[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Η Αθήνα ξημέρωσε εκείνη την τελευταία Κυριακή του Οκτώβρη του 1940 με έναν ήλιο που έμοιαζε να μην γνωρίζει τίποτε από τη συμφορά που πλησίαζε. Το φως απλωνόταν πάνω στα νεοκλασικά κτίρια, περνούσε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Αθήνα ξημέρωσε εκείνη την τελευταία Κυριακή του Οκτώβρη του 1940 με έναν ήλιο που έμοιαζε να μην γνωρίζει τίποτε από τη συμφορά που πλησίαζε.

Το φως απλωνόταν πάνω στα νεοκλασικά κτίρια, περνούσε ανάμεσα από τα φυλλώματα των δέντρων και έπεφτε στα πεζοδρόμια, στις προσόψεις των σπιτιών και στα πρόσωπα των ανθρώπων που είχαν βγει από νωρίς στους δρόμους.

Οι σημαίες κυμάτιζαν στα μπαλκόνια, τα καταστήματα άνοιγαν, τα λεωφορεία περνούσαν με τον γνώριμο θόρυβό τους και η ζωή της πρωτεύουσας κυλούσε με εκείνον τον καθημερινό ρυθμό που κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν πως η επόμενη μέρα θα μοιάζει με την προηγούμενη.

Στην καρδιά της Αθήνας, κοντά στους μεγάλους δρόμους που οδηγούσαν προς το Σύνταγμα και την Ομόνοια, οι περαστικοί σταματούσαν για να παρακολουθήσουν την κίνηση της πόλης.

Άντρες με σκούρα κοστούμια και καπέλα, γυναίκες με μακριά παλτά και προσεγμένα χτενίσματα, ηλικιωμένοι που περπατούσαν αργά και παιδιά που κρατούσαν το χέρι των γονιών τους αποτελούσαν το πλήθος μιας Ελλάδας που, παρά τις δυσκολίες της, προσπαθούσε να συνεχίσει τη ζωή της.

Στις γωνίες, οι εφημεριδοπώλες μοίραζαν τα νέα της ημέρας, ενώ τα παλιά λεωφορεία διέσχιζαν τους δρόμους μεταφέροντας εργάτες, υπαλλήλους και νοικοκυρές στις καθημερινές τους δουλειές.

Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή τους μέσα σε λίγες ώρες. Η Ευρώπη βρισκόταν ήδη στη δίνη του πολέμου.

Χώρες ολόκληρες είχαν υποταχθεί στη δύναμη των όπλων, πόλεις είχαν γεμίσει στρατιώτες και οικογένειες είχαν ξεριζωθεί από τα σπίτια τους. Στην Ελλάδα, όμως, πολλοί εξακολουθούσαν να ελπίζουν πως η θύελλα θα περνούσε μακριά από τον τόπο τους.

Οι ειδήσεις από το εξωτερικό έφταναν καθημερινά, οι συζητήσεις στα καφενεία γίνονταν ολοένα πιο ανήσυχες, μα η ζωή δεν σταματούσε.

Ο κόσμος έπρεπε να εργαστεί, να φροντίσει τα παιδιά του, να αγοράσει ψωμί, να πληρώσει το νοίκι και να κρατήσει το σπίτι του όρθιο.

Εκείνο το βράδυ, ωστόσο, η ιστορία ετοιμαζόταν να χτυπήσει την πόρτα κάθε ελληνικού σπιτιού.

Λίγο πριν ξημερώσει η Δευτέρα 28 Οκτωβρίου, η απαίτηση της φασιστικής Ιταλίας να επιτραπεί η διέλευση των στρατευμάτων της από την Ελλάδα έφερε τη χώρα μπροστά σε μια απόφαση που δεν άφηνε περιθώρια για αυταπάτες.

Η άρνηση του Ιωάννη Μεταξά σήμαινε πως η Ελλάδα δεν θα παραδιδόταν αμαχητί.

Ο πόλεμος είχε αρχίσει και μαζί του τελείωνε απότομα η ψευδαίσθηση της ασφάλειας που συνόδευε τις συνηθισμένες ημέρες.

Το πρωί, η είδηση απλώθηκε στην Αθήνα σαν ηλεκτρικό ρεύμα.

Οι εφημερίδες άλλαξαν χέρια, τα ραδιόφωνα άνοιξαν σε σπίτια και καφενεία και οι άνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω τους, προσπαθώντας να καταλάβουν το μέγεθος όσων συνέβαιναν.

Οι λέξεις που ακούγονταν δεν ήταν πια μακρινές ειδήσεις από ξένους τόπους.

Αφορούσαν τα δικά τους παιδιά, τους άντρες τους, τους αδελφούς και τους πατεράδες τους.

Αφορούσαν τα χωριά τους, τα χωράφια τους, τις πόλεις τους και το μέλλον που είχαν ονειρευτεί για τις οικογένειές τους.

Στους δρόμους, η αγωνία άρχισε να ανακατεύεται με μια παράξενη αποφασιστικότητα.

Άντρες που μέχρι την προηγούμενη ημέρα πήγαιναν στη δουλειά τους άρχισαν να σκέφτονται την επιστράτευση.

Μανάδες γύριζαν βιαστικά στα σπίτια τους για να ετοιμάσουν τα απαραίτητα για τους γιους τους.

Γυναίκες προσπαθούσαν να κρύψουν την ταραχή τους, ενώ οι ηλικιωμένοι παρακολουθούσαν τις εξελίξεις με τη σοβαρότητα ανθρώπων που είχαν γνωρίσει ήδη τη φτώχεια και τις στερήσεις και καταλάβαιναν πως έρχονταν ακόμη δυσκολότερες ημέρες.

Μέσα στο πλήθος της Αθήνας βρίσκονταν και νεαροί στρατιώτες με τη στολή τους.

Τα πρόσωπά τους είχαν ακόμη τη φρεσκάδα της ηλικίας τους, μα στα μάτια τους είχε αρχίσει να χαράζεται η επίγνωση πως η ζωή τους δεν θα συνεχιζόταν όπως την είχαν φανταστεί.

Κάποιοι είχαν αφήσει πίσω τους αρραβωνιαστικές, άλλοι ηλικιωμένους γονείς, μικρά αδέλφια και σπίτια που μύριζαν καφέ, φρεσκοψημένο ψωμί και ασφάλεια.

Κάθε βήμα τους μέσα στους δρόμους της πρωτεύουσας τούς απομάκρυνε από εκείνη τη γνώριμη καθημερινότητα που, χωρίς να το ξέρουν, είχε μόλις γίνει ανάμνηση.

Οι γυναίκες τούς παρατηρούσαν καθώς περνούσαν.

Κάποιες έσφιγγαν την τσάντα τους και προχωρούσαν σιωπηλές, άλλες σταματούσαν για λίγο στην άκρη του πεζοδρομίου.

Δεν γνώριζαν τα ονόματα αυτών των νέων ανθρώπων, όμως μέσα σε καθένα από τα πρόσωπά τους μπορούσαν να φανταστούν τον δικό τους γιο.

Ο πόλεμος δεν είχε ακόμη προλάβει να αλλάξει την όψη της Αθήνας, είχε όμως ήδη αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κοιτούσαν ο ένας τον άλλον.

Στα μπαλκόνια, οι ελληνικές σημαίες συνέχιζαν να ανεμίζουν.

Δεν ήταν πια απλά στολίδια μιας εθνικής γιορτής ή σύμβολα που συνόδευαν τις επίσημες τελετές.

Έμοιαζαν να εκφράζουν την αγωνία και την αξιοπρέπεια ενός ολόκληρου λαού.

Η γαλανόλευκη πάνω από ένα παλιό σπίτι, δίπλα σε μια ξεθωριασμένη τέντα ή πάνω από ένα μικρό μπακάλικο, έμοιαζε να ενώνει ανθρώπους που δεν είχαν τίποτε άλλο κοινό παρά μόνο την ίδια πατρίδα και την ίδια αβεβαιότητα για το αύριο.

Κάποια στιγμή, μέσα στην κίνηση του δρόμου, ένα παλιό λεωφορείο με την πινακίδα «ΚΗΦΙΣΣΙΑ» συνέχισε τη διαδρομή του ανάμεσα στους πεζούς και στα αυτοκίνητα.

Οι επιβάτες του κοιτούσαν έξω από τα παράθυρα, παρατηρώντας τις σημαίες, τα συγκεντρωμένα πλήθη και τους στρατιώτες που περνούσαν.

Ίσως κάποιος να επέστρεφε στο σπίτι του για να αποχαιρετήσει την οικογένειά του.

Ίσως μια γυναίκα να πήγαινε να συναντήσει τον άντρα της, χωρίς να ξέρει πότε θα τον ξανάβλεπε.

Κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει πόσες από τις μικρές, ασήμαντες στιγμές εκείνης της ημέρας θα αποκτούσαν αργότερα τη βαρύτητα μιας ολόκληρης ζωής. Η Αθήνα δεν είχε ακόμη γνωρίσει την πείνα του χειμώνα, τις μαύρες αγορές, τις ουρές για ένα κομμάτι ψωμί και τη βαριά σιωπή των σπιτιών που περίμεναν νέα από το μέτωπο.

Δεν είχε δει ακόμη τις μανάδες να μετρούν τις ημέρες μετρώντας γράμματα, ούτε τις γυναίκες να κρατούν στην αγκαλιά τους τα παιδιά τους προσπαθώντας να κρύψουν τον φόβο τους.

Όλα αυτά βρίσκονταν μπροστά της, αθέατα ακόμη, σαν σύννεφα που πλησίαζαν από μακριά.

Όμως, μέσα σε εκείνη την πρώτη ημέρα του πολέμου υπήρχε και κάτι που δεν μπορούσε να μετρηθεί με στρατιωτικές δυνάμεις ή αριθμούς.

Ήταν η δύναμη των απλών ανθρώπων να σταθούν όρθιοι όταν η ζωή τους άλλαζε χωρίς να τους ρωτήσει.

Ήταν η μάνα που έραβε βιαστικά ένα κουμπί στο σακάκι του γιου της, ο πατέρας που προσπαθούσε να φανεί ψύχραιμος μπροστά στα παιδιά του, η γυναίκα που έκρυβε ένα μικρό φυλαχτό στην τσέπη του άντρα της και ο γείτονας που πρόσφερε βοήθεια σε μια οικογένεια που δεν είχε κανέναν να τη στηρίξει.

Αυτοί οι άνθρωποι, οι περισσότεροι άγνωστοι μεταξύ τους, ήταν η Ελλάδα του 1940.

Δεν φορούσαν όλοι στολή, ούτε γνώριζαν από στρατηγικές και μάχες.

Είχαν όμως σπίτια να προστατέψουν, αγαπημένους να περιμένουν και μια πατρίδα που δεν ήθελαν να δουν να υποτάσσεται.

Η ιστορία θα θυμόταν τις μεγάλες ημερομηνίες, τις μάχες και τα ονόματα των πρωταγωνιστών.

Στα οικογενειακά άλμπουμ, όμως, θα έμεναν οι μικρές φωτογραφίες, τα νεανικά πρόσωπα, τα παλιά λεωφορεία, οι δρόμοι με τις σημαίες και οι τελευταίες στιγμές πριν από τον αποχωρισμό.

Όταν αργότερα οι άνθρωποι θα ανακαλούσαν εκείνη την εποχή, θα θυμούνταν πως ο πόλεμος δεν είχε έρθει με τον τρόπο που έρχονται οι συνηθισμένες συμφορές.

Είχε εισβάλει στην καθημερινότητά τους, διακόπτοντας τη διαδρομή ενός λεωφορείου, τη βόλτα μιας γυναίκας, την εργασία ενός υπαλλήλου, το παιχνίδι ενός παιδιού.

Είχε μετατρέψει τις απλές ώρες σε στιγμές που άξιζε να φυλαχτούν στη μνήμη, επειδή κανείς δεν ήξερε αν θα ξαναζούσε ποτέ μια τόσο ήσυχη μέρα. Η Αθήνα, κάτω από τον καθαρό ουρανό της, συνέχισε να κινείται.

Οι σημαίες κυμάτιζαν, οι στρατιώτες προχωρούσαν, οι άνθρωποι γέμιζαν τα πεζοδρόμια και η Ακρόπολη στεκόταν στο βάθος, σιωπηλή και αγέρωχη, παρατηρώντας μια ακόμη δοκιμασία της ελληνικής ιστορίας.

Εκείνο το πρωινό δεν γνώριζε κανείς πόσο μακρύς θα ήταν ο δρόμος της θυσίας, πόσα δάκρυα θα χύνονταν και πόσα σπίτια θα περίμεναν μάταια την επιστροφή των δικών τους.

Ήξεραν μόνο πως η Ελλάδα είχε δεχτεί την πρόκληση του πολέμου και πως από εκείνη τη στιγμή τίποτε δεν θα ήταν πια το ίδιο.

Η 28η Οκτωβρίου του 1940 θα έμενε χαραγμένη στη μνήμη όχι μόνο ως η ημέρα που άρχισε ο πόλεμος, αλλά και ως η ημέρα που ένας ολόκληρος λαός αναγκάστηκε να αφήσει πίσω του τη συνηθισμένη ζωή και να αναμετρηθεί με το άγνωστο.

Κάτω από τις γαλανόλευκες σημαίες, ανάμεσα στα παλιά κτίρια και στα γεμάτα πεζοδρόμια της Αθήνας, είχε αρχίσει να γράφεται μια ιστορία που δεν ανήκε πια μόνο στους στρατιώτες του μετώπου, αλλά σε κάθε ελληνική οικογένεια που θα μάθαινε να περιμένει, να αντέχει και να ελπίζει. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences