[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Οι Φέρουσες της Πίνδου ​Οι Φέρουσες της Πίνδου δεν κουβαλούν απλώς πολεμοφόδια στο μέτωπο. Σηκώνουν στις πλάτες και στα χέρια τους το πεπρωμένο, το βάρος της ιστορίας, τη ζωή και τον ίδιο τον θάνατο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Οι Φέρουσες της Πίνδου ​Οι Φέρουσες της Πίνδου δεν κουβαλούν απλώς πολεμοφόδια στο μέτωπο.

Σηκώνουν στις πλάτες και στα χέρια τους το πεπρωμένο, το βάρος της ιστορίας, τη ζωή και τον ίδιο τον θάνατο.

Σαν άλλες πρωθιέρειες των αρχαίων χορικών στις τραγωδίες —σύγχρονες Ικέτιδες, Τρωάδες και Βάκχες της ελληνικής υπαίθρου— ανεβαίνουν τα απόκρημνα βουνά του καθήκοντος, αψηφώντας τον αντίπαλο αλλά και τον πιο σκληρό, αμείλικτο εχθρό: το αδίστακτο κρύο.

Σε ένα άγριο, αδιάβατο αλπικό τοπίο, όπου ο παγετός σφραγίζει τις χαράδρες, η φύση επιβάλλει μια απόλυτη, σχεδόν απειλητική σιωπή και η ανάσα μετατρέπεται αμέσως σε πυκνό αχνό.

Αυτή η σιωπηλή, συλλογική πορεία διασχίζει το λευκό πέπλο του βουνού, απογυμνωμένη από κάθε γραφικότητα ή μελοδραματισμό, για να αγγίξει την ίδια την ουσία της ανθρώπινης τραγικότητας, της αυτοθυσίας και του υπαρξιακού σθένους. ​Η κεντρική χειρονομία που διέπει τη σύνθεση είναι η μεταφορά —όχι ως μια απλή φυσική μετακίνηση υλικών αγαθών, αλλά ως αρχετυπική πράξη ευθύνης, φροντίδας και ιστορικής συνέχειας.

Στο επίκεντρο της εικόνας δεν δεσπόζει ένα αλληγορικό σύμβολο της κλασικής αρχαιότητας . Στα χέρια της κεντρικής γυναικείας μορφής αναπαύεται η ίδια η ωμή υλικότητα του πολέμου: μια βαριά, τραχιά ξύλινη κασέλα με πολεμοφόδια, σκεπασμένη με το πρώτο στρώμα του χιονιού.

Η επιλογή αυτή μετατοπίζει το νόημα της θυσίας από τη θεωρητική αλληγορία στην αδυσώπητη πραγματικότητα της μάχης.

Πρόκειται για μια γυναίκα που δεν αισθάνεται ηρωίδα· αισθάνεται μόνο το αφόρητο βάρος, την παγωνιά που διαπερνά τα κόκκαλα και το αδιαπραγμάτευτο χρέος προς εκείνους που πολεμούν ψηλά στις κορυφές. ​Τα χέρια της είναι το πιο συγκλονιστικό, σπαρακτικό σημείο του έργου.

Ροζιασμένα από τη σκληρή δουλειά της γης, με τις αρθρώσεις πρησμένες και το δέρμα σκασμένο από τον πάγο, σφίγγουν το ξύλο όχι απλώς για να κρατήσουν το φορτίο, αλλά σαν να αγκαλιάζουν την ίδια την ελπίδα της επιβίωσης.

Με μια έντονη γλυπτική πλαστικότητα που παραπέμπει στη στιβαρότητα των μεγάλων δασκάλων της ρεαλιστικής ζωγραφικής, αυτά τα χέρια και τα αλύγιστα βλέμματα συμπυκνώνουν την αθόρυβη ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς γυναικών που βάσταξαν στις πλάτες τους την Ελλάδα, χωρίς να περιμένουν έπαινο, παράσημα ή δάφνες. ​Η συνθετική δομή του έργου υπηρετεί μια αυστηρή εικαστική οικονομία και δωρική λιτότητα.

Η κυρίαρχη συνθετική δύναμη πηγάζει από τη δραματική αντίθεση ανάμεσα στα βαριά, σκούρα ενδύματα των μορφών και την αδίστακτη, καθολική λευκότητα του χιονισμένου τοπίου.

Το μαύρο και οι βαθείς γήινοι τόνοι δεν λειτουργούν απλώς ως ενδυματολογική επιλογή, αλλά ως στιβαρά εικαστικά αποτυπώματα —σκιές που χαράσσονται ανεξίτηλα πάνω στον λευκό καμβά του χρόνου.

Η ρυθμική διάταξη των γυναικών στον χώρο δημιουργεί μια νοητή αλυσίδα που συνδέει το προσκήνιο με το βάθος του ορίζοντα, εκφράζοντας την αδιάκοπη μεταβίβαση της συλλογικής μνήμης και της ταυτότητας από τη μία γενιά στην άλλη. ​Στον πυρήνα της πορείας, τα αντικείμενα απογυμνώνονται από την αμιγώς χρηστική τους διάσταση και αναστηλώνονται ως οργανικά δοχεία μνήμης.

Τα ξύλινα κιβώτια εκπροσωπούν το υλικό αγκυροβόλιο του παρελθόντος, ενώ τα χειροποίητα ριγέ υφαντά ταγάρια των συνοδοιπόρων προσδίδουν μια βαθιά, ανθρώπινη ασυμμετρία.

Το ταγάρι στα αριστερά, με τις γήινες, θερμές του ρίγες, και εκείνο στα δεξιά, με τη διαφορετική ύφανση και την ψυχρότερη τονικότητα, εισάγουν τον πλούτο της λαϊκής χειρωνακτικής δημιουργίας.

Το υφαντό είναι ο ίδιος ο ιστός της τοπικής ταυτότητας: κάθε κλωστή εγγράφει τον χρόνο που δαπανήθηκε για την κατασκευή του, υπενθυμίζοντας πως κάθε μία από αυτές τις γυναίκες κουβαλά τη δική της ξεχωριστή ιστορία, το δικό της σπιτικό, τον δικό της βουβό, αβάσταχτο πόνο. ​Αυτό το έργο δεν ζητά απλώς τον αισθητικό θαυμασμό.

Απαιτεί τη βαθιά, συγκινησιακή εμπλοκή του θεατή.

Είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις «Αμάραντες» της Πίνδου —στις μητέρες, τις αδελφές, τις συζύγους και τις κόρες που περπάτησαν πάνω στους πάγους, λυγίζοντας κάτω από το βάρος της κάσας, αλλά δεν σταμάτησαν ποτέ.

Προτάσσοντας μια στάση υπαρξιακής στωικότητας και εσωτερικής αξιοπρέπειας, το έργο συνδέει το τοπικό με το οικουμενικό: τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου να προστατεύσει την ιστορία του και να τη διασώσει απέναντι στη λήθη.

Κοιτάζοντας το βλέμμα των Φερουσών, νιώθει κανείς το βαρύ, αιματηρό τίμημα της ελευθερίας και την ανείπωτη αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ψυχής που αρνείται να παραδοθεί.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences