Σήμερα στο ΠΟΙΕΙΝ: Βασίλης Ζιντζόβας, Η «πλάκα» Στη Θεσσαλονίκη, την άνοιξη του ’78, στο τέρμα της Τούμπας, υπήρχε μια ολόκληρη περιοχή, πάνω από δέκα οικοδομικά τετράγωνα, γεμάτη από ανεγειρόμενες...
Σήμερα στο ΠΟΙΕΙΝ: Βασίλης Ζιντζόβας, Η «πλάκα» Στη Θεσσαλονίκη, την άνοιξη του ’78, στο τέρμα της Τούμπας, υπήρχε μια ολόκληρη περιοχή, πάνω από δέκα οικοδομικά τετράγωνα, γεμάτη από ανεγειρόμενες πολυκατοικίες.
Όπου κι αν έπεφτε το μάτι σου, έβλεπες γιαπί.
Κάθε φορά που ακούω το τραγούδι “άρχιζε να γλυκοχαράζει στα μουσκεμένα σου γιαπιά”, θυμάμαι αυτό το μέρος, εκείνη την εποχή.
Οι δρόμοι, χωματόδρομοι ακόμα οι περισσότεροι, με ρυάκια νερού στη μέση.
Που και που κανένα χαμόσπιτο κοντά στο ρέμα, και κάνα ψιλικατζίδικο ή μπακάλικο σε κάποια τελειωμένη πολυκατοικία.
Τα δυο μαστόρια, συνέταιροι υπεργολάβοι και αμφότεροι βαρέων βαρών.
Ο ένας “κομψός”, με ισομοιρασμένο πάχος, κι ο άλλος “μπροστόβαρος”, είχε την περισσότερη μάζα στην κοιλιά. Ο Πετράν που έκλεινε τις συμφωνίες, κι ο Χριστάνας με το άγχος να βγαίνει η δουλειά, για να μείνει κάτι στο τέλος.
Το συνεργείο συμπληρώναμε δυο εργάτες, ένας βοηθός, κι ο γέρο-Θανάσης, ο λασπάς, μ’ ένα μπουκάλι κονιάκ πάντα στο σακάκι, τους χειμώνες.
Να ’σουνα σοβατζής, ήταν η χειρότερη δουλειά στην οικοδομή.
Μια ζωή εκτεθειμένοι στα ρεύματα και την υγρασία.
Σακάτηδες έφταναν οι περισσότεροι στη σύνταξη.
Αλλ’ όπως έλεγε κι ο Αναστάσης, “οικοδομή, ίσον σοβάδες”. Παίρνανε γιαπί, και παραδίνανε σπίτι.
Τις ατέλειες των υπολοίπων τις διορθώνει ο σοβατζής.
Να “φέρει” τους τοίχους, να ομορφύνει δοκάρια και κολώνες.
Κι ο Χριστάνας σ’ αυτό, ήταν καλλιτέχνης. Ο Αναστάσης τόξερε, γι αυτό και το πρώτο συνεργείο πού έκλεινε σε κάθε νέα δουλειά, μήνες πριν, ήταν “οι χοντροί”. Έτσι τους ήξεραν στην πιάτσα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους