Ο καθηγητής κ. Γεώργιος Γαλίτης γράφει με συνοχή καρδίας: «Κάθε φορά που ακούω το αποστολικό ανάγνωσμα, αισθάνομαι μια μαχαιριά να με πληγώνει κατάστηθα και μια σκέψη να καταδυναστεύει το νού μου...
Ο καθηγητής κ. Γεώργιος Γαλίτης γράφει με συνοχή καρδίας: «Κάθε φορά που ακούω το αποστολικό ανάγνωσμα, αισθάνομαι μια μαχαιριά να με πληγώνει κατάστηθα και μια σκέψη να καταδυναστεύει το νού μου: αυτά τα υπέροχα νοήματα, αυτό το ανεπανάληπτο μεγαλείο, αυτές τις απαραίτητες για τη σωτηρία μας αλήθειες, πόσοι από τις εκατοντάδες ή χιλιάδες που τις ακούν, κι έτσι όπως τις ακούν, τις εννοούν; Κι αν υπάρχουν αυτοί που τις εννοούν πόσοι είναι; στα δάχτυλα πόσων χειρών μετρούνται; και σε ποιο βαθμό φθάνει η κατανόηση; Ερωτήματα που με βασανίζουν γιατί παράλληλα ακούω τη φωνή του Θεού: εσύ, τι κάνεις γι' αυτό; Ο απόστολος Παύλος έγινε «τοις πάσι τα πάντα, ίνα πάντως τινάς σώση» (Α΄ Κορ. 9: 19-23). Εσύ τι κάνεις;» Η αποξένωση από το περιεχόμενο των ύμνων και των ευχών, των αναγνωσμάτων και των αιτήσεων, δεν έχει ως αποτέλεσμα μόνο την άγνοια των σωστικών εννοιών και την συνακόλουθη ολοσχερή αποκοπή από την κλήση και το νόημα της σωτηρίας.
Επιφέρει συν τω χρόνω και απώλεια του ενδιαφέροντος για τη Λατρεία και την κληρονομιά της, ψυχική απόσταση από αυτό καθ' εαυτό το γεγονός της Εκκλησίας.
Οι άνθρωποι εθίζονται να θεωρούν τη λειτουργική ζωή κάτι ξένο προς την πραγματική ζωή και τις ανάγκες της, αλλά «καλό για την ψυχή» αν συμμετέχουν λίγες φορές το χρόνο στις μεγάλες γιορτές.
Με τον τρόπο αυτό τα εκκλησιαστικά δεινά συσσωρεύονται αλυσιδωτά.
Αφού ο μέσος Έλληνας αποσυνδέθηκε ψυχικά από τα λειτουργικά κείμενα και τα θεώρησε υπόθεση των «ειδικών», το επόμενο βήμα ήταν να θρησκειοποιήσει την πίστη και την Εκκλησία.
Η τελευταία έπαψε να λειτουργεί ως Σώμα Χριστού το οποίο διαθέτει λειτουργικό λόγο, δηλαδή την κοινή προσευχή του.
Για το λόγο αυτό, κατά συνέπειαν, ο μέσος Έλληνας έχασε και τη συλλογική δυναμική του στην εσωτερική ζωή και οργάνωση της Εκκλησίας.
Τώρα πιά οι περισσότεροι πιστοί προσέρχονται ως «πελάτες». Ο λαός έτσι, έχοντας προ πολλού απαλλοτριώσει το χρέος του να συμψάλλει και έχοντας εκχωρήσει το λειτούργημα αυτό στους ψάλτες, αγνοώντας δε ότι και του λειτουργού οι ευχές αποτελούν φωνή ολόκληρης της Εκκλησίας που αναπέμπεται με το στόμα του, αρκείται στο να διεκπεραιώνει αγιαστικές πράξεις μέσω αντιπροσώπου.
Ο ιερέας «πρέπει» να διαβάσει τρισάγιο για την ανάπαυση της ψυχής, «πρέπει» να πεί τα σωστά λόγια για το κάθε μυστήριο, ασχέτως αν εγώ χαζεύω ή δεν προσεύχομαι ή δεν παρευρίσκομαι καν.
Η κάστα των κληρικών είναι η αρμόδια για τις ακολουθίες, υπό την έννοια ότι κάνοντας αυτό που έχει καθιερωθή ως «σωστό» είναι όλα εντάξει.
Η θρησκειοποίηση δημιουργεί αναπόφευκτα απόσταση από τη άμεση δραστικότητα των λεγομένων και πραττομένων στη Λατρεία, με αποτέλεσμα η τελευταία να απονευρώνεται για το πλήρωμα της Εκκλησίας καθιστάμενη «ακίνδυνη»• μέ αυτό εννοώ ότι χάνεται ο μεταμορφωτικός χαρακτήρας της.
Εύστοχα εδώ ο καθηγητής π. Αλκιβιάδης Καλύβας παρατηρεί: «Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους η λατρεία έχει γίνει λιγώτερο επικίνδυνη, λιγώτερο αποτελεσματική στο να εκπληρώνει τον σκοπό της.
Ίσως εμείς οι ίδιοι έχουμε ασκήσει βία επάνω της μέσω αδιαφορίας, ανεμελιάς, παραμέλησης, στερώντας την τον δυναμισμό της, αδειάζοντας τις τελετουργίες και τα σύμβολα και τις λέξεις από το σωστό τους νόημα, κάνοντάς την αδιαφανή στον σημερινό πιστό μέσω του τελετουργικού φορμαλισμού, ευτελίζοντάς την με ανεύθυνα και άφρονα πειράματα.
Ίσως την έχουμε απογυμνώσει από τη μυστική της διάσταση με απόκρυφες και άσχετες εξηγήσεις προς βλάβην της ουσίας της.
Ή, το χειρότερο, κακοποιούμε συστατικά της λειτουργίας για να ελέγξουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων μέσω της ενοχής αντί να τους ανοίξουμε στην απελευθερωτική δύναμη της σώζουσας δράσης του Θεού.
Είναι δύσκολο να φαντασθούμε πως οι άνθρωποι μπορούν να λατρεύσουν «εν Πνεύματι και αληθεία» όταν οι κληρικοί τους προσφέρουν ακολουθίες απνευμάτιστες και προσποιητές.
Πως να εκτιμήσουν αληθινά το θαύμα και το μυστήριο της λειτουργίας όταν οι εξηγήσεις που τους προσφέρουμε για τις τελετές είναι θλιβερά ανεπαρκείς, ή όταν η γλώσσα της λατρείας είναι ακατανόητη, ή όταν το κήρυγμα στερείται έμπνευσης, ή όταν η μουσική είναι μέτρια, ή όταν οι λειτουργικές πράξεις είναι άχαρες, Πως μπορούν οι άνθρωποι να αισθανθούν ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της λατρείας όταν τους παραπέμπουμε σε ένα καθεστώς απλών θεατών και σιωπηλών παρατηρητών; Η αυθεντική λειτουργία είναι πράξη πίστης και γι' αυτό απαιτεί προσωπική εμπλοκή και δέσμευση.
Πρέπει να επιθυμούμε να επενδύσουμε στη λειτουργία και στους σκοπούς για τους οποίους τελείται.
Αυτός, κατά τη γνώμη μου, ίσως να είναι ο σημαντικώτερος λόγος για τον οποίο η λειτουργία έχει πάψει να είναι επικίνδυνη για πολλούς χριστιανούς». --------------------▪︎-------------▪︎-------------▪︎------ Σύνεσις και παράνοια (Για την μετάφραση της Λατρείας μας) - Εκδόσεις Γρηγόρη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους