«Μην το κλείσεις… σε παρακαλώ, Μαρία.» Κρατούσα το κινητό στο χέρι και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ανέπνεα. Τη φωνή της μάνας μου είχα να την ακούσω δέκα χρόνια. Δέκα ολόκληρα χρόνια. Και όμως την...
«Μην το κλείσεις… σε παρακαλώ, Μαρία.» Κρατούσα το κινητό στο χέρι και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ανέπνεα.
Τη φωνή της μάνας μου είχα να την ακούσω δέκα χρόνια.
Δέκα ολόκληρα χρόνια.
Και όμως την αναγνώρισα αμέσως, από εκείνο το σπάσιμο στη λέξη «σε παρακαλώ» που μικρή με έκανε να τρέχω κοντά της. «Τι θέλεις;» είπα ξερά.
Από την άλλη άκρη μόνο κλάμα. «Ο πατέρας σου είναι πολύ άρρωστος.
Δεν μπορεί μόνος του.
Δεν έχω ποιον να ζητήσω.» Έκλεισα τα μάτια και είδα πάλι εκείνη τη μέρα στα δεκαεπτά μου, στην κουζίνα του σπιτιού μας στο Περιστέρι, με τον πατέρα μου όρθιο, κόκκινο από τα νεύρα, να χτυπάει τη γροθιά του στο τραπέζι. «Αν κρατήσεις αυτό το παιδί, για μένα πέθανες.» Η μάνα μου δεν με κοίταζε καν.
Σκούπιζε τον πάγκο λες και μιλούσαν για κάποια ξένη.
Το ίδιο βράδυ έφυγα με μια σακούλα ρούχα και τον Στέλιο να με περιμένει κάτω από την πολυκατοικία με ένα παλιό παπάκι και εκατόν τριάντα ευρώ στην τσέπη.
Τόσα είχαμε.
Τόση ήταν η περιουσία μας.
Και ένα μωρό στην κοιλιά μου.
Δεν θα πω ψέματα.
Περάσαμε άσχημα.
Πολύ άσχημα.
Μείναμε πρώτα σε ένα υγρό ημιυπόγειο στον Κολωνό, με μυρωδιά μούχλας και ένα παράθυρο που έβλεπε στα πόδια των περαστικών. Ο Στέλιος δούλευε διανομέας, μετά οικοδομή όπου έβρισκε, μετά νύχτα σε αποθήκη σούπερ μάρκετ.
Εγώ γέννησα τον μικρό μας, τον Γιάννη, και σαράντα μέρες μετά έπιασα δουλειά σε φούρνο.
Πρωινό ξύπνημα στις τέσσερις, μωρό με πυρετό, λογαριασμοί απλήρωτοι, νοίκι που μας έπνιγε.
Μια φορά θυμάμαι άνοιξα το ψυγείο και είχε μόνο μισό γάλα, λίγες ελιές και μουστάρδα.
Κάθισα κάτω στο πάτωμα και έκλαιγα σιωπηλά για να μην με ακούσει ο Γιάννης. Ο Στέλιος με βρήκε έτσι. «Μαράκι, κοίτα με.» «Δεν μπορώ άλλο… δεν μπορώ.» Γονάτισε μπροστά μου και μου έπιασε τα χέρια. «Θα μπορέσουμε.
Δεν ξέρω πώς, αλλά θα μπορέσουμε.
Μόνο μη σπάσεις τώρα.» Δεν ήμασταν ήρωες.
Ήμασταν δύο παιδιά που προσπαθούσαν να το παίξουν μεγάλοι.
Τσακωνόμασταν για βλακείες, για το ρεύμα, για τα πάνες, για το γιατί άργησε, για το γιατί ήμουν μόνιμα κουρασμένη και νευρική.
Μια φορά του πέταξα ένα ποτήρι στον νεροχύτη και έγινε κομμάτια.
Μια άλλη έφυγε και γύρισε στις τρεις το πρωί χωρίς να πάρει τηλέφωνο.
Φοβήθηκα πως μας άφησε.
Δεν μας άφησε.
Αυτοί όμως μας άφησαν.
Ούτε στη γέννα δεν ήρθαν.
Ούτε μια φορά στα γενέθλια του παιδιού.
Ούτε ένα τηλεφώνημα όταν ο Γιάννης έκανε εισαγωγή με βρογχιολίτιδα και εγώ καθόμουν σε μια πλαστική καρέκλα στο Παίδων άυπνη τρεις νύχτες. Τίποτα.
Σαν να μην υπήρξαμε ποτέ.
Και μετά, ξαφνικά, εκείνο το τηλεφώνημα.
Όταν το είπα στον Στέλιο, πάγωσε. «Τώρα σε θυμήθηκαν; Τώρα που έχουν ανάγκη;» «Το ξέρω.» «Και τι σκέφτεσαι να κάνεις;» Δεν του απάντησα αμέσως.
Κοίταζα τον Γιάννη που έγραφε ασκήσεις στο τραπέζι της κουζίνας, σκυμμένος με τη γλώσσα λίγο έξω όπως κάνει από μικρός όταν συγκεντρώνεται.
Και σκέφτηκα κάτι που με πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα: δεν ήθελα το παιδί μου να μεγαλώσει βλέποντας τη μάνα του να γίνεται πέτρα.
Πήγα δύο μέρες μετά.
Το πατρικό μού φάνηκε μικρότερο.
Πιο σκοτεινό.
Η μάνα μου άνοιξε την πόρτα και μέσα σε δέκα χρόνια είχε γεράσει είκοσι.
Δεν ήξερε αν έπρεπε να με αγκαλιάσει.
Ούτε εγώ.
Ο πατέρας μου ήταν στο κρεβάτι του σαλονιού, αδύνατος, σχεδόν αγνώριστος.
Ο άνθρωπος που κάποτε γέμιζε το σπίτι με φωνές, τώρα δεν μπορούσε να σηκώσει σωστά ούτε το ποτήρι με το νερό. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους