[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Μαρία; Μαρία, μ’ ακούς; Τι έπαθες;» Ήμουν γονατισμένη δίπλα στα ασανσέρ του δέκατου ορόφου, με τη σφουγγαρίστρα πεσμένη στο πλάι και το νερό από τον κουβά να έχει χυθεί στα πλακάκια. Έσφιγγα την...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μαρία; Μαρία, μ’ ακούς; Τι έπαθες;» Ήμουν γονατισμένη δίπλα στα ασανσέρ του δέκατου ορόφου, με τη σφουγγαρίστρα πεσμένη στο πλάι και το νερό από τον κουβά να έχει χυθεί στα πλακάκια.

Έσφιγγα την κοιλιά μου και δεν μπορούσα να πάρω ανάσα.

Ο πόνος ανέβαινε σαν κύμα από τη μέση μέχρι τα πλευρά μου και για ένα δευτερόλεπτο πίστεψα ότι θα λιποθυμήσω εκεί, μόνη, μέσα σε ένα κτίριο γεμάτο άδεια γραφεία και σβηστά φώτα. «Νομίζω… ήρθε η ώρα», κατάφερα να πω. Ο Στέλιος, ο νυχτοφύλακας, άσπρισε. «Τώρα; Εδώ;» Τον κοίταξα και μου βγήκε ένα πικρό γελάκι. «Πού αλλού; Όλα τα ωραία σε μένα συμβαίνουν στη βάρδια.» Ήμουν οχτώ μηνών και κάτι.

Ο πατέρας του παιδιού, ο Γιώργος, είχε φύγει δύο μήνες πριν, όταν του είπα πως δεν άντεχα άλλο να κρύβομαι, να λέω ψέματα, να περιμένω πότε θα “στρώσουν τα πράγματα”. Ήταν ήδη παντρεμένος. Ναι.

Το ήξερα αργά, πολύ αργά.

Κι όταν έμαθε ότι δεν θα ρίξω το παιδί, εξαφανίστηκε.

Ούτε τηλέφωνο, ούτε λεφτά, ούτε τίποτα.

Μόνο ένα μήνυμα: «Μην με ψάξεις.

Δεν μπορώ.» Σαν να ήμουν εγώ αυτή που ζητούσε πολλά.

Η οικογένειά μου στη Λαμία είχε κόψει κάθε επαφή.

Ο πατέρας μου δεν μου συγχώρησε ποτέ «τη ντροπή», όπως την είπε.

Η μάνα μου έκλαιγε στο τηλέφωνο, αλλά δεν ήρθε ποτέ.

Ο αδελφός μου μου είπε μόνο: «Τα ήθελες και τα έπαθες». Αυτή ήταν η τελευταία του κουβέντα.

Οπότε δούλευα νύχτες.

Καθάριζα γραφεία στο Μαρούσι, με πρησμένα πόδια, ζαλάδες και μια μόνιμη αγωνία μην τυχόν και με διώξουν πριν προλάβω να γεννήσω.

Ε, τελικά με πρόλαβε η ζωή. Ο Στέλιος γονάτισε δίπλα μου. «Άκουσέ με. Θα καλέσω ασθενοφόρο.

Μην φοβάσαι.» «Φοβάμαι», του είπα. «Πάρα πολύ.» Τα χέρια μου έτρεμαν.

Είχα ιδρώσει ολόκληρη.

Ένιωθα το μωρό να πιέζει, το σώμα μου να μη μου ανήκει.

Εκείνος έβγαλε το μπουφάν του και το έβαλε κάτω από την πλάτη μου.

Μου κρατούσε το χέρι χωρίς πολλά λόγια.

Ίσως γιατί είχε καταλάβει πως αν μου έλεγε “όλα καλά θα πάνε”, θα έβαζα τα κλάματα από θυμό. «Μαρία, κοίτα εμένα», είπε χαμηλόφωνα. «Μπες στην ανάσα σου. Ένα-ένα.

Είμαι εδώ.» Το «είμαι εδώ» με διέλυσε περισσότερο απ’ τον πόνο.

Γιατί δεν το είχα ακούσει από κανέναν δικό μου.

Το ασθενοφόρο αργούσε.

Κίνηση, μου είπαν μετά. Αθήνα.

Τρεις το πρωί και πάλι κολλημένοι κάπου.

Οι πόνοι δυνάμωναν και εγώ άρχισα να πανικοβάλλομαι. «Στέλιο… δεν προλαβαίνω…» «Θα προλάβεις.» «Μην μου λες ψέματα!» του φώναξα και μετά έβαλα τα κλάματα. «Συγγνώμη… συγγνώμη…» «Μη ζητάς συγγνώμη για τίποτα.» Ήρθε πιο κοντά, μου σκούπισε το μέτωπο μ’ ένα χαρτί από την τσέπη του και μιλούσε με το ΕΚΑΒ στο τηλέφωνο, ήρεμα, καθαρά, σαν να κρατούσε όρθιο ολόκληρο τον κόσμο μ’ ένα χέρι.

Όταν τελικά κατέβηκα με φορείο, τον είδα να τρέχει πίσω μας μέχρι την έξοδο. «Έχει κανέναν δικό της;» ρώτησε ο διασώστης.

Έμεινα σιωπηλή.

Και τότε ο Στέλιος είπε: «Εγώ θα έρθω.» Στο νοσοκομείο γέννησα τον γιο μου μετά από ώρες.

Μικρός, ζαρωμένος, φωνακλάς.

Τον είπα Νικόλα.

Όταν τον ακούμπησαν πάνω μου, έκλαψα όπως δεν είχα κλάψει ούτε όταν με άφησε ο Γιώργος, ούτε όταν με έδιωξε συναισθηματικά ο πατέρας μου.

Ήταν άλλο πράγμα αυτό.

Ήταν σαν να μου έλεγε κάποιος, επιτέλους, «τώρα αρχίζεις». Ο Στέλιος περίμενε απέξω μέχρι το πρωί.

Δεν μπήκε να το παίξει σωτήρας, ούτε είπε μεγάλες κουβέντες.

Μου έφερε μόνο μια σακούλα με νερό, φρυγανιές, πάνες και μια μικρή φορτισμένη συσκευή για το κινητό μου. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences