουμε σωστά το προσωπικό μας και αν περισσεύει κάτι στο τέλος.

Και μετά διαβάζεις ότι ενδεχομένως κάποιοι είχαν επενδύσει σε ολόκληρο μηχανισμό λογισμικού και εσωτερικής οικονομικής διαχείρισης για να κάνουν τη φοροδιαφυγή συστηματική επιχειρηματική λειτουργία.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι φόροι που χάνει το κράτος.

Είναι και ο ανταγωνισμός.

Γιατί αν ένας επιχειρηματίας έχει παράνομο φορολογικό πλεονέκτημα, μπορεί να πιέζει τιμές και περιθώρια σε μια αγορά όπου οι υπόλοιποι προσπαθούν να λειτουργούν με πραγματικό, νόμιμο κόστος.

Προφανώς όλα τα παραπάνω αφορούν μια υπόθεση που βρίσκεται υπό δικαστική διερεύνηση.

Οι κατηγορίες δεν αποτελούν καταδίκες, ενώ η θεωρία για την εφοδιαστική αλυσίδα και την τιμολογιακή στρατηγική είναι δική μου επιχειρησιακή ανάλυση, όχι διαπιστωμένα στοιχεία της δικογραφίας.

Προσωπικά, πάντως, περισσότερο από το ύψος της φερόμενης φοροδιαφυγής, περιμένω να μάθω πώς ακριβώς λειτουργούσε ο μηχανισμός.

Ποιος έβλεπε τα πραγματικά νούμερα, πώς γίνονταν τα settlements, πώς υπολογίζονταν τα royalties, πώς συμφωνούσαν τα αποθέματα και ποιοι είχαν τον τελικό έλεγχο των εισπράξεων.

Γιατί αν αποδειχθεί ότι όλα αυτά ήταν συνδεδεμένα, τότε δεν έχουμε απλώς μια ιστορία με πίτσες χωρίς αποδείξεις.

Έχουμε ένα εξαιρετικά οργανωμένο επιχειρηματικό μοντέλο που φέρεται να χρησιμοποιούσε τη φοροδιαφυγή ως εργαλείο λειτουργίας και ενδεχομένως ανάπτυξης.

Και κάπου εκεί το «κέρασμα» αποκτά εντελώς διαφορετική σημασία. Το κέρασμα τελικά ήταν για το κράτος. Τον λογαριασμό, όμως, τον πληρώνουν οι μαλάκες. απο σπηρουνη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences